Σημαντική αναστάτωση προκάλεσε η σύλληψη ενός 60χρονου καθηγητή αρχαιολογίας στην Αθήνα, στο πλαίσιο μεγάλης επιχείρησης της Europol κατά της αρχαιοκαπηλίας. Η υπόθεση αφορά ένα εκ των μεγαλύτερων κυκλωμάτων που δραστηριοποιούνται κυρίως στη Βουλγαρία, αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Ο καθηγητής, με σημαντικό βιογραφικό στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, συνελήφθη μετά από διεθνή εντολή έρευνας των εισαγγελικών Αρχών της Βουλγαρίας για παράνομη διακίνηση αντικειμένων πολιτιστικής κληρονομιάς, περιλαμβανομένων αρχαιοτήτων και έργων τέχνης.
Σύμφωνα με την ενημέρωση της ΕΛΑΣ, «από τις βουλγαρικές Αρχές διενεργείται προκαταρκτική εξέταση για τη διακρίβωση τέλεσης των ανωτέρων πράξεων, στο πλαίσιο της οποίας ζητείται η διενέργεια ερευνών σε τέσσερις Έλληνες για την πιθανή εμπλοκή τους στην εγκληματική οργάνωση».
Η σύλληψη και οι έρευνες στην Ελλάδα
Η σύλληψη πραγματοποιήθηκε το πρωί της περασμένης Τετάρτης από στελέχη της Υποδιεύθυνσης Καταπολέμησης Διακίνησης και Εμπορίας Ανθρώπων και Αγαθών, της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Στο πλαίσιο ερευνών στο σπίτι του καθηγητή κατασχέθηκαν συνολικά 474 αντικείμενα, κυρίως όστρακα και ειδώλια, ενώ βρέθηκαν επίσης αρχαία νομίσματα, ξύλινη εικόνα του Αγίου Αντωνίου, κινητά τηλέφωνα, ψηφιακά μέσα αποθήκευσης, φορητοί υπολογιστές, σκληροί δίσκοι, τραπεζικά έγγραφα, φωτογραφίες αρχαίων αντικειμένων, βιβλία για δημοπρασίες αρχαιοτήτων και χρηματικό ποσό 3.200 ευρώ.
Οι έρευνες εκτελέστηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων η Αθήνα, η Σαρωνίδα, η Μαλεσίνα και η Χαλκιδική. Σε συνδυασμό με τις ενέργειες της Europol και των βουλγαρικών Αρχών, η ελληνική αστυνομία απέτρεψε ενδεχόμενη παράνομη διακίνηση σημαντικού αριθμού αντικειμένων πολιτιστικής κληρονομιάς.
Σύνδεση με βουλγαρικό κύκλωμα
Ο 60χρονος καθηγητής δήλωσε ότι είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με έναν 69χρονο Βούλγαρο συλλέκτη, γνωστό με το προσωνύμιο «Κρανίο», ο οποίος δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην αγορά τυχερών παιχνιδιών και διαθέτει μεγάλη ιδιωτική συλλογή αρχαιοτήτων. Ο Βούλγαρος πρώην συνεργάτης φέρεται επίσης ως ιδρυτής ΜΚΟ για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Έρευνα πραγματοποιήθηκε και στο σπίτι του Βούλγαρου στη Χανιώτη Χαλκιδικής, χωρίς να βρεθούν στοιχεία που να οδηγούν σε σύλληψη. Συνολικά, οι ελληνικές έρευνες αφορούσαν πέντε πρόσωπα, εκ των οποίων συνελήφθη ο καθηγητής αρχαιολογίας.
Τα αντικείμενα που κατασχέθηκαν
Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο καθηγητής είχε στην κατοχή του 474 αρχαία αντικείμενα ελληνιστικών και μυκηναϊκών χρόνων, ειδώλια γυναικείων και αντρικών μορφών, τέσσερα αρχαία νομίσματα και μια ξύλινη εικόνα. Επιπλέον, κατασχέθηκαν πέντε φορητοί υπολογιστές, οκτώ σκληροί δίσκοι, τρία κινητά τηλέφωνα, τέσσερα USB, πλήθος βιβλίων και φωτογραφιών αρχαιοτήτων, τραπεζικά έγγραφα και 3.200 ευρώ σε μετρητά.
Τα στοιχεία αυτά υποδεικνύουν σημαντική δραστηριότητα παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων, με διεθνείς διασυνδέσεις και πιθανή συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με διασπορά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Η διεθνής διάσταση της επιχείρησης
Η ευρεία έρευνα για την αποδόμηση του κυκλώματος αφορούσε 14 Βούλγαρους υπηκόους, κατηγορούμενους για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και παράνομη διακίνηση αντικειμένων πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η διεθνής επιχείρηση συντονίστηκε από τις εισαγγελικές αρχές της Βουλγαρίας και συμμετείχαν αστυνομικές υπηρεσίες από Αλβανία, Αυστρία, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο και Ιταλία. Οι έφοδοι περιλάμβαναν οικίες, οχήματα, τραπεζικούς λογαριασμούς και περιουσιακά στοιχεία των εμπλεκόμενων προσώπων.
Σημασία της υπόθεσης για την Ελλάδα
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει τη σημασία της διασυνοριακής συνεργασίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και την καταπολέμηση της αρχαιοκαπηλίας, φαινόμενο που πλήττει την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα της χώρας. Οι ελληνικές Αρχές συνεργάζονται στενά με ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως η Europol, για τον εντοπισμό και την εξάρθρωση κυκλωμάτων που επιχειρούν να εξαφανίσουν πολύτιμα αντικείμενα από το δημόσιο πολιτιστικό απόθεμα.
Η συμμετοχή καταξιωμένων επαγγελματιών, όπως καθηγητών αρχαιολογίας, δείχνει ότι η αρχαιοκαπηλία δεν περιορίζεται μόνο σε παράνομες αγορές ή συλλέκτες, αλλά ενίοτε περιλαμβάνει και άτομα με γνώσεις και πρόσβαση σε πολύτιμα ευρήματα, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη συνεχή επαγρύπνηση των Αρχών.
Η σύλληψη του 60χρονου καθηγητή αρχαιολογίας στην Αθήνα αποτελεί σημαντικό πλήγμα για τις εγκληματικές οργανώσεις που διακινούν αρχαιότητες στην Ευρώπη. Η υπόθεση αναδεικνύει τη σημασία της διεθνούς συνεργασίας, της αυστηρής παρακολούθησης και της διαφάνειας στις διαδικασίες συλλογής και εμπορίας αρχαιοτήτων. Παράλληλα, υπενθυμίζει την ανάγκη για συνεχή προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της ιστορίας της Ελλάδας.
Με τη δράση αυτή, οι ελληνικές Αρχές δείχνουν ότι η πάταξη της αρχαιοκαπηλίας είναι υψηλή προτεραιότητα, συνδυάζοντας επιστημονική γνώση, διεθνή συνεργασία και αυστηρούς ελέγχους, ώστε οι πολύτιμοι θησαυροί της χώρας να παραμείνουν ασφαλείς και αναλλοίωτοι για τις επόμενες γενιές.

