Υπάρχει κάτι παράξενο που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στα social media και όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο ορατό. Άνθρωποι που δεν έχουν πραγματικά τίποτα να πουν, εξακολουθούν να εμφανίζονται καθημερινά. Προφίλ που μοιάζουν ενεργά, σελίδες που ανεβάζουν συνεχώς περιεχόμενο, άνθρωποι που «υπάρχουν» στον ψηφιακό χώρο, αλλά όταν πας να αναζητήσεις πίσω από την εικόνα μια πραγματική παρουσία, δεν βρίσκεις σχεδόν τίποτα. Μια φωτογραφία, ένα quote, ένα reel, μια καλημέρα, ένα αναδημοσιευμένο κείμενο, κάτι που δημιουργεί την εντύπωση ότι ο άνθρωπος είναι εκεί. Είναι όμως; Ή μήπως έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε παρουσία απλώς και μόνο την ψηφιακή δραστηριότητα; Και τελικά, πόσο «παρών» μπορεί να είναι κάποιος όταν η παρουσία του έχει γίνει ένα προγραμματισμένο post που μπορεί να έχει δημιουργηθεί ώρες, ημέρες ή ακόμη και εβδομάδες πριν;
Το ghost posting είναι ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις αυτής της νέας πραγματικότητας. Δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος προγραμματίζει τις αναρτήσεις του. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό και πολλές φορές απαραίτητο. Σημαίνει κάτι βαθύτερο: μια παρουσία που συνεχίζεται ενώ ο άνθρωπος πίσω από αυτήν απουσιάζει. Το προφίλ κινείται, αλλά ο άνθρωπος δεν κινείται μαζί του. Το περιεχόμενο παράγεται, δημοσιεύεται, διανέμεται και καταναλώνεται, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει ουσιαστική συμμετοχή αυτού που το δημιούργησε. Και κάπου εδώ γεννιέται το πρώτο ερώτημα: μήπως τελικά δεν χρησιμοποιούμε εμείς τα social media, αλλά τα social media χρησιμοποιούν την ανάγκη μας να μη φαινόμαστε απόντες;
Γιατί άραγε αισθανόμαστε ότι πρέπει να δημοσιεύουμε συνεχώς; Τι φοβόμαστε ότι θα συμβεί αν ένα προφίλ μείνει σιωπηλό για λίγες ημέρες; Θα μας ξεχάσουν; Θα πέσει η απήχησή μας; Θα χάσουμε followers; Θα μας θεωρήσουν ανενεργούς; Θα πάψει να μας δείχνει ο αλγόριθμος; Ή μήπως έχουμε εσωτερικεύσει τόσο πολύ τη λογική των social media, ώστε πλέον η σιωπή μας να μοιάζει με εξαφάνιση; Κάποτε η απουσία ήταν απλώς απουσία. Σήμερα μοιάζει σχεδόν με πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί. Πρέπει να υπάρχει κάτι καινούργιο, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο. Πρέπει να πεις κάτι, ακόμη κι όταν δεν έχεις κάτι να πεις. Πρέπει να δείξεις ότι ζεις, ακόμη κι όταν εκείνη τη στιγμή απλώς… ζεις.
Κι εδώ αρχίζει μια μεγάλη παρεξήγηση. Γιατί τα social media υποτίθεται ότι δημιουργήθηκαν για να φέρουν τους ανθρώπους πιο κοντά. Να μας επιτρέψουν να επικοινωνούμε, να μοιραζόμαστε σκέψεις, εμπειρίες, εικόνες, στιγμές. Σήμερα, όμως, πολλές φορές λειτουργούν σαν μια τεράστια βιτρίνα. Βλέπουμε ανθρώπους, αλλά δεν τους γνωρίζουμε. Βλέπουμε τη ζωή τους, αλλά όχι απαραίτητα την πραγματικότητά τους. Βλέπουμε χαμόγελα, διακοπές, επιτυχίες, επιχειρηματικές δραστηριότητες, όμορφες στιγμές, αποφθέγματα και προσεκτικά επιλεγμένες εικόνες, αλλά πόσα από αυτά αποτελούν πραγματική έκφραση και πόσα αποτελούν απλώς διαχείριση εικόνας; Πού τελειώνει η αυθεντικότητα και πού αρχίζει το προσωπικό branding;
Ίσως αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του ghost posting. Δεν χρειάζεται πλέον να είσαι πραγματικά διαθέσιμος για να φαίνεσαι διαθέσιμος. Μπορείς να έχεις προγραμματίσει έναν ολόκληρο μήνα περιεχομένου και να μην έχεις μιλήσει με κανέναν από τους ανθρώπους που σε ακολουθούν. Μπορείς να ανεβάζεις καθημερινά φωτογραφίες και να μην απαντάς ποτέ σε ένα σχόλιο. Μπορείς να δημιουργείς την εικόνα μιας συνεχούς δραστηριότητας ενώ στην πραγματικότητα έχεις αποσυρθεί από τον ψηφιακό χώρο. Και τότε τι ακριβώς παρακολουθεί ο follower; Έναν άνθρωπο ή ένα ψηφιακό αποτύπωμα ενός ανθρώπου;
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν μιλάμε για επαγγελματίες, επιχειρήσεις, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες, πολιτικούς, influencers ή ανθρώπους που έχουν συνδέσει την επαγγελματική τους υπόσταση με την ψηφιακή παρουσία. Εκεί η απουσία μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν απαγορευμένη. Υπάρχει η περίφημη φράση «αν δεν είσαι στα social media, δεν υπάρχεις». Ποιος το αποφάσισε αυτό; Και κυρίως, τι σημαίνει «υπάρχω»; Υπάρχω επειδή κάποιος είδε την ανάρτησή μου; Επειδή συγκέντρωσα 5.000 προβολές; Επειδή ένας αλγόριθμος με έβαλε μπροστά σε περισσότερους ανθρώπους; Ή υπάρχω επειδή έχω κάτι να προσφέρω, επειδή δημιουργώ, επειδή εργάζομαι, επειδή επικοινωνώ πραγματικά με ανθρώπους;
Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο περιεχόμενο παράγουμε, τόσο περισσότερο αυξάνεται η αίσθηση ότι τίποτα δεν έχει πραγματικά βάρος. Ένα ακόμη post. Ένα ακόμη story. Ένα ακόμη βίντεο. Μία ακόμη φωτογραφία. Ένα ακόμη «καλημέρα» με έναν καφέ και μια φράση που πιθανότατα έχουν ήδη δει εκατό φορές. Η ποσότητα αυξάνεται και η ουσία συχνά μειώνεται. Και τότε προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα: μήπως έχουμε μπερδέψει τη συχνότητα με την αξία; Μήπως πιστεύουμε ότι επειδή κάποιος δημοσιεύει κάθε μέρα, έχει περισσότερα να πει από εκείνον που εμφανίζεται μία φορά την εβδομάδα ή μία φορά τον μήνα;
Δεν είμαι καθόλου βέβαιη ότι ισχύει αυτό.
Μερικές φορές ο άνθρωπος που σωπαίνει έχει πολύ περισσότερα να πει από εκείνον που μιλάει ασταμάτητα. Μερικές φορές μια απουσία είναι πιο ειλικρινής από δέκα προγραμματισμένες αναρτήσεις. Μερικές φορές το να μη φωτογραφίσεις κάτι σημαίνει ότι το έζησες πραγματικά. Και ίσως έχουμε ξεχάσει αυτή την απλή διαφορά: άλλο μοιράζομαι τη ζωή μου και άλλο κατασκευάζω μια ζωή για να τη μοιράσω.
Δεν είναι όμως όλα τόσο απλά. Το ghost posting μπορεί να είναι και αποτέλεσμα εξάντλησης. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι η διαρκής ψηφιακή παρουσία κουράζει. Κάποια στιγμή ο άνθρωπος βαριέται να απαντά, κουράζεται να εξηγεί, κουράζεται να φωτογραφίζει, κουράζεται να σκέφτεται τι θα αρέσει, τι θα σχολιαστεί, τι θα «πιάσει» ο αλγόριθμος. Κουράζεται ακόμη και από την ανάγκη να είναι διαρκώς ευχάριστος, ενδιαφέρων, όμορφος, δημιουργικός, επιτυχημένος. Και τότε μπορεί να επιλέξει να αφήσει το προφίλ του να συνεχίσει να κινείται χωρίς να βρίσκεται ο ίδιος πίσω από κάθε κίνηση. Είναι άραγε αυτό απάθεια; Ή μήπως είναι ένας τρόπος να πάρει κάποιος απόσταση από έναν ψηφιακό κόσμο που απαιτεί διαρκώς περισσότερα;
Και υπάρχει και μια άλλη πλευρά που με προβληματίζει περισσότερο. Πόσο εύκολο είναι να χειραγωγηθεί η εικόνα ενός ανθρώπου όταν η ψηφιακή του παρουσία μπορεί να συνεχίζεται χωρίς τον ίδιο; Ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει, να ωριμάσει, να περάσει μια δύσκολη περίοδο, να αναθεωρήσει απόψεις, να αλλάξει προτεραιότητες, να απομακρυνθεί από πράγματα που κάποτε τον εξέφραζαν. Το προφίλ του όμως μπορεί να συνεχίζει να παρουσιάζει μια παλιότερη εκδοχή του. Μια προγραμματισμένη εικόνα. Μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται πλέον στον άνθρωπο που υπάρχει πίσω από αυτήν. Ποιον γνωρίζουμε τότε; Τον σημερινό άνθρωπο ή τον άνθρωπο που κάποτε αποφάσισε να παρουσιάσει;
Και κάπου εδώ φτάνουμε στην ουσία της συζήτησης. Τι θέλουμε πραγματικά από τα social media; Θέλουμε επικοινωνία ή επιβεβαίωση; Θέλουμε να μιλήσουμε ή να μας δουν; Θέλουμε να μοιραστούμε ή να εντυπωσιάσουμε; Θέλουμε να δημιουργήσουμε σχέση ή απλώς να αυξήσουμε την απήχησή μας; Και αν η απάντηση είναι λίγο απ’ όλα, τότε πόσο από αυτό που βλέπουμε καθημερινά είναι αυθόρμητο και πόσο αποτέλεσμα μιας στρατηγικής;
Δεν θεωρώ ότι πρέπει να δαιμονοποιήσουμε το ghost posting. Ούτε ότι το προγραμματισμένο περιεχόμενο είναι κάτι κακό. Για έναν επαγγελματία των media, για μια επιχείρηση ή για έναν οργανισμό, η σωστή διαχείριση των social media απαιτεί σχεδιασμό, συνέπεια και στρατηγική. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο εργαλείο. Βρίσκεται στη στιγμή που το εργαλείο αρχίζει να αντικαθιστά την ανθρώπινη παρουσία. Όταν δηλαδή το post γίνεται σημαντικότερο από την επικοινωνία, η εικόνα σημαντικότερη από την ουσία και η συχνότητα σημαντικότερη από το περιεχόμενο.
Ίσως, τελικά, χρειαζόμαστε και λίγη ψηφιακή σιωπή. Να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να μην ανεβάσουν τίποτα. Να μην αισθανθούμε ενοχές επειδή δεν ενημερώσαμε τον κόσμο για το πού βρισκόμαστε. Να μη θεωρήσουμε ότι κάθε όμορφη στιγμή χρειάζεται φωτογραφία και κάθε σκέψη χρειάζεται δημοσίευση. Να μπορούμε να πιούμε έναν καφέ χωρίς να τον φωτογραφίσουμε, να ταξιδέψουμε χωρίς να ανεβάσουμε story, να συναντήσουμε έναν άνθρωπο χωρίς να το κάνουμε περιεχόμενο, να περάσουμε μια δύσκολη μέρα χωρίς να εξηγήσουμε σε κανέναν τι μας συνέβη.
Γιατί υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να μετρήσει κανένας αλγόριθμος: η πραγματική παρουσία.
Δεν έχει likes. Δεν έχει views. Δεν έχει reach. Δεν εμφανίζεται στα analytics. Δεν μπορεί να προγραμματιστεί από ένα content calendar. Είναι η στιγμή που κάποιος κάθεται απέναντί σου και σε ακούει. Είναι το τηλεφώνημα που γίνεται χωρίς λόγο. Είναι η συζήτηση που κρατάει ώρες. Είναι το βλέμμα που δεν χρειάζεται λεζάντα. Είναι η ζωή που συμβαίνει ενώ το κινητό βρίσκεται στην τσέπη.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της εποχής των social media. Έχουμε βρει τον τρόπο να μην εξαφανιζόμαστε ποτέ ψηφιακά, αλλά δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να είμαστε πραγματικά παρόντες. Μπορούμε να δημιουργήσουμε την τέλεια εικόνα της ζωής μας, αλλά όχι απαραίτητα την ίδια τη ζωή. Μπορούμε να αφήσουμε πίσω μας χιλιάδες αναρτήσεις, αλλά πόσες πραγματικές στιγμές θα αφήσουμε πίσω μας στους ανθρώπους;
Γι’ αυτό και το ghost posting μου δημιουργεί τελικά ένα ερώτημα πολύ μεγαλύτερο από το ίδιο το social media trend: μήπως έχουμε γίνει τόσο φοβισμένοι απέναντι στην απουσία, ώστε προτιμάμε να φαίνεται ότι υπάρχουμε παρά να επιτρέψουμε στον εαυτό μας απλώς να υπάρξει;
Ίσως δεν χρειάζεται να είμαστε παντού.
Ίσως δεν χρειάζεται να μας βλέπουν όλοι.
Ίσως δεν χρειάζεται κάθε μέρα να αφήνουμε ένα ψηφιακό ίχνος για να αποδείξουμε ότι περάσαμε από κάπου.
Και ίσως, μέσα σε έναν κόσμο που μας ζητά συνεχώς να postάρουμε, η πιο αληθινή μορφή παρουσίας να είναι μερικές φορές η σιωπή.
Να κλείσεις την οθόνη.
Να σηκώσεις το βλέμμα.
Και να είσαι εκεί.
Χ.Θ