Στέλλα Κυβέλου*
Η Ελλάδα αρέσκεται στο να αυτοπροσδιορίζεται ως «ναυτική δύναμη». Η θάλασσα διαπερνά την ιστορία, την οικονομία και τα συλλογικά φαντασιακά της χώρας. Όμως, πέραν των διακηρύξεων, παραμένει ένα καίριο ερώτημα: αποτελεί σήμερα η θαλάσσια ταυτότητα μοχλό για τη γαλάζια οικονομία ή πρόκειται για ένα ακόμη εθνικό αφήγημα χωρίς στρατηγικό αντίκρισμα;
Η έννοια της «γαλάζιας οικονομίας» έχει αναχθεί τα τελευταία χρόνια σε κεντρικό άξονα των ευρωπαϊκών πολιτικών. Από τις υπεράκτιες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μέχρι τη θαλάσσια βιοτεχνολογία, τον βιώσιμο τουρισμό, τις καινοτόμες υδατοκαλλιέργειες, οι θάλασσες αντιμετωπίζονται ως νέα σύνορα ανάπτυξης. Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτή δεν είναι ουδέτερη. Συγκρούεται με υφιστάμενες παραδοσιακές χρήσεις, όπως η αλιεία, επηρεάζει τοπικές κοινωνίες και απαιτεί δύσκολες επιλογές κατανομής χώρου και πόρων.
Εδώ ακριβώς εισέρχεται η «θαλάσσια ταυτότητα». Όχι ως ρομαντική επίκληση της ναυτοσύνης, αλλά ως εργαλείο πολιτικής. Μια ζωντανή ταυτότητα, που ενσωματώνει πρακτικές, μνήμες και οικονομικές δραστηριότητες, μπορεί να προσδώσει νομιμοποίηση στις αναπτυξιακές παρεμβάσεις. Μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ κεντρικού σχεδιασμού και τοπικών κοινωνιών. Και μπορεί, κυρίως, να διαφοροποιήσει το αναπτυξιακό μοντέλο μιας χώρας σε ένα ολοένα και πιο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.
Στην ελληνική περίπτωση, η θαλάσσια ταυτότητα φαίνεται να εξαντλείται συχνά σε συμβολικό επίπεδο. Επικαλούμαστε τη ναυτική μας παράδοση, αλλά αδυνατούμε να τη μεταφράσουμε σε συνεκτική πολιτική. Διαφημίζουμε τη νησιωτικότητα, αλλά δεν την ενσωματώνουμε ουσιαστικά στον αναπτυξιακό σχεδιασμό, τουλάχιστον στην πράξη. Επικαλούμαστε επί παραδείγματι τις απαραίτητες διασυνδέσεις μεταξύ συμπλεγμάτων νησιών, χωρίς ωστόσο να τις ολοκληρώνουμε κάτω από μια λειτουργική αντίληψη που να ξεπερνά τα διοικητικά όρια. Προβάλλουμε τον θαλάσσιο τουρισμό, αλλά αγνοούμε την ανάγκη προστασίας και ανάδειξης του ίδιου του θαλάσσιου χώρου και του θαλάσσιου οικοσυστήματος. Υπερτονίζουμε τις θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές χωρίς να τις εντάσσουμε σε ένα συνολικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό ώστε να εξισορροπηθεί η προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας με την οικονομική δραστηριοποίηση των θαλάσσιων βιομηχανιών.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη δυσαρμονία: η θάλασσα είναι μεν παρούσα στον δημόσιο λόγο, αλλά σχεδόν απούσα από τον σοβαρό, συνεκτικό και μακροπρόθεσμο εθνικό σχεδιασμό.
Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της αντίφασης είναι η χρόνια καθυστέρηση στον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό. Η Ελλάδα και η Κροατία είναι οι μόνες Ευρωπαϊκές χώρες που δεν έχουν εκπονήσει ακόμα ολοκληρωμένα θαλάσσια χωροταξικά σχέδια. Σε μια χώρα όπου ο θαλάσσιος χώρος είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο κρίσιμος από τον χερσαίο, και που χερσαίος και θαλάσσιος χώρος αποτελούν «αδιαίρετο όλον», η απουσία ολοκληρωμένων θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων δεν αποτελεί απλώς μία τεχνική υστέρηση. Φαίνεται να αποτελεί μια πολιτική επιλογή, με δυσανάγνωστη αιτιολόγηση. Και φυσικά έχει συνέπειες: αυθαίρετες χωροθετήσεις σημαντικών χρήσεων χωρίς μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τις απαραίτητες διαβουλεύσεις, επικαλύψεις χρήσεων, συγκρούσεις συμφερόντων, περιβαλλοντική υποβάθμιση και, τελικά, απώλεια αναπτυξιακών ευκαιριών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η θαλάσσια ταυτότητα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο. Όχι μόνο ως επικοινωνιακό εργαλείο, αλλά ως βάση για τη χάραξη μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης πολιτικής. Η ενσωμάτωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και ιδιαίτερα της ενάλιας, η ενίσχυση των τοπικών οικονομιών, η επένδυση στη θαλάσσια γνώση και καινοτομία, μπορούν να δημιουργήσουν ένα πιο ανθεκτικό και διαφοροποιημένο μοντέλο γαλάζιας ανάπτυξης. Αντ’αυτού, η συζήτηση παραμένει αποσπασματική. Οι πολιτικές σχεδιάζονται κατά οικονομικό τομέα, χωρίς ουσιαστική διασύνδεση. Η θάλασσα αντιμετωπίζεται άλλοτε ως ενεργειακό πεδίο ( βλ. έρευνες για εξορύξεις υδρογονανθράκων ), άλλοτε ως τουριστικός πόρος, άλλοτε ως περιβαλλοντικό ζήτημα (βλ.θαλάσσια πάρκα) – σπάνια, όμως, ως ενιαίο σύστημα. Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο διακύβευμα: χωρίς μια συνεκτική προσέγγιση, η γαλάζια οικονομία κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια νέα μορφή άναρχης εκμετάλλευσης, αντί για ένα πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης και ανθεκτικότητας.
Ο θαλάσσιος χώρος κινδυνεύει να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά του χερσαίου με τις γνωστές παθογένειες και αυθαιρεσίες. Η θαλάσσια ταυτότητα μπορεί ασφαλώς να αποτελέσει μοχλό για δράση. Αλλά μόνο υπό έναν όρο: να συνειδητοποιηθεί ότι πρέπει να γίνει εργαλείο. Να μεταφραστεί σε θεσμούς, σε σχεδιασμό, σε επενδύσεις, σε εκπαίδευση, ιδιαίτερα της νέας γενιάς. Να αποκτήσει, με άλλα λόγια, ουσιαστικό υπόβαθρο. Διαφορετικά, θα παραμείνει αυτό που ήδη μοιάζει να είναι: ένα γοητευτικό αφήγημα το οποίο καλύπτει την ελλιπή παραγωγή ή την συνολική απουσία ολοκληρωμένης θαλάσσιας στρατηγικής. Σε μια εποχή, όμως, κατά την οποία οι θάλασσες μετατρέπονται σε πεδία έντονου οικονομικού και γεωπολιτικού ανταγωνισμού, δεν υφίσταται η πολυτέλεια τέτοιων αφηγήσεων χωρίς περιεχόμενο, παρά μόνο άμεσες και μετρήσιμες παρεμβάσεις, όπως για παράδειγμα :
1. Εθνικό πρόγραμμα γαλάζιων δεξιοτήτων : Συστηματική χαρτογράφηση αναγκών και δημιουργία στοχευμένων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, συνδεδεμένων με τη ναυτιλία, την ενέργεια, το περιβάλλον και την πολιτιστική κληρονομιά. Όχι γενικές κατευθύνσεις, αλλά συγκεκριμένα επαγγελματικά μονοπάτια.
2. Περιφερειακές «γαλάζιες συστάδες (clusters)» σε νησιά και παράκτιες περιοχές Σύνδεση πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και τοπικών οικονομιών, ώστε οι ίδιες οι περιοχές με ισχυρή θαλάσσια ταυτότητα να μετατραπούν σε κόμβους εξειδίκευσης και καινοτομίας, και όχι απλώς σε τουριστικούς προορισμούς.
3. Υποχρεωτική σύνδεση θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού με την αγορά εργασίας. Κάθε σχεδιασμός για τη θάλασσα από την ενέργεια μέχρι την προστασία, να συνοδεύεται από πρόβλεψη για τις απαιτούμενες δεξιότητες και τα επαγγέλματα που δημιουργεί. Χωρίς αυτό, ο σχεδιασμός παραμένει κενός.
*Η Στέλλα Κυβέλου είναι Καθηγήτρια Στρατηγικής χωροταξίας και βιώσιμης ανάπτυξης (Πάντειο Παν/μιο), εμπειρογνώμων της ΕΕ για την θαλάσσια χωροταξία στην λεκάνη της Ανατ.Μεσογείου και σύμβουλος της ΕΟΚΕ για τις πολιτικές στα ευρωπαϊκά νησιά.

