Η ελληνική τραπεζική αγορά εισέρχεται σε μια νέα εποχή, καθώς η Revolut προχωρά στην ίδρυση επίσημου υποκαταστήματος στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας ένα από τα σημαντικότερα βήματα στην πορεία της προς την εδραίωσή της ως πλήρους τραπεζικού οργανισμού στη χώρα.

Η εξέλιξη δεν αποτελεί απλώς μια διοικητική αλλαγή. Αντίθετα, σηματοδοτεί μια στρατηγική επένδυση που μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες στον τραπεζικό ανταγωνισμό, προσφέροντας στους Έλληνες καταναλωτές υπηρεσίες που μέχρι σήμερα δεν ήταν διαθέσιμες μέσω της πλατφόρμας.

Το σημαντικότερο νέο για τους περισσότερους χρήστες είναι ότι μέσα στους επόμενους μήνες η Revolut θα αρχίσει να παρέχει ελληνικό IBAN (GR IBAN), ενώ σε δεύτερη φάση σχεδιάζεται η διάθεση ακόμη περισσότερων τραπεζικών προϊόντων ειδικά προσαρμοσμένων στην ελληνική αγορά.

Έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος

Η δημιουργία του ελληνικού υποκαταστήματος κατέστη δυνατή μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης της αίτησης της Revolut Bank UAB από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Με την ολοκλήρωση όλων των απαραίτητων εποπτικών διαδικασιών, η εταιρεία αποκτά πλέον φυσική τραπεζική παρουσία στην Ελλάδα, ενισχύοντας σημαντικά τη θέση της σε μία αγορά όπου ήδη αριθμεί περισσότερους από δύο εκατομμύρια πελάτες.

Πρόκειται για μία εξέλιξη ιδιαίτερης σημασίας, καθώς μέχρι σήμερα η Revolut λειτουργούσε κυρίως μέσω του ευρωπαϊκού καθεστώτος διασυνοριακής παροχής τραπεζικών υπηρεσιών.

Το ελληνικό IBAN αλλάζει τα δεδομένα

Η εισαγωγή ελληνικού IBAN αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη αλλαγή για τους καταναλωτές.

Μέχρι σήμερα αρκετοί χρήστες αντιμετώπιζαν δυσκολίες σε:

  • μισθοδοσίες,
  • καταβολές συντάξεων,
  • πάγιες εντολές,
  • συναλλαγές με δημόσιους φορείς,
  • υπηρεσίες που απαιτούσαν ελληνικό τραπεζικό λογαριασμό.

Με το GR IBAN, τα παραπάνω εμπόδια περιορίζονται σημαντικά, ενώ η Revolut αποκτά τη δυνατότητα να ανταγωνιστεί πολύ πιο άμεσα τις ελληνικές συστημικές τράπεζες.

Για πολλούς χρήστες, αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή μπορεί πλέον να μετατραπεί από έναν “δεύτερο λογαριασμό” για ταξίδια και ηλεκτρονικές πληρωμές, σε βασικό τραπεζικό λογαριασμό καθημερινής χρήσης.

Νέος γενικός διευθυντής ο Βασίλης Αμεράνης

Επικεφαλής της Revolut στην Ελλάδα αναλαμβάνει ο Βασίλης Αμεράνης, στέλεχος με πολυετή εμπειρία στους τομείς:

  • της τραπεζικής,
  • της στρατηγικής ανάπτυξης,
  • του fintech,
  • της ψηφιακής καινοτομίας.

Πριν από τη νέα του θέση είχε διατελέσει στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ στο παρελθόν εργάστηκε επί σειρά ετών στη McKinsey & Company, αποκτώντας σημαντική εμπειρία στον σχεδιασμό τραπεζικών στρατηγικών και στον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Η διοίκησή του αναμένεται να επικεντρωθεί:

  • στην ανάπτυξη της ελληνικής ομάδας,
  • στην προσαρμογή των υπηρεσιών στις ανάγκες της ελληνικής αγοράς,
  • στη συνεργασία με τις εποπτικές αρχές,
  • στην περαιτέρω διείσδυση της Revolut στην εγχώρια τραπεζική αγορά.

Η στρατηγική: Να γίνει η βασική τράπεζα των πελατών

Η ίδια η Revolut δεν κρύβει τις φιλοδοξίες της.

Όπως δήλωσε ο Βασίλης Αμεράνης:

«Ο στόχος μας είναι απλός: να γίνουμε η βασική τράπεζα των πελατών μας, παρέχοντάς τους όλα όσα χρειάζονται για να διαχειρίζονται την οικονομική τους ζωή σε ένα και μόνο σημείο.»

Η δήλωση αυτή αποτυπώνει τη συνολική στρατηγική της εταιρείας, η οποία πλέον δεν περιορίζεται στις μεταφορές χρημάτων ή στις συναλλαγές με κάρτες.

Στόχος είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ψηφιακού τραπεζικού οικοσυστήματος που θα καλύπτει το σύνολο των καθημερινών οικονομικών αναγκών των πολιτών.

Τι σημαίνει αυτό για τις ελληνικές τράπεζες

Η είσοδος της Revolut με πλήρη τραπεζική παρουσία δημιουργεί νέα δεδομένα στον ανταγωνισμό.

Οι ελληνικές τράπεζες τα τελευταία χρόνια έχουν επενδύσει σημαντικά στον ψηφιακό μετασχηματισμό, ωστόσο η Revolut διαθέτει ορισμένα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα:

  • ιδιαίτερα γρήγορη εμπειρία χρήσης,
  • άνοιγμα λογαριασμού μέσα σε λίγα λεπτά,
  • χαμηλό κόστος διεθνών συναλλαγών,
  • προηγμένα εργαλεία διαχείρισης χρημάτων,
  • σύγχρονο mobile banking.

Η προσθήκη ελληνικού IBAN αφαιρεί ένα από τα βασικά εμπόδια που μέχρι σήμερα απέτρεπαν αρκετούς χρήστες από το να χρησιμοποιούν αποκλειστικά τη Revolut.

Νέα προϊόντα στον ορίζοντα

Η εταιρεία έχει ήδη προαναγγείλει ότι μετά την ολοκλήρωση της λειτουργίας του υποκαταστήματος θα ακολουθήσει η διάθεση νέων τραπεζικών προϊόντων.

Αν και δεν έχουν ανακοινωθεί ακόμη όλες οι λεπτομέρειες, η στρατηγική της Revolut σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές δείχνει ότι στο μέλλον θα μπορούσαν να ενισχυθούν υπηρεσίες όπως:

  • καταθετικοί λογαριασμοί,
  • επενδυτικές υπηρεσίες,
  • ασφαλιστικά προϊόντα,
  • πιστωτικές λύσεις,
  • νέα εργαλεία αποταμίευσης και διαχείρισης κεφαλαίων.

Η προσαρμογή των υπηρεσιών θα πραγματοποιηθεί με βάση τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς και το κανονιστικό πλαίσιο της χώρας.

Η Ελλάδα αποκτά αυξανόμενο ενδιαφέρον για τις fintech

Η επιλογή της Ελλάδας για δημιουργία τοπικού υποκαταστήματος δεν είναι τυχαία.

Η χώρα παρουσιάζει υψηλή ανάπτυξη στις ψηφιακές πληρωμές, ενώ οι ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια.

Παράλληλα, οι καταναλωτές εμφανίζονται ολοένα και πιο εξοικειωμένοι με τις ψηφιακές τραπεζικές υπηρεσίες, γεγονός που δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη των fintech εταιρειών.

Με περισσότερους από δύο εκατομμύρια πελάτες στην Ελλάδα, η Revolut διαθέτει ήδη μία ιδιαίτερα ισχυρή βάση χρηστών, γεγονός που της επιτρέπει να επεκτείνει τις δραστηριότητές της χωρίς να ξεκινά από μηδενική παρουσία.

Η ίδρυση του ελληνικού υποκαταστήματος της Revolut αποτελεί μια εξέλιξη με ιδιαίτερη βαρύτητα τόσο για την ίδια την εταιρεία όσο και για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η δυνατότητα παροχής ελληνικού IBAN, η ανάπτυξη τοπικής διοικητικής ομάδας και ο σχεδιασμός για νέα προϊόντα δείχνουν ότι η ψηφιακή τράπεζα επιδιώκει να αποκτήσει μόνιμη και ουσιαστική θέση στην ελληνική αγορά.

Για τους καταναλωτές, η εξέλιξη μεταφράζεται σε περισσότερες επιλογές, εντονότερο ανταγωνισμό και πιθανώς καλύτερες τραπεζικές υπηρεσίες. Για τον τραπεζικό κλάδο, αποτελεί ακόμη ένα ισχυρό μήνυμα ότι η εποχή του ψηφιακού ανταγωνισμού επιταχύνεται και ότι οι παραδοσιακοί οργανισμοί καλούνται να συνεχίσουν να επενδύουν σε καινοτομία, εμπειρία χρήστη και ανταγωνιστικές υπηρεσίες, καθώς οι fintech εταιρείες διεκδικούν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο στην καθημερινή τραπεζική των Ελλήνων.

Από Newsroom