Η πολιτεία του Κουίνσλαντ στην Αυστραλία υιοθέτησε έναν από τους αυστηρότερους νόμους για την αντιμετώπιση της νεανικής εγκληματικότητας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ειδικούς για τα δικαιώματα των παιδιών. Με τη νέα νομοθεσία, παιδιά από την ηλικία των 10 ετών που διαπράττουν συγκεκριμένα σοβαρά αδικήματα μπορούν να αντιμετωπίζονται με τις ίδιες ποινές που προβλέπονται για τους ενήλικες.
Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε από το κοινοβούλιο του Κουίνσλαντ και καταργεί στην πράξη την αρχή σύμφωνα με την οποία η φυλάκιση θα πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέσο για τον σωφρονισμό ανηλίκων. Η νέα ρύθμιση αφορά παιδιά ηλικίας από 10 ετών που κατηγορούνται για ένα από 13 σοβαρά αδικήματα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η επικίνδυνη οδήγηση και ο φόνος.
Η κυβέρνηση του Κουίνσλαντ υποστηρίζει ότι η αυστηροποίηση της νομοθεσίας αποτελεί αναγκαία απάντηση στην αυξημένη νεανική εγκληματικότητα και έχει ως στόχο την αποκατάσταση της ασφάλειας στις τοπικές κοινωνίες. Ο συντηρητικός πρωθυπουργός της πολιτείας, Ντέιβιντ Κρισαφούλι, χαρακτήρισε τη νέα νομοθεσία «πρώτη απάντηση στην κρίση της νεανικής εγκληματικότητας», υποστηρίζοντας ότι απαιτούνται πιο αυστηρά μέτρα.
Ωστόσο, ακόμη και η ίδια η κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η νομοθεσία παρουσιάζει σοβαρά ζητήματα σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε σχετική τοποθέτηση επισημάνθηκε ότι οι νέες διατάξεις είναι «ασύμβατες» με τα ανθρώπινα δικαιώματα και ενδέχεται να έχουν ιδιαίτερα σοβαρές επιπτώσεις για τα παιδιά των Αβορίγινων.
Το νομοσχέδιο υποστηρίχθηκε και από τους Εργατικούς βουλευτές της αντιπολίτευσης, γεγονός που προσέδωσε ευρύτερη πολιτική στήριξη στη συγκεκριμένη επιλογή. Η κυβέρνηση επικαλέστηκε την εξαιρετικά υψηλή εγκληματικότητα προκειμένου να δικαιολογήσει την ανάγκη για αυστηρότερο πλαίσιο αντιμετώπισης των ανήλικων παραβατών.
Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των παιδιών ηλικίας 10 έως 17 ετών που διέπραξαν κάποιο αδίκημα στο Κουίνσλαντ αυξήθηκε κατά 6% από τον Ιούνιο του 2022 έως τον Ιούνιο του 2023. Η εξέλιξη αυτή χρησιμοποιήθηκε από τις αρχές ως ένα από τα επιχειρήματα για την αλλαγή της νομοθεσίας.
Οι οργανώσεις προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αντέδρασαν έντονα, εκφράζοντας φόβους ότι η εφαρμογή των νέων διατάξεων θα οδηγήσει περισσότερα παιδιά σε καθεστώς κράτησης, είτε σε ειδικά επιτηρούμενες δομές είτε σε φυλακές ανηλίκων. Παράλληλα, προειδοποίησαν ότι οι συνέπειες ενδέχεται να είναι δυσανάλογες για τα παιδιά των Αβορίγινων, οι οποίοι ήδη εκπροσωπούνται σε υψηλότερο ποσοστό στον πληθυσμό των κρατουμένων της Αυστραλίας.
Το Ανεξάρτητο Νομικό Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Αυστραλίας υπογράμμισε ότι οι αυστηρότερες ποινές δεν αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα αίτια της νεανικής εγκληματικότητας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, σύμφωνα με την οργάνωση, τα ψυχολογικά τραύματα, η φτώχεια, ο συστημικός ρατσισμός και η ανεπαρκής πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης.
Έντονη ήταν και η αντίδραση της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Παιδιού του ΟΗΕ. Η πρόεδρός της, Αν Σκέλτον, εξέφρασε την «κατάπληξή» της για την υιοθέτηση του νόμου και υποστήριξε ότι οι λεγόμενες εξαιρετικές περιστάσεις δεν μπορούν να δικαιολογήσουν παραβιάσεις των δικαιωμάτων των παιδιών. Παράλληλα, αμφισβήτησε ότι η αυστηροποίηση των ποινών θα καταστήσει το Κουίνσλαντ ασφαλέστερο.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε επίσης το γεγονός ότι ο ίδιος ο γενικός εισαγγελέας της πολιτείας αναγνώρισε πως οι αυστηρότερες ποινές που προβλέπονται από τη νομοθεσία παραβιάζουν σειρά διατάξεων του διεθνούς δικαίου. Σε γνωμοδότησή του προς τους βουλευτές, ωστόσο, εκτίμησε ότι η «εξαιρετική κατάσταση» που έχει δημιουργηθεί λόγω της νεανικής εγκληματικότητας επιτρέπει να παρακαμφθεί ο αυστραλιανός νόμος του 2019 περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η νέα νομοθεσία ανοίγει έτσι μία έντονη συζήτηση στην Αυστραλία σχετικά με τα όρια της ποινικής αντιμετώπισης των ανηλίκων και το κατά πόσο η αυστηροποίηση των ποινών μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά στην πρόληψη της εγκληματικότητας. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται πλέον το ερώτημα αν η τιμωρία παιδιών με ποινές αντίστοιχες εκείνων των ενηλίκων μπορεί πράγματι να ενισχύσει την ασφάλεια ή αν δημιουργεί νέους κινδύνους για τα δικαιώματα και το μέλλον των ανηλίκων.
