Η ελληνική οικονομία ξεκίνησε το 2026 με υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, καθώς τα στοιχεία για τον Ιανουάριο δείχνουν ότι το υπερπλεόνασμα ανήλθε σε 3,5 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά 108 εκατ. ευρώ. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει τη συνεχιζόμενη πολιτική της κυβέρνησης για διατήρηση μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων, με στόχο τη δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά και με την αμφιλεγόμενη επίδραση στην οικονομική ρευστότητα πολιτών και επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, τα καθαρά έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού για τον Ιανουάριο ανήλθαν σε 6,13 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 33 εκατ. ευρώ ή 0,5% σε σύγκριση με τον στόχο που είχε τεθεί στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2026. Σημαντικό μέρος των εσόδων προήλθε από συναλλαγές που αφορούσαν τη Σύμβαση Παραχώρησης Υπηρεσιών για τη χρηματοδότηση, λειτουργία, συντήρηση και εκμετάλλευση του αυτοκινητόδρομου της Εγνατίας Οδού και των τριών κάθετων οδικών αξόνων της για 35 χρόνια, όπως κυρώθηκε με τον ν. 5260/2025.
Στο πλαίσιο αυτό, ποσό 306 εκατ. ευρώ που αφορούσε τον ΦΠΑ 24% επί του τιμήματος της συναλλαγής αποδόθηκε από τον παραχωρησιούχο στο Δημόσιο και καταγράφηκε στην κατηγορία «Φόροι», συνοδευόμενο από ισόποση επιστροφή φόρου. Το ίδιο ποσό των 306 εκατ. ευρώ αποδόθηκε εκ νέου και καταγράφηκε στην κατηγορία «Πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών», διασφαλίζοντας την ορθή καταγραφή και διαχείριση των εσόδων.
Αντιθέτως, οι δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού για τον Ιανουάριο ανήλθαν σε 3,85 δισ. ευρώ, εμφανίζοντας μείωση κατά 1,71 δισ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο των 5,56 δισ. ευρώ, που είχε συμπεριληφθεί στην εισηγητική έκθεση. Η μείωση αυτή σχετίζεται κυρίως με τον ετεροχρονισμό των μεταβιβάσεων σε ΟΚΑ, καθώς και με τη συγκράτηση των κρατικών δαπανών, ενώ σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025 καταγράφεται μείωση κατά 1,38 δισ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί την ισχυρή εκκίνηση του 2026 για τον Προϋπολογισμό, με τα φορολογικά έσοδα να υπερβαίνουν τον στόχο κατά 71 εκατ. ευρώ και τα πρωτογενή πλεονάσματα να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, η πολιτική αυτή εγείρει ερωτήματα για τις επιπτώσεις της στην οικονομική ρευστότητα των πολιτών και των επιχειρήσεων, καθώς η διατήρηση υπερβολικά υψηλών πλεονασμάτων μπορεί να περιορίζει την κατανάλωση και τις επενδύσεις στην οικονομία.
Η κυβέρνηση, όπως φαίνεται από τα στοιχεία του Ιανουαρίου, συνεχίζει την πολιτική της δημοσιονομικής συγκράτησης, εστιάζοντας στη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών και στη συμμόρφωση με τους στόχους που έχουν τεθεί για τη δημοσιονομική πειθαρχία. Ταυτόχρονα, οι μεταβιβάσεις εσόδων από μεγάλες συμβάσεις παραχώρησης, όπως αυτή της Εγνατίας Οδού, δείχνουν τη σημασία της αξιοποίησης μεγάλων έργων υποδομής για την ενίσχυση των κρατικών εσόδων.
Συνολικά, τα δεδομένα του Ιανουαρίου 2026 αναδεικνύουν την ισχυρή υπέρβαση έναντι των στόχων, με τα φορολογικά έσοδα και το πρωτογενές πλεόνασμα να υπερκαλύπτουν τις προβλέψεις, ενώ οι δαπάνες παραμένουν χαμηλότερα από τον στόχο, δημιουργώντας ένα δημοσιονομικό περιθώριο για την υπόλοιπη χρονιά. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η πολιτική αυτή μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να επηρεάζει την καθημερινή οικονομική ζωή πολιτών και επιχειρήσεων.