Ήταν πρωί, μιας κρύας χειμωνιάτικης μέρας. Ο περιπτεράς στην λεωφόρο Σουνίου, στην είσοδο της Αναβύσσου, κοίταξε προς τον δρόμο, όταν άκουσε βήματα και είδε να πλησιάζουν μια νέα γυναίκα με δυο μικρά παιδιά.
Ολα έγιναν το μεσημέρι της 14η Ιανουαρίου του 1979 ,ημέρα Κυριακή. Το Λιμεναρχείο Λαυρίου δέχεται ένα τρομερό τηλεφώνημα. Σε μία ακτή κοντά στην Ανάβυσσο Αττικής, η θάλασσα είχε ξεβράσει μία νέα γυναίκα η οποία ήταν σφιχτά αγκαλιασμένη με ένα κòριτσάκι.
Μερικές ώρες αργότερα οι βατραχάνθρωποι, εντόπισαν το άψυχο σώμα κι ενός μικρού αγ@ριού. Η γυναίκα φορούσε την βέρα με το όνομα του συζύγου της και την ημερομηνία του γάμου τους. Έτσι οι αρχές δεν άργησαν να μάθουν την ταυτότητά της.
Οι αστυνομικοί λοιπόν εντόπισαν το σπίτι του άντρα της το οποίο βρισκόταν στο κέντρο της Αθήνας και το ίδιο βράδυ του χτύπησαν την πόρτα. Εκείνη την στιγμή ο 32χρονος άντρας ήταν αναστατωμένος. Η γυναίκα και τα παιδιά του έλειπαν από το πρωί κι εκείνος ήταν έτοιμος να δηλώσει την εξαφάνισή τους στις Αρχές.
Ο 32χρονος Ν.Χ. δεν τους είδε ποτέ να φεύγουν καθώς το προηγούμενο βράδυ το ζευγάρι είχε τσακωθεί άσχημα κι εκείνος προτίμησε να κοιμηθεί στο αμάξι του. Όταν το πρωί δεν βρήκε κανέναν ο 32χρονος δεν ανησύχησε διότι η γυναίκα του συνήθιζε τις Κυριακές να επισκέπτεται τους παππούδες, μέχρι το απόγευμα.
Αυτή την Κυριακή όμως η 28χρονη δεν επισκέφθηκε ποτέ τους παππούδες. Είχε φτάσει στις ακτές του Σαρωνικού, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Ανάβυσσο. Ο τελευταίος μάρτυρας που την είδε ζωντανή ήταν ένας άντρας που διατηρούσε περίπτερο κοντά στην οδό Σουνίου.
Η μητέρα σταμάτησε για να πάρει σνακ και ζαχαρωτά στα παιδιά και στην συνέχεια κατευθύνθηκε προς την θάλασσα.
