Η έξοδος του Ηλία Κασιδιάρη από τη φυλακή και η προαναγγελία επιστροφής του στην πολιτική δεν συνεπάγονται αυτομάτως και ελεύθερη κάθοδο στις εκλογές. Η καταδίκη του για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης εξακολουθεί να ενεργοποιεί τον εκλογικό «κόφτη», ενώ την τελική απόφαση θα λάβει, όταν προκηρυχθούν εκλογές, το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου.

Η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη από τις φυλακές Δομοκού συνοδεύτηκε από την προαναγγελία δημιουργίας νέου πολιτικού φορέα και επιστροφής του στην κεντρική πολιτική σκηνή. Ωστόσο, άλλο είναι η έξοδος από το σωφρονιστικό κατάστημα και άλλο η δυνατότητα συμμετοχής σε εκλογικό συνδυασμό.

Η αποφυλάκιση αφορά την έκτιση της ποινής, όπως αυτή υπολογίζεται με βάση τις προβλέψεις της σωφρονιστικής νομοθεσίας. Δεν εξαφανίζει την καταδικαστική απόφαση ούτε αίρει αυτομάτως τις συνέπειες που προβλέπει η εκλογική νομοθεσία.

Ο Κασιδιάρης καταδικάστηκε πρωτοδίκως το 2020 σε κάθειρξη 13 ετών και έξι μηνών για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης και παράνομη οπλοκατοχή. Τον Μάρτιο του 2026 το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων διατήρησε την καταδίκη του για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, επιβάλλοντας ποινή κάθειρξης 13 ετών.

Το άρθρο 32 του Προεδρικού Διατάγματος 26/2012 θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την κατάρτιση εκλογικού συνδυασμού. Μεταξύ άλλων, προβλέπει ότι ο πρόεδρος, ο γενικός γραμματέας, τα μέλη της διοικούσας επιτροπής, ο νόμιμος εκπρόσωπος αλλά και η πραγματική ηγεσία ενός κόμματος δεν πρέπει να έχουν καταδικαστεί, έστω και σε πρώτο βαθμό, για ορισμένα βαριά αδικήματα.

Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται η διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η συγκεκριμένη αποστέρηση του δικαιώματος κατάρτισης συνδυασμού ισχύει για χρονικό διάστημα ίσο με την επιβληθείσα ποινή, το οποίο υπολογίζεται από την επομένη της οριστικής καταδικαστικής απόφασης. Ο νόμος διευκρινίζει ότι η πραγματική έκτιση της ποινής, η αποφυλάκιση ή ακόμη και η παραγραφή της δεν επηρεάζουν αυτόν τον υπολογισμό.

Με βάση αυτή την ερμηνεία, το κώλυμα που συνδέεται με την καταδίκη του Κασιδιάρη δεν παύει επειδή αποφυλακίστηκε. Νομικοί εκτιμούν ότι η χρονική ισχύς του μπορεί να εκτείνεται έως το 2033. Η σχετική διάταξη αποτυπώνεται και στην απόφαση 8/2023 του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Η ίδρυση ενός κόμματος ή η εμφάνιση άλλου προσώπου ως προέδρου δεν αρκούν για να παρακαμφθεί το ισχύον πλαίσιο. Ο Άρειος Πάγος δεν εξετάζει μόνο τα καταστατικά και τις επίσημες ιδιότητες, αλλά και ποιος ασκεί στην πράξη τη διοίκηση και την πολιτική καθοδήγηση.

Ως πραγματικός ηγέτης μπορεί να θεωρηθεί το πρόσωπο που, χωρίς να κατέχει τυπικό αξίωμα, καθορίζει τη γραμμή του κόμματος, επιλέγει υποψηφίους, οργανώνει τη δράση του, έχει τοποθετήσει εικονική ηγεσία ή εμφανίζεται ενώπιον του εκλογικού σώματος ως ο ουσιαστικός πολιτικός αρχηγός.

Αυτό αποτέλεσε τη βάση για τον αποκλεισμό του «Εθνικού Κόμματος Έλληνες» από τις βουλευτικές εκλογές του 2023. Το ίδιο νομικό εργαλείο χρησιμοποιήθηκε και το 2024, όταν οι «Σπαρτιάτες» αποκλείστηκαν από τις ευρωεκλογές, καθώς ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι πραγματικός ηγέτης τους ήταν ο Κασιδιάρης.

Η κρίση αυτή απέκτησε ακόμη μεγαλύτερο θεσμικό βάρος το 2025, όταν το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ακύρωσε την εκλογή τριών βουλευτών των «Σπαρτιατών», δεχόμενο ότι υπήρξε εξαπάτηση του εκλογικού σώματος εξαιτίας της υποκρυπτόμενης ηγεσίας.

Διαφορετικό νομικό ζήτημα αποτελεί η κάθοδος ως μεμονωμένου υποψηφίου. Το Σύνταγμα ορίζει ότι η στέρηση του ατομικού εκλογικού δικαιώματος εξαιτίας ποινικής καταδίκης προϋποθέτει αμετάκλητη απόφαση.

Για τον λόγο αυτό, συνταγματολόγοι επισημαίνουν ότι μπορεί να υπάρχει δυνατότητα μεμονωμένης υποψηφιότητας, εφόσον δεν συντρέχει αμετάκλητη καταδίκη που να στερεί τα πολιτικά δικαιώματα. Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί με ελεύθερη συμμετοχή ενός κόμματος υπό την τυπική ή πραγματική ηγεσία του.

Επιπλέον, η εκλογή μεμονωμένου υποψηφίου είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς και σε αυτή την περίπτωση πρέπει να ξεπεραστεί το πανελλαδικό όριο του 3%.

Ο τελευταίος λόγος στον Άρειο Πάγο

Καμία ανακοίνωση ίδρυσης κόμματος και καμία «νομική φόρμουλα» δεν προδικάζει την τελική έκβαση. Όταν προκηρυχθούν οι επόμενες εκλογές και κατατεθούν οι συνδυασμοί, το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου θα εξετάσει τα πραγματικά δεδομένα: τη σύνθεση της ηγεσίας, τη δημόσια παρουσία του Κασιδιάρη, τον τρόπο οργάνωσης του φορέα και το εάν ο ίδιος ασκεί την ουσιαστική πολιτική καθοδήγηση.

Επομένως, η ακριβής διατύπωση δεν είναι ότι ο Κασιδιάρης στερείται κάθε πολιτικής δραστηριότητας. Είναι ότι η αποφυλάκισή του δεν καταργεί τον εκλογικό έλεγχο ούτε διασφαλίζει τη συμμετοχή ενός κόμματος που θα συνδέεται οργανικά ή ουσιαστικά μαζί του.

Η πολιτική διάσταση

Σε πολιτικό επίπεδο, η επανεμφάνισή του μπορεί να επιτείνει τον ανταγωνισμό στον κατακερματισμένο χώρο δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας. Ακόμη και αν ένας νέος φορέας αποκλειστεί από τις εκλογές, η δημόσια παρουσία του Κασιδιάρη, η επιρροή του στα κοινωνικά δίκτυα και η δυνατότητα στήριξης άλλου σχηματισμού μπορούν να επηρεάσουν τις ισορροπίες.

Η εμπειρία των «Σπαρτιατών» έδειξε, άλλωστε, ότι ο εκλογικός αποκλεισμός ενός προσώπου δεν συνεπάγεται και πολιτική εξαφάνισή του. Έδειξε όμως και το αντίστροφο: ότι η χρησιμοποίηση άλλου κόμματος ως εκλογικού οχήματος μπορεί να ελεγχθεί εκ των υστέρων και να επιφέρει σοβαρές θεσμικές συνέπειες.

Η υπόθεση, συνεπώς, δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αποτελεί νέα δοκιμασία για την αντοχή της εκλογικής νομοθεσίας, τον έλεγχο της πραγματικής ηγεσίας των κομμάτων και την ισορροπία ανάμεσα στην προστασία της δημοκρατικής λειτουργίας και στα συνταγματικά πολιτικά δικαιώματα.