Η Βουλή ήρε με ευρεία πλειοψηφία την ασυλία του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας και πρώην Ευρωπαίου Επιτρόπου Δημήτρη Αβραμόπουλου, ανοίγοντας τον δρόμο για τη συνέχιση της βελγικής έρευνας για το Qatargate. Μια υπόθεση που, παρά τις διαβεβαιώσεις ότι είχε κλείσει, επιστρέφει με τρόπο που δύσκολα μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί ως μια παλιά και ξεχασμένη ιστορία.

Με 264 ψήφους υπέρ, η Ολομέλεια της Βουλής αποφάσισε στις 17 Σεπτεμβρίου την άρση της βουλευτικής ασυλίας του Δημήτρη Αβραμόπουλου, έπειτα από το αίτημα που συνδέεται με την έρευνα των βελγικών δικαστικών αρχών για το Qatargate.

Ο ίδιος ο βουλευτής της ΝΔ είχε ζητήσει να αρθεί η ασυλία του, δηλώνοντας ότι επιθυμεί να συνεργαστεί πλήρως με τις αρμόδιες αρχές και ότι προτίθεται να παρουσιαστεί οικειοθελώς ενώπιον της βελγικής Δικαιοσύνης. Παράλληλα, απορρίπτει κατηγορηματικά οποιαδήποτε σύνδεσή του με παράνομες πράξεις ή με προσπάθεια άσκησης παράνομης επιρροής υπέρ του Κατάρ.

Εδώ, ωστόσο, βρίσκεται και το πολιτικά ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης.

Όταν τον Ιούνιο έγινε γνωστό ότι οι βελγικές αρχές είχαν εκδώσει ένταλμα σε βάρος του, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος υποστήριξε ότι το ζήτημα είχε «κλείσει» εδώ και τρία χρόνια και ότι η σχέση του με τη ΜΚΟ Fight Impunity ήταν απολύτως νόμιμη, δηλωμένη και εγκεκριμένη από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα.

Τρεις μήνες αργότερα, όμως, η Βουλή καλείται να άρει την ασυλία του προκειμένου η δικαστική διαδικασία να συνεχιστεί.

Και αυτή η εξέλιξη δεν αποδεικνύει ασφαλώς ενοχή. Αποδεικνύει όμως κάτι πολύ πιο απλό: ότι, για τις βελγικές αρχές, η υπόθεση δεν θεωρείται τελειωμένη.

Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η σχέση του Δημήτρη Αβραμόπουλου με τη Fight Impunity, τη μη κυβερνητική οργάνωση που είχε ιδρύσει ο πρώην Ιταλός ευρωβουλευτής Αντόνιο Παντσέρι, ένα από τα κεντρικά πρόσωπα του Qatargate.

Ο Αβραμόπουλος είχε συμμετάσχει στην τιμητική επιτροπή της οργάνωσης και έχει δηλώσει ότι λάμβανε 5.000 ευρώ μεικτά τον μήνα επί έναν χρόνο, από τον Φεβρουάριο του 2021 έως τον Φεβρουάριο του 2022.

Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, η συνεργασία είχε εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η αμοιβή είχε δηλωθεί και φορολογηθεί κανονικά στην Ελλάδα και ο ίδιος δεν είχε εκτελεστικές ή διαχειριστικές αρμοδιότητες στη Fight Impunity.

Αυτά είναι σημαντικά στοιχεία υπεράσπισης.

Δεν είναι όμως και δικαστική απόφαση που κλείνει την υπόθεση.

Η άδεια για μια επαγγελματική δραστηριότητα και η φορολογική δήλωση μιας αμοιβής απαντούν στο ερώτημα εάν η συγκεκριμένη σχέση είχε δηλωθεί. Δεν απαντούν από μόνες τους σε κάθε ερώτημα που μπορεί να θέτουν μεταγενέστερα οι ανακριτικές αρχές για τη λειτουργία μιας οργάνωσης και τις δραστηριότητες προσώπων που συνδέονταν μαζί της.

Οι βελγικές αρχές επιμένουν

Σύμφωνα με το Reuters, το ένταλμα που εκδόθηκε τον Ιούνιο συνδέεται με καταγγελλόμενα αδικήματα συμμετοχής σε εγκληματική ομάδα, δημόσιας διαφθοράς και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος αρνείται στο σύνολό τους τις κατηγορίες και μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καταδικαστική απόφαση εις βάρος του.

Άλλα δημοσιεύματα που επικαλούνται στοιχεία του βελγικού φακέλου αναφέρουν οικονομικό όφελος περίπου 73.000 ευρώ, στοιχείο που επίσης ο ίδιος αμφισβητεί ως βάση για οποιαδήποτε κατηγορία παράνομης συναλλαγής.

Αυτό ακριβώς είναι πλέον το πεδίο της δικαστικής διερεύνησης.

Και μετά την απόφαση της ελληνικής Βουλής, το θεσμικό εμπόδιο της βουλευτικής ασυλίας έχει φύγει από τη μέση.

Η πολιτική διάσταση για τη Νέα Δημοκρατία

Η υπόθεση έχει αναπόφευκτα και πολιτική διάσταση.

Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος δεν είναι ένα περιφερειακό κομματικό στέλεχος. Είναι εν ενεργεία βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, πρώην υπουργός, πρώην δήμαρχος Αθηναίων και πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος.

Γι’ αυτό και η εμπλοκή του ονόματός του σε μια από τις μεγαλύτερες έρευνες διαφθοράς που έχουν απασχολήσει τους ευρωπαϊκούς θεσμούς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως «προσωπική υπόθεση».

Δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση ή η Νέα Δημοκρατία έχουν ευθύνη για πράξεις που ερευνώνται και φέρονται να αφορούν διαφορετική περίοδο. Σημαίνει όμως ότι η υπόθεση αφορά ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα στελέχη της κυβερνητικής παράταξης και, κατά συνέπεια, οι πολιτικές εξηγήσεις δεν μπορεί να εξαντλούνται στο «ας αποφανθεί η Δικαιοσύνη».

Η Δικαιοσύνη ασφαλώς πρέπει να αποφανθεί.

Η πολιτική, όμως, οφείλει παράλληλα να απαντήσει στα δικά της ερωτήματα.

Πώς βρέθηκε ένας πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος να αμείβεται από έναν οργανισμό που αργότερα βρέθηκε στον πυρήνα του Qatargate; Ποια ακριβώς ήταν η εργασία που αντιστοιχούσε στην αμοιβή των 5.000 ευρώ τον μήνα; Και γιατί μια υπόθεση που παρουσιαζόταν ως οριστικά λήξασα έφτασε, το 2026, μέχρι την έκδοση εντάλματος από τις βελγικές αρχές και την άρση της ασυλίας του από την ελληνική Βουλή;

Τα ερωτήματα αυτά δεν προδικάζουν την απάντηση της Δικαιοσύνης.

Απαιτούν όμως απαντήσεις.

Και από χθες, μετά την άρση της ασυλίας, η εποχή των γενικών διαβεβαιώσεων τελείωσε. Η υπόθεση περνά ξανά εκεί όπου θα κριθούν οι πραγματικοί ισχυρισμοί και τα πραγματικά στοιχεία: ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών.