Μία συμφωνία με προεκτάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης. Η πυρηνική συνεργασία Ηνωμένων Πολιτειών και Σαουδικής Αραβίας ανοίγει τον δρόμο για μία πολυετή στρατηγική σύμπραξη δισεκατομμυρίων δολαρίων, όμως η προοπτική μελλοντικού εμπλουτισμού ουρανίου στο σαουδαραβικό έδαφος προκαλεί ανησυχίες για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων και τις ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή. Την ίδια ώρα, μία αιφνιδιαστική νέα προϋπόθεση του Ντόναλντ Τραμπ για εξομάλυνση των σχέσεων Ριάντ – Ισραήλ δημιουργεί πλέον ερωτήματα ακόμη και για την ίδια την εφαρμογή της συμφωνίας.

 

Η υπογραφή της συμφωνίας ειρηνικής πυρηνικής συνεργασίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας δημιουργεί ένα νέο και ιδιαίτερα σύνθετο γεωπολιτικό δεδομένο στη Μέση Ανατολή, σε μία περίοδο κατά την οποία η περιοχή βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με εξαιρετικά υψηλές εντάσεις. Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ και ο Σαουδάραβας υπουργός Ενέργειας πρίγκιπας Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν υπέγραψαν στις 22 Ιουλίου συμφωνία συνεργασίας για ειρηνικές χρήσεις της πυρηνικής ενέργειας, τη λεγόμενη «123 Agreement», μαζί με συνοδευτική διμερή συμφωνία εγγυήσεων. Το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας κάνει λόγο για τη νομική βάση μιας πολυετούς συνεργασίας αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην κατασκευή πυρηνικών αντιδραστήρων.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η δυνατότητα που μπορεί να αποκτήσει μελλοντικά η Σαουδική Αραβία να εμπλουτίζει ουράνιο στο δικό της έδαφος – μία τεχνολογική δυνατότητα με ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα, καθώς ο εμπλουτισμός μπορεί να εξυπηρετεί ένα ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά αποτελεί παράλληλα κρίσιμο κρίκο του πυρηνικού κύκλου καυσίμου. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί στις ΗΠΑ, η συμφωνία προβλέπει κοινή αμερικανοσαουδαραβική μελέτη προτού εξεταστεί η κατασκευή εγκατάστασης εμπλουτισμού στο βασίλειο.

Και ακριβώς εκεί αρχίζει η μεγάλη συζήτηση.

 

 

 

Μία συμφωνία που ξεπερνά κατά πολύ την ενέργεια

Για το Ριάντ, η ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας αποτελεί μέρος μιας πολύ ευρύτερης στρατηγικής οικονομικού και ενεργειακού μετασχηματισμού.

Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να διαφοροποιήσει το ενεργειακό της μείγμα, να περιορίσει την εξάρτηση της εσωτερικής κατανάλωσης από τους υδρογονάνθρακες και ταυτόχρονα να αναπτύξει τεχνογνωσία σε προηγμένες τεχνολογίες.

Για την Ουάσιγκτον, όμως, το διακύβευμα είναι εξίσου μεγάλο.

Η συμφωνία δημιουργεί σημαντικές εμπορικές ευκαιρίες για την αμερικανική πυρηνική βιομηχανία και ταυτόχρονα επιχειρεί να διατηρήσει το Ριάντ εντός της αμερικανικής τεχνολογικής και στρατηγικής σφαίρας επιρροής.

Το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας παρουσιάζει άλλωστε τη συμφωνία ως μέσο ενίσχυσης της ανταγωνιστικής θέσης των ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά πολιτικής πυρηνικής τεχνολογίας.

Πίσω από το ενεργειακό σκέλος βρίσκεται επομένως μία πολύ μεγαλύτερη γεωπολιτική μάχη: ποια δύναμη θα αποτελέσει τον βασικό τεχνολογικό εταίρο της Σαουδικής Αραβίας στη νέα πυρηνική εποχή της.

 

Το μεγάλο ερώτημα του εμπλουτισμού ουρανίου

Το πλέον ευαίσθητο σημείο αφορά τον εμπλουτισμό ουρανίου.

Η συμφωνία δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία αποκτά άμεσα εγκατάσταση εμπλουτισμού. Σύμφωνα όμως με αμερικανικά δημοσιεύματα, δημιουργεί μία διαδικασία μέσω της οποίας το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί μετά από κοινή μελέτη ΗΠΑ και Σαουδικής Αραβίας.

Η διάκριση είναι κρίσιμη.

Άλλο πράγμα είναι η εισαγωγή πυρηνικού καυσίμου για λειτουργία αντιδραστήρων και άλλο η δημιουργία εγχώριας υποδομής για την παραγωγή του.

Η δεύτερη επιλογή παρέχει σε ένα κράτος σημαντικά μεγαλύτερη τεχνολογική αυτονομία και, ως εκ τούτου, αντιμετωπίζεται με πολύ μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα από τους ειδικούς στη μη διάδοση. Η ανησυχία δεν προκύπτει από την ύπαρξη ενός πολιτικού πυρηνικού προγράμματος αυτή καθαυτή, αλλά από το γεγονός ότι η τεχνογνωσία και οι υποδομές του κύκλου πυρηνικού καυσίμου μπορούν να αποκτήσουν διαφορετική στρατηγική σημασία εάν μεταβληθούν στο μέλλον οι πολιτικές ή στρατιωτικές επιδιώξεις ενός κράτους.

Η σύγκριση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα

Η περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας συγκρίνεται ήδη με το προηγούμενο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

Η αμερικανο-εμιρατινή συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας είχε προβληθεί ως το λεγόμενο «gold standard» της μη διάδοσης, καθώς τα ΗΑΕ δεσμεύθηκαν να μην επιδιώξουν εγχώριο εμπλουτισμό ουρανίου ή επανεπεξεργασία πυρηνικού καυσίμου. Στην περίπτωση του Ριάντ, αντίθετα, η προοπτική εγχώριου εμπλουτισμού δεν έχει αποκλειστεί οριστικά. Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον και ανησυχία σε ειδικούς για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων.

Διότι εάν μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής αποκτήσει στο μέλλον δυνατότητα εμπλουτισμού, άλλες περιφερειακές δυνάμεις θα μπορούσαν να ζητήσουν ανάλογη μεταχείριση.

Ο παράγοντας Ιράν αλλάζει ολόκληρη την εξίσωση

Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω του Ιράν. Τεχεράνη και Ριάντ αποτελούν επί δεκαετίες δύο από τους βασικούς πόλους ισχύος στη Μέση Ανατολή, παρά τις περιόδους αποκλιμάκωσης και διπλωματικής προσέγγισης.

Η δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου από τη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε επομένως να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η Τεχεράνη τη μελλοντική περιφερειακή ισορροπία. Και εδώ αποκτούν ιδιαίτερη σημασία παλαιότερες δηλώσεις του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Ο Σαουδάραβας πρίγκιπας διάδοχος είχε δηλώσει το 2023 ότι, εάν το Ιράν αποκτούσε πυρηνικό όπλο, η Σαουδική Αραβία θα έπρεπε επίσης να αποκτήσει ένα. Η δήλωση αυτή δεν αποδεικνύει ότι το σημερινό σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα έχει στρατιωτικό χαρακτήρα. Εξηγεί, όμως, γιατί η δυνατότητα εμπλουτισμού αντιμετωπίζεται με τόσο μεγάλη επιφυλακτικότητα από αναλυτές και νομοθέτες.

Ο φόβος ενός πυρηνικού «ντόμινο»

Το μεγαλύτερο γεωπολιτικό ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν η Σαουδική Αραβία αποκτήσει προηγμένες δυνατότητες στον πυρηνικό κύκλο καυσίμου.

Το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά το Ριάντ και την Τεχεράνη. Μία τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει τους στρατηγικούς υπολογισμούς και άλλων ισχυρών κρατών της περιοχής.

Η Μέση Ανατολή διαθέτει ήδη ένα εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα ανταγωνισμών, συμμαχιών και μεταβαλλόμενων ισορροπιών. Η προσθήκη προηγμένων πυρηνικών δυνατοτήτων σε αυτό το περιβάλλον δημιουργεί τον φόβο ότι περισσότερα κράτη θα επιδιώξουν στο μέλλον αντίστοιχη τεχνολογική αυτονομία.

Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι θα επιδιώξουν πυρηνικά όπλα.

Σημαίνει όμως ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί μία νέα μορφή «πυρηνικής αντιστάθμισης», στην οποία κράτη θα επιδιώκουν να βρίσκονται τεχνολογικά όσο το δυνατόν πιο κοντά στη δυνατότητα ανάπτυξης στρατιωτικού προγράμματος χωρίς να περνούν απαραίτητα το όριο.

Τι πραγματικά ισχύει με τους ελέγχους του IAEA

Ένα σημείο που χρειάζεται ιδιαίτερη ακρίβεια αφορά τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας. Η Σαουδική Αραβία είχε επί χρόνια το λεγόμενο Small Quantities Protocol, ένα περιορισμένο καθεστώς που είχε σχεδιαστεί για χώρες με ελάχιστες πυρηνικές δραστηριότητες.

Αυτό όμως έχει αλλάξει.

Στα τέλη του 2024 η Σαουδική Αραβία προχώρησε στην κατάργηση του παλαιού Small Quantities Protocol και πέρασε στην εφαρμογή της πλήρους Comprehensive Safeguards Agreement με τον IAEA.

Το κρίσιμο ζήτημα σήμερα είναι διαφορετικό: η χώρα δεν διαθέτει σε ισχύ Additional Protocol.

Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο διευρύνει σημαντικά τις πληροφορίες και την πρόσβαση που μπορεί να έχει ο IAEA, με στόχο την επαλήθευση της απουσίας μη δηλωμένων πυρηνικών υλικών και δραστηριοτήτων.

Αμερικανικά δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η νέα συμφωνία δεν απαιτεί την υιοθέτηση αυτού του πρόσθετου πλαισίου, στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα της κριτικής από ειδικούς και μέλη του Κογκρέσου.

Η Ουάσιγκτον απαντά στις ανησυχίες

Η αμερικανική κυβέρνηση παρουσιάζει εντελώς διαφορετική εικόνα.

Το υπουργείο Ενέργειας υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες ενισχύουν τόσο την πυρηνική ασφάλεια όσο και τη μη διάδοση, ενώ παράλληλα δίνουν στις αμερικανικές επιχειρήσεις μεγαλύτερη πρόσβαση στο αναπτυσσόμενο σαουδαραβικό πρόγραμμα. Από αμερικανικής πλευράς υπάρχει και ένα ισχυρό γεωπολιτικό επιχείρημα.

Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνούνταν να συνεργαστούν με το Ριάντ, η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να αναζητήσει τεχνολογία και αντιδραστήρες από άλλες μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις. Για την Ουάσιγκτον, λοιπόν, η διατήρηση του σαουδαραβικού πυρηνικού προγράμματος μέσα σε ένα αμερικανικό πλαίσιο συνεργασίας σημαίνει ταυτόχρονα οικονομική παρουσία, στρατηγική επιρροή και μεγαλύτερη δυνατότητα εποπτείας των εξελίξεων.

Η Κίνα και η Ρωσία στο βάθος

Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές διαστάσεις της συμφωνίας.

Η πυρηνική ενέργεια δεν αποτελεί απλώς μία εμπορική αγορά. Η κατασκευή ενός πυρηνικού σταθμού δημιουργεί σχέσεις συνεργασίας που μπορούν να διαρκέσουν δεκαετίες.

Καύσιμα, συντήρηση, τεχνική υποστήριξη, εκπαίδευση προσωπικού, ασφάλεια και αναβαθμίσεις δημιουργούν μακροχρόνιους δεσμούς ανάμεσα στον προμηθευτή και στο κράτος που χρησιμοποιεί την τεχνολογία. Η Ουάσιγκτον έχει επομένως ισχυρό κίνητρο να αποτρέψει μία βαθύτερη πυρηνική συνεργασία του Ριάντ με τη Μόσχα ή το Πεκίνο.

Η συμφωνία εντάσσεται έτσι και στον ευρύτερο ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων για επιρροή στον Κόλπο.

Και ξαφνικά ο Τραμπ έβαλε στο τραπέζι το Ισραήλ

Μόλις μία ημέρα μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, όμως, προέκυψε μία εξέλιξη που αλλάζει σημαντικά την εικόνα.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η πυρηνική συνεργασία θα προχωρήσει μόνο εφόσον η Σαουδική Αραβία ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ και εξομαλύνει τις σχέσεις της με το Ισραήλ. Η προϋπόθεση αυτή δεν είχε παρουσιαστεί στην αρχική ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας.

Και δημιουργεί ένα σημαντικό πολιτικό πρόβλημα.

Το Ριάντ έχει επανειλημμένα συνδέσει την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ με ουσιαστική πρόοδο προς τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.

Κατά συνέπεια, μία συμφωνία που στις 22 Ιουλίου παρουσιαζόταν ως ιστορικό βήμα αμερικανοσαουδαραβικής συνεργασίας βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μία νέα πολιτική προϋπόθεση, η οποία μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολο να εκπληρωθεί.

Η πυρηνική συμφωνία γίνεται εργαλείο για μία μεγαλύτερη συμφωνία

Η κίνηση Τραμπ μεταβάλλει και τη γεωπολιτική ανάγνωση της υπόθεσης.

Η πυρηνική συνεργασία δεν αφορά πλέον μόνο την ενέργεια, τον εμπλουτισμό και τη μη διάδοση.

Μετατρέπεται ταυτόχρονα σε πιθανό διαπραγματευτικό εργαλείο για μία από τις μεγαλύτερες αμερικανικές επιδιώξεις στη Μέση Ανατολή: την εξομάλυνση των σχέσεων Σαουδικής Αραβίας – Ισραήλ.

Εάν η σύνδεση αυτή παραμείνει, το Ριάντ θα βρεθεί μπροστά σε μία πολύ δύσκολη εξίσωση. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η πρόσβαση στην αμερικανική πυρηνική τεχνολογία και μία στρατηγική συνεργασία δεκαετιών.

Από την άλλη βρίσκεται ένα από τα πλέον ευαίσθητα πολιτικά ζητήματα στον αραβικό κόσμο: το Παλαιστινιακό.

Η επόμενη μάχη στην Ουάσιγκτον

Η υπογραφή δεν αποτελεί το τέλος της διαδικασίας.

Η συμφωνία πρέπει να περάσει από την προβλεπόμενη διαδικασία εξέτασης στο αμερικανικό Κογκρέσο, όπου ήδη υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με τον εμπλουτισμό και τις εγγυήσεις μη διάδοσης. Σύμφωνα με τα αμερικανικά δημοσιεύματα, το Κογκρέσο διαθέτει περίοδο εξέτασης 90 ημερών κοινοβουλευτικής συνεδρίασης, γεγονός που αφήνει σημαντικό χρονικό περιθώριο για πολιτική αντιπαράθεση. Το θέμα έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει αντιδράσεις πέρα από τις παραδοσιακές κομματικές γραμμές, καθώς οι ενστάσεις για τη διάδοση ευαίσθητης πυρηνικής τεχνολογίας έχουν εκφραστεί διαχρονικά τόσο από Δημοκρατικούς όσο και από Ρεπουμπλικανούς.

Μία συμφωνία που μπορεί να επανακαθορίσει τη Μέση Ανατολή

Το πραγματικό διακύβευμα επομένως δεν είναι εάν η Σαουδική Αραβία θα αποκτήσει απλώς πυρηνικούς αντιδραστήρες.

Είναι ποιο πυρηνικό καθεστώς θα δημιουργηθεί στη Μέση Ανατολή τα επόμενα χρόνια.

Εάν το Ριάντ αποκτήσει τελικά τη δυνατότητα εγχώριου εμπλουτισμού, ακόμη και υπό αυστηρές εγγυήσεις και αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς, θα δημιουργηθεί ένα προηγούμενο με σημαντικές επιπτώσεις στις περιφερειακές ισορροπίες.

Το Ιράν θα παρακολουθεί κάθε λεπτομέρεια.

Το Ισραήλ θα αξιολογεί τις επιπτώσεις στη δική του ασφάλεια.

Άλλες περιφερειακές δυνάμεις θα εξετάζουν εάν το νέο μοντέλο συνεργασίας δημιουργεί προηγούμενο και για τις δικές τους πυρηνικές φιλοδοξίες.

Η Κίνα και η Ρωσία θα παρακολουθούν αν η Ουάσιγκτον καταφέρνει να διατηρήσει το Ριάντ εντός της δικής της στρατηγικής και τεχνολογικής σφαίρας.

Και το αμερικανικό Κογκρέσο θα κληθεί να αποφασίσει εάν τα οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη της συμφωνίας υπερτερούν των μακροπρόθεσμων κινδύνων μη διάδοσης.

Το βέβαιο είναι ότι η συμφωνία ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας έχει ήδη πάψει να αποτελεί ένα απλό ενεργειακό συμβόλαιο.

Έχει μετατραπεί σε μία μεγάλη γεωπολιτική εξίσωση στην οποία συναντώνται το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η ασφάλεια του Ισραήλ, το Παλαιστινιακό, ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας – Ρωσίας και το ερώτημα για το ποια θα είναι η πυρηνική αρχιτεκτονική της Μέσης Ανατολής τις επόμενες δεκαετίες.

Και μετά τη νέα προϋπόθεση που έθεσε ο Ντόναλντ Τραμπ, παραμένει ανοιχτό ακόμη και το πρώτο ερώτημα: εάν και υπό ποιους πολιτικούς όρους αυτή η ιστορική συμφωνία θα φτάσει τελικά στην εφαρμογή της.

Credit: Official White House Photo (στη συγκεκριμένη συλλογή εμφανίζονται φωτογραφίες των Daniel Torok, Andrea Hanks και Joyce N. Boghosian

Από Newsroom