Μια νέα έρευνα, όπως δημοσιεύεται στην Guardian, φέρνει στο φως ένα σκοτεινό κεφάλαιο της ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: τον ρόλο συντηρητών εκκλησιαστικών αρχείων και τεχνιτών χαρτιού που συνεργάστηκαν με τους Ναζί. Η αποκάλυψη έγινε από τη Βρετανίδα ιστορικό και συντηρήτρια Δρ. Morwenna Blewett, η οποία, κατά τη διάρκεια μελέτης της για ευρωπαϊκούς οργανισμούς πολιτιστικής κληρονομιάς που ιδρύθηκαν από τους Ναζί, βρήκε τυχαία έγγραφα που δείχνουν πώς η βιβλιοδεσία και η συντήρηση εγγράφων χρησιμοποιούνταν για να εντοπίζονται άνθρωποι εβραϊκής καταγωγής.
Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα της δεκαετίας 1930-1940
Η έρευνα της Δρ. Blewett αποκάλυψε ότι κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1930 και 1940, οι Ναζί υλοποίησαν ένα ευρύ πρόγραμμα στο οποίο εμπλέκονταν τεχνίτες χαρτιού και βιβλιοδέτες για την αποκατάσταση και καθαρισμό ιστορικών εκκλησιαστικών μητρώων. Τα μητρώα αυτά περιλάμβαναν καταγραφές γεννήσεων, βαπτίσεων και γάμων, οι οποίες χρησιμοποιούνταν για την αξιολόγηση της «φυλετικής καταγωγής» των ανθρώπων.
Σκοπός του προγράμματος ήταν να καταστήσει τα αρχεία ευανάγνωστα, ώστε οι ναζιστικές αρχές να μπορούν να εντοπίζουν άτομα εβραϊκής καταγωγής ή άλλες ομάδες που θεωρούνταν «μη επιθυμητές» από το καθεστώς. Αν και οι συντηρητές θεωρούσαν την εργασία τους καθαρά τεχνική, το αποτέλεσμα ήταν η άμεση υποστήριξη σε εγκληματικές δραστηριότητες του καθεστώτος.
Ο ρόλος των συντηρητών
Η Δρ. Blewett, ερευνήτρια στον τομέα της συντήρησης και συνεργάτης του Worcester College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, ανακάλυψε επιστολές και επίσημα έγγραφα που περιγράφουν τη συμμετοχή των βιβλιοδετών και των τεχνιτών. Όπως επισημαίνει, οι συντηρητές αποκαθιστούσαν τα εκκλησιαστικά μητρώα χωρίς να δίνουν προσοχή στην ασφάλεια ή στην προστασία των εγγράφων, απλώς τα καθιστούσαν ευανάγνωστα για τις ανάγκες των Ναζί.
«Απλά βρήκα όλο αυτό το υλικό και δεν καταλάβαινα γιατί μιλούσαν για βιβλιοδεσία και καθαρισμό εκκλησιαστικών εγγράφων», αναφέρει η Blewett. «Αυτό με οδήγησε να ερευνήσω περαιτέρω ποιο ήταν το σχέδιο και πώς σχετιζόταν με την παραγωγή αποδεικτικών στοιχείων για την “άρια καταγωγή”».
Σύμφωνα με την ιστορικό, τα αποτελέσματα των εργασιών αυτών χρησιμοποιούνταν από τις ναζιστικές αρχές για την ταξινόμηση και τον έλεγχο των ανθρώπων με βάση τη φυλετική τους καταγωγή. Παρά την τεχνική φύση της εργασίας, η συνεισφορά των συντηρητών ήταν ουσιαστική για την εκτέλεση του ναζιστικού προγράμματος, καθώς οι πληροφορίες αυτές έδιναν στις αρχές τη δυνατότητα να εντοπίσουν και να στοχοποιήσουν ομάδες του πληθυσμού.
Η σημασία της ανακάλυψης
Η Δρ. Blewett τόνισε ότι, παρά τη δυνητική σημασία των εγγράφων ως ιστορικά τεκμήρια, οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν οι συντηρητές ήταν αρκετά καταστροφικές για τα ίδια τα αρχεία. «Δεν εξασφάλιζαν την ασφάλειά τους, απλώς τα έκαναν ευανάγνωστα. Δεν τους ενδιέφερε τι ήταν πραγματικά», συμπληρώνει η ιστορικός.
Η τυχαία ανακάλυψη των εγγράφων αποκαλύπτει ένα λιγότερο γνωστό, αλλά σημαντικό κομμάτι της συνεργασίας με τους Ναζί στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η έρευνα δείχνει πώς η τεχνική εμπειρία ορισμένων επαγγελματιών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς που υπερβαίνουν τη δική τους κατανόηση ή πρόθεση, και πόσο σημαντική είναι η κριτική ιστορική ανάλυση για να κατανοήσουμε τα πλήρη αποτελέσματα τέτοιων ενεργειών.
Η ανακάλυψη αυτή αποτελεί υπενθύμιση του πώς η τέχνη, η τεχνογνωσία και η συντήρηση πολιτιστικών αγαθών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς που υπερβαίνουν το πλαίσιο του επαγγελματισμού. Το έργο της Δρ. Blewett αναδεικνύει όχι μόνο την ανάγκη για ιστορική ακρίβεια και έρευνα, αλλά και την ηθική διάσταση της επιστήμης και της τεχνικής γνώσης.
Η μελέτη των ναζιστικών εγγράφων και η αποκάλυψη του ρόλου των συντηρητών προσφέρει πολύτιμα διδάγματα για το πώς η τεχνογνωσία και η πολιτιστική κληρονομιά μπορούν να γίνουν όπλα στα χέρια καθεστώτων, και υπενθυμίζει ότι η ιστορία έχει πάντα ανάγκη από προσεκτική και ηθικά υπεύθυνη διερεύνηση.