– Η πολιορκία, η αιματηρή κατάληψη και η προσπάθεια υπεράσπισης του Αγώνα στην Ευρώπη
Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 η Τριπολιτσά πέρασε στα χέρια των επαναστατημένων Ελλήνων, σε μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές επιτυχίες των πρώτων μηνών της Ελληνικής Επανάστασης. Η πτώση της πόλης είχε τεράστια στρατηγική σημασία, καθώς η Τριπολιτσά αποτελούσε το σημαντικότερο διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της οθωμανικής εξουσίας στην Πελοπόννησο. Η κατάληψή της ενίσχυσε αποφασιστικά τη θέση των επαναστατών και ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για την επικράτησή τους στο μεγαλύτερο μέρος του Μοριά. Ωστόσο, η στρατιωτική επιτυχία συνοδεύτηκε από ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια του Αγώνα. Μετά την είσοδο των ελληνικών δυνάμεων στην πόλη ακολούθησαν εκτεταμένες σφαγές, λεηλασίες και άλλα έκτροπα, με μεγάλο αριθμό Οθωμανών και Εβραίων κατοίκων να χάνουν τη ζωή τους. Τα γεγονότα της Τριπολιτσάς προκάλεσαν αντιδράσεις στην Ευρώπη και δημιούργησαν ένα σοβαρό διπλωματικό πρόβλημα για την ελληνική επαναστατική ηγεσία, η οποία προσπαθούσε παράλληλα να διατηρήσει τη συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης προς την ελληνική υπόθεση.
Η πολιορκία της Τριπολιτσάς είχε ξεκινήσει ήδη από την άνοιξη του 1821, όταν δημιουργήθηκαν ελληνικά στρατόπεδα στην Πιάνα, τα Βέρβαινα, τη Βλαχοκερασιά, το Βαλτέτσι, τη Χρυσοβίτσα και άλλες περιοχές γύρω από την πόλη. Οι πρώτες επιχειρήσεις των Οθωμανών είχαν ως στόχο να διαλύσουν τα ελληνικά στρατόπεδα, όμως οι διαδοχικές επιτυχίες των επαναστατών στο Λεβίδι, τα Δολιανά, το Βαλτέτσι και τα Βέρβαινα ενίσχυσαν σημαντικά το ηθικό τους. Καθοριστική ήταν η άφιξη του Δημητρίου Υψηλάντη στα Τρίκορφα στις 2 Ιουλίου 1821, καθώς από εκείνη τη στιγμή η πολιορκία οργανώθηκε αποτελεσματικότερα και ο κλοιός γύρω από την πόλη έγινε ολοένα στενότερος. Η μάχη της Γράνας τον Αύγουστο επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τη θέση των πολιορκημένων. Στις αρχές Σεπτεμβρίου χιλιάδες Έλληνες πολιορκητές βρίσκονταν πλέον γύρω από τα τείχη, ενώ μέσα στην Τριπολιτσά είχαν συγκεντρωθεί Οθωμανοί στρατιώτες και άμαχοι, Έλληνες και Εβραίοι κάτοικοι. Η έλλειψη τροφίμων, οι ασθένειες και η αβεβαιότητα για την τελική έκβαση είχαν δημιουργήσει μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση.
Καθώς η κατάσταση στην πόλη χειροτέρευε, έγιναν προσπάθειες διαπραγμάτευσης μεταξύ των πολιορκημένων και των επαναστατών, χωρίς όμως να επιτευχθεί συνολική συμφωνία για την παράδοση της Τριπολιτσάς. Εξαίρεση αποτέλεσε η συνεννόηση με τους Αλβανούς πολεμιστές που βρίσκονταν στην πόλη. Περίπου 4.000 Αλβανοί κατάφεραν να αποχωρήσουν ύστερα από συμφωνία που συνδέεται με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, σε μια εξέλιξη που έχει ιδιαίτερη σημασία για την τελική έκβαση της πολιορκίας. Η αποχώρησή τους αποδυνάμωσε περαιτέρω την άμυνα της πόλης, ενώ οι πολιορκητές περίμεναν πλέον την κατάλληλη ευκαιρία για να εισέλθουν στην Τριπολιτσά. Σύμφωνα με τις ιστορικές αφηγήσεις, η ευκαιρία παρουσιάστηκε στις 23 Σεπτεμβρίου, όταν ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Γορτυνίας κατάφερε να εισέλθει στην πόλη, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με έναν Οθωμανό. Ακολούθησαν και άλλοι Έλληνες πολεμιστές και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η άμυνα κατέρρευσε. Η Τριπολιτσά είχε πλέον περάσει στα χέρια των επαναστατών.
Η κατάληψη της πόλης, όμως, δεν αποτέλεσε το τέλος της βίας. Για αρκετές ημέρες μετά την είσοδο των Ελλήνων σημειώθηκαν σφαγές, λεηλασίες και άλλα έκτροπα, με θύματα όχι μόνο ένοπλους αλλά και αμάχους. Ανάμεσα στους νεκρούς βρίσκονταν άνθρωποι διαφορετικών κοινοτήτων της πόλης, γεγονός που καθιστά την άλωση ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της Επανάστασης. Οι αριθμοί των θυμάτων παρουσιάζουν τεράστιες αποκλίσεις στις πηγές. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρεται σε περισσότερους από 30.000 νεκρούς, ενώ άλλες παλαιότερες πηγές κάνουν λόγο για περίπου 26.000 νεκρούς και 8.000 αιχμαλώτους. Νεότερες ιστορικές εκτιμήσεις είναι σημαντικά χαμηλότερες και τοποθετούν τον αριθμό των νεκρών περίπου μεταξύ 6.000 και 12.000. Οι διαφορές αυτές οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις διαφορετικές πηγές, στις συνθήκες μέσα στις οποίες καταγράφηκαν τα γεγονότα και στη γενικότερη προπαγανδιστική φόρτιση της εποχής. Παρά τις αριθμητικές διαφωνίες, η ιστορική έρευνα δεν αμφισβητεί ότι μετά την άλωση σημειώθηκε μεγάλης έκτασης βία.
Η βία στην Τριπολιτσά εκδηλώθηκε μέσα σε ένα ήδη εξαιρετικά σκληρό περιβάλλον πολέμου. Τους προηγούμενους μήνες είχαν σημειωθεί σφαγές και διώξεις χριστιανικών πληθυσμών σε διάφορες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ στην Κωνσταντινούπολη είχαν εκτελεστεί ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ και άλλοι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί παράγοντες. Παράλληλα, είχαν καταγραφεί βιαιότητες σε περιοχές της Πελοποννήσου και αλλού. Τα γεγονότα αυτά δημιούργησαν στους επαναστατημένους Έλληνες ένα ισχυρό αίσθημα φόβου και εκδίκησης, το οποίο επηρέασε τη συμπεριφορά τμημάτων των επαναστατικών δυνάμεων. Η αναφορά στα προηγούμενα εγκλήματα αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση του ιστορικού πλαισίου, χωρίς όμως να αναιρεί το γεγονός ότι στην Τριπολιτσά διαπράχθηκαν πράξεις βίας και κατά αμάχων. Η άλωση πρέπει επομένως να εξετάζεται μέσα στο συνολικό περιβάλλον της Επανάστασης και του πολέμου, όπου οι αντίποινα, οι σφαγές και οι πράξεις εκδίκησης υπήρξαν μέρος μιας εξαιρετικά βίαιης σύγκρουσης.
Παρά το τραγικό της σκέλος, η κατάληψη της Τριπολιτσάς αποτέλεσε στρατηγικό ορόσημο για την Ελληνική Επανάσταση. Με την πτώση της, το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου πέρασε υπό τον έλεγχο των επαναστατών, ενώ τα βασικά οθωμανικά προπύργια περιορίστηκαν στα φρούρια που εξακολουθούσαν να αντιστέκονται. Η επιτυχία ενίσχυσε τη θέση των Ελλήνων και απέδειξε ότι οι επαναστατικές δυνάμεις μπορούσαν να καταλάβουν σημαντικά οχυρωμένα κέντρα. Παράλληλα, η Τριπολιτσά αποτέλεσε ισχυρό σύμβολο για τους αγωνιστές και για την ελληνική πλευρά, καθώς η κατάληψη ενός τόσο σημαντικού διοικητικού κέντρου θεωρήθηκε απόδειξη ότι η Επανάσταση μπορούσε να αποκτήσει σταθερό έδαφος και πολιτική υπόσταση. Ο Διονύσιος Σολωμός αναφέρθηκε στα γεγονότα της Επανάστασης και στην πολιορκία της Τριπολιτσάς στον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν», αποτυπώνοντας το ισχυρό συμβολικό αποτύπωμα που είχε η περίοδος.
Η είδηση των σφαγών, ωστόσο, δημιούργησε σημαντικό πρόβλημα στην ελληνική πλευρά. Η Ελληνική Επανάσταση είχε ανάγκη τη στήριξη της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και των φιλελληνικών κύκλων, καθώς η διεθνής αποδοχή της ελληνικής υπόθεσης ήταν κρίσιμη για τη μελλοντική εξέλιξη του Αγώνα. Η Τριπολιτσά μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους αντιπάλους της Επανάστασης ως επιχείρημα ότι οι Έλληνες δεν αγωνίζονταν μόνο για την ελευθερία τους αλλά διέπρατταν και οι ίδιοι πράξεις μεγάλης βίας. Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η προσπάθεια του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου να παρουσιάσει την ελληνική πλευρά ενώπιον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Το κείμενο που κυκλοφόρησε στο Λονδίνο με τον τίτλο «The Greeks at Tripolitza» αποτέλεσε ουσιαστικά μια προσπάθεια πολιτικής και διπλωματικής υπεράσπισης της ελληνικής υπόθεσης. Το φυλλάδιο εκδόθηκε το 1822, σε δίγλωσση μορφή, και επιχείρησε να παρουσιάσει τα γεγονότα από την οπτική των Ελλήνων επαναστατών.
Η επιχειρηματολογία της ελληνικής πλευράς δεν βασίστηκε στην πλήρη άρνηση των γεγονότων. Αντίθετα, αναγνώριζε ότι είχε σημειωθεί μεγάλη σφαγή, επιχειρώντας όμως να την εντάξει στο πλαίσιο των προηγούμενων γεγονότων και της πολεμικής πραγματικότητας. Μεταξύ άλλων υποστηριζόταν ότι δεν είχε υπάρξει συμφωνία παράδοσης της Τριπολιτσάς που να παραβιάστηκε από τους Έλληνες, ότι οι Αλβανοί που είχαν συμφωνήσει να αποχωρήσουν αφέθηκαν να φύγουν και ότι ορισμένοι Οθωμανοί που είχαν παραδοθεί νωρίτερα κρατήθηκαν ως αιχμάλωτοι. Παράλληλα, γινόταν αναφορά στις βιαιότητες που είχαν προηγηθεί σε βάρος των Ελλήνων, προκειμένου να εξηγηθεί το κλίμα οργής που επικρατούσε. Η ελληνική επιχειρηματολογία έδινε επίσης έμφαση σε περιπτώσεις όπου οι επαναστάτες τήρησαν συμφωνίες, όπως στην Κόρινθο, αλλά και σε πράξεις προστασίας μουσουλμανικών οικογενειών. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρήθηκε να διαχωριστεί η ελληνική επαναστατική υπόθεση από τις πράξεις εκδίκησης που σημειώθηκαν στην Τριπολιτσά. Η διεθνής εικόνα της Επανάστασης παρέμενε κρίσιμο ζήτημα και τα γεγονότα που ακολούθησαν στην Τριπολιτσά έδειξαν από νωρίς ότι ο Αγώνας δεν θα κρινόταν μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και στο επίπεδο της διπλωματίας, της ενημέρωσης και της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης.
Η άλωση της Τριπολιτσάς παραμένει μέχρι σήμερα ένα γεγονός με δύο διακριτές όψεις. Από τη μία πλευρά, αποτέλεσε καθοριστική στρατιωτική επιτυχία των επαναστατών και σημείο καμπής για την επικράτηση της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Από την άλλη, η βία που ακολούθησε την κατάληψη της πόλης άφησε ένα βαρύ ιστορικό αποτύπωμα και αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης ήδη από την εποχή των γεγονότων. Η μελέτη της Τριπολιτσάς απαιτεί επομένως να λαμβάνονται υπόψη τόσο οι στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις όσο και οι ανθρώπινες απώλειες, οι μαρτυρίες των διαφορετικών πλευρών και το ευρύτερο περιβάλλον του πολέμου. Η 23η Σεπτεμβρίου 1821 δεν ήταν απλώς η ημερομηνία μιας στρατιωτικής νίκης. Ήταν μια ημέρα που άλλαξε τον συσχετισμό δυνάμεων στην Πελοπόννησο και ταυτόχρονα αποκάλυψε τη σκληρότητα μιας Επανάστασης που διεξαγόταν μέσα σε συνθήκες γενικευμένης βίας, αντιποίνων και αγώνα επιβίωσης.

