Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών ο Νίκος Καλογερόπουλος, ένας από τους ξεχωριστούς εκπροσώπους του ελληνικού κινηματογράφου, του θεάτρου και της τηλεόρασης.
Ο ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής και τραγουδοποιός άφησε το δικό του αποτύπωμα στην ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία, με χαρακτηριστικές ερμηνείες σε ταινίες που έχουν μείνει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Η είδηση του θανάτου του έγινε γνωστή σήμερα, Κυριακή 9 Αυγούστου 2026. Ο Νίκος Καλογερόπουλος είχε συνδέσει το όνομά του με σημαντικές κινηματογραφικές παραγωγές, αλλά και με το θέατρο, την τηλεόραση, την ποίηση και τη μουσική.
Οι ρόλοι που τον καθιέρωσαν
Το 1981 πρωταγωνίστησε στην ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα», ερμηνεία για την οποία τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Ακολούθησε το «Ρεμπέτικο» το 1983, ενώ έναν χρόνο αργότερα, το 1984, ήρθε ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους της καριέρας του, στη «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη.
Η ερμηνεία του στη «Λούφα και παραλλαγή» τού χάρισε το Βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Χρόνια αργότερα, το 2000, βραβεύτηκε ξανά με το Βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο ίδιο Φεστιβάλ για την ερμηνεία του στην ταινία «Ένας κι ένας».
Από τα Φιλιατρά στην Αθήνα
Ο Νίκος Καλογερόπουλος γεννήθηκε στα Φιλιατρά Μεσσηνίας την 1η Αυγούστου 1952.
Σπούδασε στην Αθήνα, στη σχολή θεάτρου του Κωστή Μιχαηλίδη, και από πολύ νωρίς άρχισε να δραστηριοποιείται στο θέατρο.
Το πρώτο θεατρικό έργο που έγραψε ήταν ο «Μπαμπούλας», το οποίο παρουσιάστηκε το 1976 στο θέατρο ΚΑΒΑ.
Στην τηλεόραση έκανε το ντεμπούτο του στη μεταφορά του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», ενώ ακολούθησαν συμμετοχές σε αρκετές δημοφιλείς τηλεοπτικές παραγωγές.
Μεταξύ άλλων συμμετείχε στις σειρές «Ο φωτογράφος του χωριού», «Οι παραστρατημένοι», «Μεθυσμένη πολιτεία», «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», «Όλη η δόξα όλη η χάρη», «Στο κάμπινγκ» και «Ερασιτέχνης άνθρωπος».
Μια πορεία γεμάτη σημαντικές συνεργασίες
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Νίκος Καλογερόπουλος συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου, μεταξύ των οποίων ο Νίκος Περάκης, ο Θόδωρος Μαραγκός, ο Κώστας Φέρρης και ο Νίκος Ζαπατίνας.
Παράλληλα, ως σκηνοθέτης συνεργάστηκε με σημαντικούς ηθοποιούς, όπως ο Γιώργος Κιμούλης, ο Ηλίας Λογοθέτης και ο Αντώνης Καφετζόπουλος.
Η παρουσία του, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στην υποκριτική.
Ποίηση, θέατρο και μουσική
Ο Καλογερόπουλος υπήρξε ένας πολυσχιδής καλλιτέχνης, με έντονη παρουσία και στην ποίηση, τη συγγραφή και το τραγούδι.
Το 1981 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Θετή Ταυτότης», ενώ το 1991 ακολούθησε η δεύτερη, με τίτλο «Επιστρόφια».
Παράλληλα έγραψε θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων το «Σατιρικό των Ελλήνων» και «Οι κυνικοί ξανάρχονται».
Το 1994 κυκλοφόρησε τον πρώτο του μουσικό δίσκο, «Τα δέοντα», με τα τραγούδια να φέρουν τη δική του μουσική και στιχουργική υπογραφή.
Η σκηνοθετική του διαδρομή
Μετά την επιστροφή του στον κινηματογράφο στα τέλη της δεκαετίας του 1990, συμμετείχε σε ταινίες όπως η «Θηλυκή εταιρεία» και ο «Ένας κι ένας».
Το 2011 έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στον κινηματογράφο με την ταινία «Οι ιππείς της Πύλου».
Ο ίδιος υπέγραψε τη σκηνοθεσία και το σενάριο, έγραψε τη μουσική και συμμετείχε επίσης ως ηθοποιός.
Την επόμενη χρονιά συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ «Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου», αφιερωμένο στη σημαντική ποιήτρια και ηθοποιό.
Ένας καλλιτέχνης με ξεχωριστή ταυτότητα
Ο Νίκος Καλογερόπουλος δεν υπήρξε ποτέ ένας καλλιτέχνης που περιορίστηκε σε μία μόνο έκφραση.
Η υποκριτική, η σκηνοθεσία, το σενάριο, η ποίηση και η μουσική αποτέλεσαν διαφορετικές πλευρές μιας δημιουργικής διαδρομής που κράτησε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες.
Οι ρόλοι του σε ταινίες όπως το «Μάθε παιδί μου γράμματα», το «Ρεμπέτικο», η «Λούφα και παραλλαγή» και ο «Ένας κι ένας» τον καθιέρωσαν στη συνείδηση του κοινού και άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ελληνικό κινηματογράφο.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος έφυγε από τη ζωή στα 74 του, αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο καλλιτεχνικό έργο και χαρακτήρες που παραμένουν ζωντανοί στη μνήμη του ελληνικού κοινού.
