Χωρίς τις ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις που απαιτούνταν ολοκληρώθηκε στη Βουλή η δεύτερη ψηφοφορία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, με καμία από τις 33 προτεινόμενες διατάξεις να μην συγκεντρώνει 180 ψήφους. Το αποτέλεσμα δεν κλείνει τη διαδικασία, αλλά μεταφέρει το δύσκολο μέρος της στην επόμενη Βουλή, όπου πλέον θα απαιτηθεί αυξημένη πλειοψηφία τριών πέμπτων για να ολοκληρωθούν οι αλλαγές.

Η ψηφοφορία της 16ης Σεπτεμβρίου επιβεβαίωσε ουσιαστικά το πολιτικό αδιέξοδο που είχε ήδη διαφανεί από την πρώτη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Οι 33 διατάξεις εγκρίθηκαν με πλειοψηφίες που κινήθηκαν μεταξύ 158 και 161 ψήφων, μακριά από το όριο των 180 που θα επέτρεπε στην επόμενη Βουλή να τις αναθεωρήσει με την απλή απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών.

Έτσι, η παρούσα Βουλή ολοκληρώνει το δικό της μέρος της διαδικασίας, αλλά αφήνει στην επόμενη έναν πολύ υψηλότερο πολιτικό πήχη.

Από 158 έως 161 «ναι»

Ανάμεσα στις πλέον πολιτικά φορτισμένες διατάξεις, το άρθρο 16, που αφορά μεταξύ άλλων τη δυνατότητα λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων, συγκέντρωσε 160 ψήφους υπέρ, 95 κατά και 38 «παρών».

Το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών έλαβε 159 θετικές ψήφους, ενώ το άρθρο 90, που αφορά την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, επίσης 159.

Για το άρθρο 103, που συνδέεται με το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, καταγράφηκαν 161 θετικές ψήφοι, ενώ η πρόταση για αλλαγές στο άρθρο 30 σχετικά με τη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας έλαβε 158.

Οι αριθμοί αυτοί είναι κρίσιμοι όχι μόνο πολιτικά αλλά και συνταγματικά.

Το άρθρο 110 του Συντάγματος προβλέπει δύο διαφορετικές διαδρομές.

Εάν μία πρόταση αναθεώρησης συγκεντρώσει στην προτείνουσα Βουλή πλειοψηφία τριών πέμπτων, δηλαδή 180 βουλευτών, σε δύο ψηφοφορίες, η επόμενη Βουλή μπορεί να ολοκληρώσει την αναθεώρηση με την απόλυτη πλειοψηφία των 151.

Εάν όμως η πρόταση συγκεντρώσει περισσότερους από 151 αλλά λιγότερους από 180 βουλευτές, τότε η αναθεωρητική Βουλή χρειάζεται τουλάχιστον 180 ψήφους για να καθορίσει και να εγκρίνει το νέο περιεχόμενο της διάταξης. Αυτό ακριβώς συνέβη τώρα.

Με άλλα λόγια, καμία μελλοντική κυβερνητική πλειοψηφία δεν θα μπορέσει εύκολα να προχωρήσει μόνη της στις συγκεκριμένες αλλαγές. Θα πρέπει να αναζητήσει συμμάχους πέρα από τις δικές της κοινοβουλευτικές δυνάμεις.

Αυτό είναι και το βασικό πολιτικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.

Η κυβέρνηση επιδίωξε να δημιουργηθούν ευρύτερες πλειοψηφίες τουλάχιστον σε ορισμένες εμβληματικές αλλαγές, όπως το άρθρο 16 και το άρθρο 86, χωρίς όμως να επιτευχθεί συμφωνία με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Στη δεύτερη ψηφοφορία η Νέα Δημοκρατία και ορισμένοι ανεξάρτητοι στήριξαν τις κυβερνητικές προτάσεις, ενώ το ΠΑΣΟΚ επέλεξε σε σειρά άρθρων το «παρών», διατηρώντας ανοικτή τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης στην επόμενη φάση.

Αυτό σημαίνει ότι η Συνταγματική Αναθεώρηση συνδέεται πλέον άμεσα με τους μετεκλογικούς κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.

Η επόμενη Βουλή δεν θα κληθεί απλώς να επικυρώσει όσα έχουν ήδη αποφασιστεί. Θα πρέπει να διαμορφώσει πλειοψηφίες 180 βουλευτών και, επομένως, να συμφωνήσει και επί του πραγματικού περιεχομένου των αλλαγών.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος σχεδιάστηκε ακριβώς έτσι ώστε οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές να μην μπορούν εύκολα να αποτελέσουν υπόθεση μιας μόνο κυβερνητικής πλειοψηφίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, αυτή η ασφαλιστική δικλείδα μετατρέπεται σε μία εξαιρετικά απαιτητική πολιτική εξίσωση.

Σε ένα Κοινοβούλιο όπου οι πολιτικές δυνάμεις εμφανίζονται κατακερματισμένες και οι μεταξύ τους σχέσεις παραμένουν συγκρουσιακές, η εξασφάλιση 180 ψήφων σε συγκεκριμένα άρθρα και συγκεκριμένες διατυπώσεις μόνο αυτονόητη δεν είναι.

Η κυβέρνηση κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι αρνήθηκε να συμβάλει στη δημιουργία συναινέσεων, ενώ κόμματα της αντιπολίτευσης αντέτειναν ότι δεν πρόκειται να παραδώσουν στην επόμενη κυβερνητική πλειοψηφία ελευθερία κινήσεων για το τελικό περιεχόμενο των συνταγματικών αλλαγών. Η αντιπαράθεση αυτή κυριάρχησε και στη συζήτηση της Ολομέλειας.

Η Συνταγματική Αναθεώρηση, επομένως, δεν ναυάγησε. Μετατέθηκε όμως σε σαφώς δυσκολότερο πολιτικό πεδίο.

Οι 33 διατάξεις περνούν στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή, αλλά καθεμία θα χρειαστεί πλειοψηφία 180 βουλευτών για να αλλάξει.

Το βάρος πλέον μεταφέρεται από το ερώτημα «ποια άρθρα θα ανοίξουν» στο πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: ποιοι θα συμφωνήσουν, σε τι ακριβώς θα συμφωνήσουν και με ποιους πολιτικούς συσχετισμούς μετά τις εθνικές εκλογές.

Και εκεί θα κριθεί τελικά αν η σημερινή αναθεωρητική πρωτοβουλία θα οδηγήσει σε πραγματικές αλλαγές στο Σύνταγμα ή αν μεγάλο μέρος της θα παραμείνει στα χαρτιά.