Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα αποκτά πλέον χαρακτηριστικά δομικού προβλήματος, σύμφωνα με τις τελευταίες επισημάνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat. Οι τιμές των κατοικιών και των ενοικίων συνεχίζουν να αυξάνονται με ρυθμούς που υπερβαίνουν κατά πολύ την αύξηση των εισοδημάτων, δημιουργώντας ένα περιβάλλον ολοένα και πιο ασφυκτικό για τα νοικοκυριά.

Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν αφορά μια απλή συγκυριακή πίεση, αλλά μια παρατεταμένη ανισορροπία ανάμεσα στην αγορά κατοικίας και την πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών. Η Κομισιόν, στην τελευταία της έκθεση στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, κάνει λόγο για σαφή επιδείνωση της οικονομικής προσιτότητας της στέγασης στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι οι αυξήσεις στις τιμές ακινήτων και στα ενοίκια έχουν ξεπεράσει συστηματικά την άνοδο των εισοδημάτων.

Ασφυκτική απόκλιση τιμών και εισοδημάτων

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον πληθωρισμό του Μαΐου δείχνουν ότι το κόστος στέγασης αυξήθηκε κατά 11,6% μέσα σε έναν χρόνο. Πρόκειται για ποσοστό υπερδιπλάσιο του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή, που διαμορφώθηκε στο 5,2%, και σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με την αύξηση των μισθών.

Την ίδια στιγμή, οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας στο πρώτο τρίμηνο του 2026 κατέγραψαν αύξηση μόλις 4,1%, γεγονός που καταδεικνύει τη διεύρυνση της ψαλίδας ανάμεσα στο κόστος ζωής και το διαθέσιμο εισόδημα.

Αυτό το χάσμα έχει άμεσες συνέπειες στη δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταποκριθούν στα έξοδα στέγασης, είτε πρόκειται για ενοίκια είτε για δόσεις στεγαστικών δανείων και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Η επιβάρυνση αυτή αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Κομισιόν «βλέπει» υπερτίμηση 18%

Σύμφωνα με την ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι τιμές των κατοικιών στην Ελλάδα εμφανίζονται υπερτιμημένες κατά περίπου 18% σε σχέση με το θεωρητικό σημείο ισορροπίας της αγοράς. Αν και η Επιτροπή αποφεύγει τον όρο «φούσκα», αναγνωρίζει ότι υπάρχουν σαφή σημάδια υπερτίμησης, τα οποία συνδέονται με τη διαρκή ανισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς.

Η ζήτηση για κατοικίες παραμένει υψηλή, την ώρα που η κατασκευαστική δραστηριότητα δεν έχει επανέλθει σε επαρκή επίπεδα μετά τη δεκαετή οικονομική κρίση. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά όπου οι τιμές κινούνται ανοδικά, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς νέων κατοικιών.

Παράλληλα, τα υψηλά επιτόκια και οι περιορισμοί στη χορήγηση στεγαστικών δανείων λειτουργούν αποτρεπτικά για τη δημιουργία μιας νέας πιστωτικής «φούσκας», όπως εκείνη του 2008-2009. Ωστόσο, η Επιτροπή προειδοποιεί ότι δημιουργείται μια διαφορετική στρέβλωση, όπου η προσιτότητα της στέγασης επιδεινώνεται σταθερά.

Ραγδαία επιδείνωση της προσιτότητας κατοικίας

Ο δείκτης τιμών κατοικιών προς εισόδημα (house price-to-income ratio) αποτελεί βασικό εργαλείο αξιολόγησης της στεγαστικής προσιτότητας. Στην Ελλάδα, ο δείκτης αυτός αυξήθηκε κατά περίπου 5% ετησίως την περίοδο 2022-2024, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη σημείωσε μείωση κατά 2,4%.

Η απόκλιση αυτή είναι ενδεικτική της διαφορετικής δυναμικής που επικρατεί στην ελληνική αγορά κατοικίας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε βάθος δεκαετίας, ο δείκτης έχει αυξηθεί συνολικά κατά 13%, γεγονός που σημαίνει ότι η αγορά κατοικίας απομακρύνεται σταδιακά από τις δυνατότητες του μέσου νοικοκυριού.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι η εξέλιξη αυτή αποτελεί σαφή ένδειξη κρίσης προσιτότητας, καθώς οι τιμές αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τα εισοδήματα.

Η Ελλάδα στην κορυφή της στεγαστικής επιβάρυνσης

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό του πληθυσμού που δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση ανέρχεται στην Ελλάδα στο 26,4%, έναντι μόλις 7,7% στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η διαφορά αυτή αναδεικνύει το βάθος του προβλήματος, το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στις μεγάλες πόλεις, αλλά επεκτείνεται και σε μικρότερες αστικές και αγροτικές περιοχές. Η στεγαστική επιβάρυνση επηρεάζει πλέον ευρύ φάσμα του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων.

Ενοίκια και αγορά ακινήτων σε ανοδική τροχιά

Τα ενοίκια στην Ελλάδα συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά, χωρίς ουσιαστικούς μηχανισμούς ρύθμισης. Η έλλειψη κοινωνικής κατοικίας και η περιορισμένη κρατική παρέμβαση επιτείνουν το πρόβλημα, ενώ η ζήτηση για μισθώσεις παραμένει υψηλή λόγω αδυναμίας αγοράς κατοικίας.

Η Κομισιόν επισημαίνει ότι η αύξηση των ενοικίων σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών αγοράς έχει οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της συνολικής στεγαστικής επιβάρυνσης. Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι τα υπάρχοντα μέτρα στήριξης των ενοικιαστών έχουν περιορισμένο αντίκτυπο.

Περιορισμένη προσφορά κατοικιών

Ένα από τα βασικά δομικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς είναι η περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών. Οι επενδύσεις στον τομέα της στέγασης παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, φτάνοντας μόλις στο 60%.

Η οικοδομική δραστηριότητα, αν και έχει παρουσιάσει κάποια ανάκαμψη τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να υπολείπεται των αναγκών της αγοράς. Οι οικοδομικές άδειες για οικιστικά ακίνητα καταγράφουν μείωση σε επίπεδο επιφάνειας, γεγονός που ενισχύει τις πιέσεις στις τιμές.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι η ανισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς αποτελεί τον βασικό παράγοντα που τροφοδοτεί τη συνεχή άνοδο των τιμών.

Θεσμικές παρεμβάσεις και ευρωπαϊκές επισημάνσεις

Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αξιολόγησης, επισημαίνεται η ανάγκη για πιο συντονισμένη στεγαστική πολιτική. Μεταξύ άλλων, προτείνεται η ενίσχυση της παρακολούθησης της αγοράς μέσω ειδικού παρατηρητηρίου στέγασης, καθώς και η καλύτερη στόχευση των κοινωνικών πολιτικών για ευάλωτα νοικοκυριά.

Παράλληλα, αναγνωρίζεται ότι στην Ελλάδα έχουν ξεκινήσει ορισμένες στρατηγικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, ωστόσο η αποτελεσματικότητά τους παραμένει περιορισμένη σε σχέση με την έκταση του προβλήματος.

 Μια κρίση που βαθαίνει

Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τα ευρωπαϊκά και εθνικά δεδομένα είναι ξεκάθαρη: η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον συγκυριακό φαινόμενο, αλλά μια βαθιά διαρθρωτική ανισορροπία.

Η απόκλιση μεταξύ τιμών κατοικίας και εισοδημάτων συνεχίζει να διευρύνεται, ενώ η περιορισμένη προσφορά κατοικιών και η ισχυρή ζήτηση συντηρούν την ανοδική πίεση στις τιμές.

Χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις στην πλευρά της προσφοράς και χωρίς ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, η προσιτή στέγαση παραμένει –όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά– ένα όλο και πιο μακρινό ζητούμενο για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Από Newsroom