Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να περιορίσουν την επιβάρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων – Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Πολωνία και άλλες χώρες ζητούν ευρωπαϊκή παρέμβαση
Νέα πίεση στις ευρωπαϊκές οικονομίες προκαλεί η εκτίναξη των τιμών σε καύσιμα και φυσικό αέριο, με τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να αναζητούν τρόπους περιορισμού των επιπτώσεων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου, σε συνδυασμό με τις αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές και τα προβλήματα στις οδούς εφοδιασμού, έχει επαναφέρει στο ευρωπαϊκό τραπέζι την πρόταση για φορολόγηση των έκτακτων κερδών των ενεργειακών εταιρειών.
Στη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της ΕΕ στο Δουβλίνο, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρουσιάσει έως την επόμενη συνεδρίαση του Ecofin τον Οκτώβριο προτάσεις για το πώς θα μπορούσαν να φορολογηθούν τα αυξημένα κέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών. Η Γερμανία δεν είναι η μόνη χώρα που έχει θέσει το ζήτημα, καθώς Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Πολωνία και Αυστρία έχουν επίσης ζητήσει να εξεταστεί ευρωπαϊκή λύση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής ανακοινώσει σχέδιο για την επιβολή ενιαίου ευρωπαϊκού φόρου στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών. Ο επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις έχει επισημάνει ότι η φορολογία παραμένει σε μεγάλο βαθμό αρμοδιότητα των κρατών-μελών, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο συζήτησης των προτάσεων που έχουν κατατεθεί.
Πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια και νέο κύμα ακρίβειας
Η νέα ενεργειακή αναταραχή έχει ήδη περάσει στις αντλίες. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν κινηθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η διατάραξη βασικών οδών μεταφοράς ενέργειας έχουν περιορίσει την ορατότητα για την πορεία της αγοράς. Παράλληλα, η τιμή αναφοράς του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου έχει αυξηθεί σημαντικά, εντείνοντας τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις στη βιομηχανία και στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγράφουν εβδομαδιαία τις τιμές βενζίνης και ντίζελ σε όλα τα κράτη-μέλη, καθώς οι αποκλίσεις μεταξύ των χωρών παραμένουν σημαντικές. Η εικόνα στις ευρωπαϊκές αγορές καυσίμων έχει οδηγήσει αρκετές κυβερνήσεις στην υιοθέτηση προσωρινών φορολογικών ή άλλων μέτρων στήριξης.
Στη Γερμανία, η κυβέρνηση συμφώνησε σε νέα προσωρινή μείωση της φορολογίας στα καύσιμα. Από την 1η Οκτωβρίου έως το τέλος του 2026, η ενεργειακή φορολογία σε βενζίνη και ντίζελ μειώνεται κατά περίπου 14 λεπτά το λίτρο, ενώ μαζί με την επίδραση στον ΦΠΑ η συνολική φορολογική ελάφρυνση υπολογίζεται σε περίπου 17 λεπτά ανά λίτρο. Το συνολικό κόστος του μέτρου υπολογίζεται σε περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, το Βερολίνο προγραμματίζει διαπραγματεύσεις με τις εταιρείες πετρελαιοειδών, με στόχο τη θέσπιση προσωρινού πλαφόν στις τιμές των καυσίμων από την 1η Ιανουαρίου 2027. Η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι επιδιώκει μεγαλύτερη διαφάνεια στην αγορά και μέτρα που θα περιορίζουν τις απότομες αυξήσεις στις τιμές των πρατηρίων.
Από τις φοροελαφρύνσεις έως τις επιδοτήσεις
Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στη Γερμανία. Η Ιταλία έχει προχωρήσει σε μέτρα μείωσης της επιβάρυνσης από τα καύσιμα, ενώ η Ισπανία έχει ενισχύσει την έκπτωση στη φορολογία του ντίζελ. Στη Γαλλία, η κυβέρνηση έχει διατηρήσει στοχευμένες ενισχύσεις για επαγγελματικούς κλάδους που επηρεάζονται περισσότερο από την άνοδο του κόστους καυσίμων, όπως η γεωργία, η αλιεία και οι κατασκευές.
Η κοινωνική διάσταση της ενεργειακής κρίσης είναι ήδη εμφανής σε ορισμένες χώρες. Στη Γαλλία, αλιείς προχώρησαν σε αποκλεισμούς λιμανιών και εγκαταστάσεων καυσίμων, ζητώντας μέτρα για την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους του ντίζελ. Η κυβέρνηση απάντησε με δεσμεύσεις για χρηματοδοτική στήριξη όσων αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας και με παράταση των έκτακτων ενισχύσεων για συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει του 2027, καθώς αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες θα οδηγηθούν σε εθνικές εκλογές. Η πορεία των τιμών ενέργειας και το κόστος ζωής αποτελούν ήδη αντικείμενο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην άμεση ανακούφιση των καταναλωτών και στο δημοσιονομικό κόστος των μέτρων.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη και με το πρόβλημα των αποθεμάτων φυσικού αερίου. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, οι αποθήκες φυσικού αερίου στην Ευρώπη βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας, γεγονός που αυξάνει την ευαισθησία της αγοράς σε νέα προβλήματα εφοδιασμού ή σε έναν ιδιαίτερα ψυχρό χειμώνα.
Έτσι, η συζήτηση για τα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών αποτελεί πλέον μόνο ένα μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης ευρωπαϊκής εξίσωσης: τιμές πετρελαίου, φυσικό αέριο, αποθέματα, κόστος παραγωγής, φορολογία και κρατικές ενισχύσεις βρίσκονται ταυτόχρονα στο επίκεντρο, με τις κυβερνήσεις να αναζητούν λύσεις που θα περιορίσουν την πίεση χωρίς να επιβαρύνουν υπέρμετρα τους κρατικούς προϋπολογισμούς.