Στη φυλακή παραμένει η 46χρονη κατηγορούμενη για την υπόθεση της φονικής εμπρηστικής επίθεσης στο υποκατάστημα της Marfin στην οδό Σταδίου, τον Μάιο του 2010, καθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών απέρριψε την προσφυγή της κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησής της. Η απόφαση ελήφθη με το υπ’ αριθμ. 3763/2026 βούλευμα, με το οποίο δεν έγινε δεκτό το αίτημά της να αφεθεί ελεύθερη. Η εξέλιξη έγινε γνωστή στις 30 Σεπτεμβρίου και επιβεβαιώνει ότι η 46χρονη θα παραμείνει προσωρινά κρατούμενη όσο η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης συνεχίζεται.

Η 46χρονη αντιμετωπίζει, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα δικαστικές εξελίξεις, κατηγορία για ανθρωποκτονία από κοινού κατά συρροή, καθώς οι Αρχές την εντάσσουν στην ομάδα που φέρεται να είχε εμπλοκή στην επίθεση στη Marfin. Η ίδια, από την πρώτη στιγμή που οδηγήθηκε ενώπιον των δικαστικών αρχών, αρνείται κατηγορηματικά την εμπλοκή της και υποστηρίζει ότι δεν βρισκόταν μπροστά από το υποκατάστημα την ώρα της επίθεσης. Η υπόθεση αφορά την τραγωδία της 5ης Μαΐου 2010, όταν, κατά τη διάρκεια μεγάλης διαδήλωσης στο κέντρο της Αθήνας, σημειώθηκαν σοβαρά επεισόδια και εμπρηστικές επιθέσεις. Το υποκατάστημα της Marfin στη Σταδίου πυρπολήθηκε και τρεις εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν έγκυος. Η επίθεση είχε ως αποτέλεσμα και τον τραυματισμό άλλων εργαζομένων.

Για χρόνια η υπόθεση παρέμενε χωρίς να έχουν οδηγηθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης οι άνθρωποι που οι Αρχές θεωρούν ότι συμμετείχαν στην εμπρηστική επίθεση. Η αρχική δικογραφία είχε σχηματιστεί κατά αγνώστων δραστών. Χρόνια αργότερα, όμως, η υπόθεση επανεξετάστηκε, καθώς συγκεντρώθηκαν και αξιοποιήθηκαν νέα πληροφοριακά και ψηφιακά στοιχεία, με αποτέλεσμα η δικογραφία να ανασυρθεί από το αρχείο και να διαταχθεί κύρια ανάκριση. Στις 10 Ιουλίου 2026, η Ελληνική Αστυνομία ανακοίνωσε τη σύλληψη δύο ανδρών, ηλικίας 42 ετών, οι οποίοι, σύμφωνα με τη δικογραφία, ταυτοποιήθηκαν ως εμπλεκόμενοι στην εμπρηστική επίθεση. Παράλληλα, η Αστυνομία ανακοίνωσε ότι είχε ταυτοποιηθεί και μία γυναίκα, η οποία τότε βρισκόταν εκτός Ελλάδας. Η γυναίκα αυτή είναι η 46χρονη που αργότερα συνελήφθη στη Βρετανία και οδηγήθηκε στην Ελλάδα.

Η νέα έρευνα βασίστηκε, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της ΕΛ.ΑΣ. και τις σχετικές δημοσιογραφικές πληροφορίες, στην επανεξέταση παλαιού οπτικοακουστικού υλικού, σε ψηφιακές αναλύσεις και στη συγκέντρωση πρόσθετων στοιχείων. Στο επίκεντρο βρέθηκαν φωτογραφίες και βίντεο από την ημέρα της επίθεσης, αλλά και υλικό που προέκυψε από μεταγενέστερες έρευνες και επέτρεψε στις Αρχές να κάνουν συγκρίσεις με πρόσωπα που εξετάστηκαν ως ύποπτα. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί από τις Αρχές, η διαδικασία ταυτοποίησης περιλάμβανε μορφολογικές και ψηφιακές συγκρίσεις. Εξετάστηκαν, μεταξύ άλλων, σωματότυπος, χαρακτηριστικά του προσώπου και των μαλλιών, ύψος, άκρα, αυτιά, τρόπος στάσης και κίνησης, καθώς και ενδυματολογικά στοιχεία και αντικείμενα που εμφανίζονται στις φωτογραφίες. Για τους δύο άνδρες αναφέρθηκαν και συγκεκριμένα αντικείμενα, όπως σακίδια και υποδήματα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως στοιχεία σύγκρισης.

Για την 46χρονη, ωστόσο, η εικόνα που έχει δημοσιοποιηθεί είναι διαφορετική. Σε δημοσιεύματα που αναφέρονται στην εργαστηριακή ανάλυση, η σύγκριση για τη συγκεκριμένη κατηγορούμενη βασίζεται κυρίως σε μορφολογικά χαρακτηριστικά, όπως ο σωματότυπος, τμήματα του προσώπου, η γραμμή των μαλλιών και το χρώμα των μαλλιών. Δεν αναφέρονται στην περίπτωσή της αντίστοιχα αντικείμενα, όπως σακίδιο ή παπούτσια, που να λειτουργούν ως πρόσθετο στοιχείο αντιπαραβολής. Η Ελληνική Αστυνομία, από την πλευρά της, έχει παρουσιάσει την επανεξέταση του υλικού ως αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας και αξιοποίησης νέων στοιχείων. Η επίσημη ανακοίνωση του Ιουλίου ανέφερε ότι, στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης, ταυτοποιήθηκαν δύο άνδρες και μία γυναίκα. Η Αστυνομία είχε τότε αναφέρει ότι για τη γυναίκα εκκρεμούσε η αναζήτησή της, καθώς βρισκόταν στη Μεγάλη Βρετανία.

Η 46χρονη συνελήφθη στο Λονδίνο στις 13 Ιουλίου 2026, βάσει της διεθνούς αναζήτησης που είχε εκδοθεί σε βάρος της. Σύμφωνα με το ΕΡΤnews, δεν άσκησε ένδικα μέσα κατά της σύλληψής της στη Βρετανία και συναίνεσε στην έκδοσή της στην Ελλάδα. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Αθήνα και οδηγήθηκε ενώπιον της ανακρίτριας για να απολογηθεί. Κατά την απολογία της, η 46χρονη αρνήθηκε την κατηγορία και υποστήριξε ότι πράγματι συμμετείχε στη διαδήλωση της 5ης Μαΐου 2010, αλλά δεν βρισκόταν μπροστά από το κτίριο της Marfin όταν σημειώθηκε η επίθεση. Η ίδια, σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδόθηκαν από το ΕΡΤnews, υποστήριξε επίσης ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση της ίδιας στην έκθεση της Αστυνομίας.

Σημαντικό μέρος της υπερασπιστικής γραμμής αφορά την προηγούμενη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο συνήγορος της 46χρονης, Κώστας Παπαδάκης, υποστηρίζει ότι η υπόθεση είχε εξεταστεί και το 2022 με βάση τα ίδια στοιχεία και ότι τότε είχε τεθεί στο αρχείο. Το ΕΡΤnews έχει αναφέρει ότι, σύμφωνα με τον συνήγορο, είχε υπάρξει εισαγγελική διάταξη για την αρχειοθέτηση της σχετικής έρευνας. Η υπεράσπιση κάνει λόγο για «απαλλακτικό δεδικασμένο» του 2022 και υποστηρίζει ότι η νέα δίωξη δεν θα μπορούσε να στηριχθεί στα ίδια δεδομένα. Πρόκειται για νομικό ισχυρισμό της υπεράσπισης, ο οποίος αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία που τέθηκαν στην προσφυγή κατά της προσωρινής κράτησης και δεν πρέπει να συγχέεται με τελεσίδικη δικαστική κρίση επί της ενοχής ή αθωότητας της 46χρονης.

Ο Κώστας Παπαδάκης υποστηρίζει ακόμη ότι η νέα έρευνα δεν απέδειξε την ταυτοποίηση της εντολέως του με το πρόσωπο που εμφανίζεται στο επίμαχο οπτικό υλικό. Στην ανακοίνωση που εξέδωσε μετά την απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αναφέρει ότι η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και η ΕΛ.ΑΣ. έχουν, κατά την άποψή του, αναγνωρίσει έλλειψη ασφαλούς ταυτοποίησης. Η υπεράσπιση επικαλείται επίσης τεχνική έκθεση του κ. Καραθανάση και υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν απάντησε ειδικά στα σχετικά επιχειρήματά της.

Η υπεράσπιση υποστηρίζει ακόμη ότι η 46χρονη έχει υποστεί σοβαρές συνέπειες από την προσωρινή της κράτηση και ειδικότερα αναφέρεται στον χωρισμό της από την πεντάχρονη κόρη της. Στην ίδια ανακοίνωση ο συνήγορός της δηλώνει ότι θα εξαντλήσει κάθε νόμιμο μέσο για την υπεράσπισή της. Πριν από τη σημερινή απόφαση είχε προηγηθεί αρνητική εισαγγελική πρόταση για την προσφυγή της. Ο εισαγγελέας είχε εισηγηθεί να παραμείνει η 46χρονη προσωρινά κρατούμενη και το ζήτημα παραπέμφθηκε προς κρίση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Με το βούλευμα 3763/2026, το Συμβούλιο απέρριψε τελικά την προσφυγή. Η απόφαση σημαίνει ότι η 46χρονη παραμένει προσωρινά κρατούμενη, ενώ η κύρια δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης συνεχίζεται. Η απόφαση επί της προσωρινής κράτησης δεν αποτελεί απόφαση ενοχής και δεν σημαίνει ότι έχει κριθεί η ουσία της κατηγορίας σε τελική δίκη. Η ίδια η υπόθεση έχει αποκτήσει νέα διάσταση μετά την επανενεργοποίηση της έρευνας το 2026. Η ΕΛ.ΑΣ. είχε ανακοινώσει τον Ιούλιο ότι, εκτός από τους δύο 42χρονους και τη 46χρονη, στο πλαίσιο της έρευνας εξετάζονται και άλλα πρόσωπα, ενώ σύμφωνα με δημοσιεύματα οι Αρχές συνεχίζουν να αναζητούν στοιχεία για άτομα που φέρονται να είχαν διαφορετικούς ρόλους στην ομάδα που συμμετείχε στην επίθεση.

Σύμφωνα με την αστυνομική εκδοχή που έχει δημοσιοποιηθεί, η ομάδα που κινήθηκε προς το υποκατάστημα αποτελούνταν από περισσότερα άτομα, με διαφορετικούς ρόλους. Σε δημοσιεύματα που επικαλούνται το προανακριτικό υλικό γίνεται λόγος για πρόσωπα που φέρονται να είχαν εκτελεστικό ή υποστηρικτικό ρόλο, ενώ οι Αρχές συνεχίζουν την έρευνα για την πλήρη αποτύπωση της δράσης όλων όσοι ενδέχεται να συμμετείχαν.

Η 46χρονη, η οποία τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Μπράιτον της Βρετανίας, όπου έχει δημιουργήσει οικογένεια και έχει δύο παιδιά, βρέθηκε στο επίκεντρο της νέας έρευνας για την υπόθεση της Marfin, καθώς οι Αρχές υποστηρίζουν ότι εντόπισαν στοιχεία που τη συνδέουν με το οπτικό υλικό από την ημέρα της φονικής επίθεσης, στις 5 Μαΐου 2010. Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, η γυναίκα φέρεται να έχει καταγραφεί σε εικόνες από την περιοχή της τράπεζας, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Οι Αρχές αποδίδουν στην 46χρονη υποστηρικτικό ρόλο στην ομάδα των ατόμων που συμμετείχαν στην επίθεση και υποστηρίζουν ότι βρισκόταν κοντά στο σημείο όπου εκδηλώθηκε ο εμπρησμός. Η νέα έρευνα βασίστηκε, σύμφωνα με τις Αρχές, σε σύγχρονες μεθόδους ανάλυσης οπτικού υλικού και σε συγκρίσεις που πραγματοποιήθηκαν από τα εγκληματολογικά εργαστήρια. Στο μικροσκόπιο τέθηκαν στοιχεία όπως ο σωματότυπος, τα χαρακτηριστικά που ήταν ορατά στις εικόνες, ο ρουχισμός, η στάση και η κίνηση του σώματος, καθώς και άλλα επιμέρους χαρακτηριστικά.

Για την 46χρονη, οι Αρχές υποστηρίζουν ότι προέκυψαν ομοιότητες ανάμεσα σε φωτογραφίες και βίντεο της επίθεσης και σε μεταγενέστερο υλικό που εξετάστηκε στο πλαίσιο της έρευνας. Η υπεράσπισή της, ωστόσο, αμφισβητεί την ταυτοποίηση και υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο φωτογραφικό υλικό είχε εξεταστεί και στο παρελθόν, χωρίς να προκύψει τότε σύνδεση της εντολέως της με την επίθεση. Η 46χρονη συνελήφθη στο αεροδρόμιο του Γκάτγουικ στο Λονδίνο στις 13 Ιουλίου 2026, καθώς είχε ενεργοποιηθεί ερυθρά αγγελία της Interpol από τις ελληνικές Αρχές. Ακολούθησε η διαδικασία έκδοσής της στην Ελλάδα, όπου οδηγήθηκε ενώπιον των δικαστικών Αρχών.

Η ίδια αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι βρισκόταν μεν στη μεγάλη διαδήλωση της 5ης Μαΐου 2010, αλλά δεν βρισκόταν μπροστά από το υποκατάστημα της Marfin τη στιγμή της επίθεσης. Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, τα άτομα που συμμετείχαν στην επίθεση είχαν διαφορετικούς ρόλους. Στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης συνελήφθησαν τον Ιούλιο του 2026 δύο άνδρες, ηλικίας 42 ετών, στους οποίους οι Αρχές αποδίδουν διαφορετικές ενέργειες κατά τη διάρκεια της επίθεσης.

Ο ένας φέρεται, σύμφωνα με την αστυνομία, να είχε ρόλο συντονισμού και να έδινε οδηγίες στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Στον δεύτερο αποδίδεται ο ρόλος του άνδρα που φέρεται να έσπασε τη γυάλινη πρόσοψη της τράπεζας, ανοίγοντας τον δρόμο για την εκτόξευση των εμπρηστικών μηχανισμών στο εσωτερικό. Οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις προκύπτουν από την ανάλυση του οπτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από τις Αρχές και αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Οι δύο άνδρες έχουν προφυλακιστεί, ενώ η 46χρονη παραμένει επίσης προσωρινά κρατούμενη μετά την απόρριψη της προσφυγής της κατά της προσωρινής κράτησης.

Το οπτικό υλικό από την επίθεση στη Marfin αποτυπώνει την εξέλιξη των γεγονότων μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Στις εικόνες από τις κάμερες ασφαλείας φαίνεται η στιγμή κατά την οποία οι δράστες προσεγγίζουν το υποκατάστημα και εκδηλώνεται η επίθεση. Εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει και προσπαθούν να απομακρυνθούν από το σημείο, ενώ η φωτιά εξαπλώνεται στο εσωτερικό του κτιρίου.

Μέσα σε περίπου 15 δευτερόλεπτα από την έναρξη της πυρκαγιάς, πυκνοί καπνοί έχουν καλύψει τους χώρους της τράπεζας. Οι εργαζόμενοι επιχειρούν να βρουν διέξοδο, ενώ ορισμένοι κατευθύνονται προς τα μπαλκόνια αναζητώντας καθαρό αέρα. Η επίθεση της 5ης Μαΐου 2010 είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι της Marfin, μεταξύ των οποίων και μία έγκυος γυναίκα. Η υπόθεση παρέμεινε για χρόνια ανοιχτή ως προς την ταυτοποίηση των δραστών, μέχρι την επανεξέταση του υλικού και τις νέες συλλήψεις του 2026.

Η εκδοχή των Αρχών για τον τρόπο με τον οποίο ταυτοποιήθηκαν οι εμπλεκόμενοι αποτελεί αντικείμενο της δικαστικής έρευνας, ενώ η υπεράσπιση της 46χρονης αμφισβητεί συγκεκριμένα τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν σε βάρος της.

Για τους δύο άνδρες που συνελήφθησαν τον Ιούλιο, οι Αρχές έχουν αποδώσει διαφορετικούς ρόλους. Σύμφωνα με το ΕΡΤnews, ο ένας φέρεται να είχε ρόλο συντονισμού και να έδινε οδηγίες, ενώ ο δεύτερος φέρεται να ήταν εκείνος που έσπασε τη βιτρίνα του υποκαταστήματος, επιτρέποντας την είσοδο των εμπρηστικών μηχανισμών. Πρόκειται για στοιχεία που αποδίδονται από τις Αρχές στη δικογραφία και δεν αποτελούν τελεσίδικες δικαστικές διαπιστώσεις. Η υπόθεση της Marfin παραμένει έτσι, 16 χρόνια μετά την τραγωδία, ανοιχτή ως προς την πλήρη δικαστική διερεύνηση των προσώπων που οι Αρχές θεωρούν ότι συμμετείχαν στην επίθεση. Η νέα δικαστική εξέλιξη της 30ής Σεπτεμβρίου αφορά αποκλειστικά το αίτημα της 46χρονης κατά της προσωρινής κράτησής της, το οποίο απορρίφθηκε, και όχι την τελική κρίση για την ενοχή ή την αθωότητά της. Η υπεράσπιση από την πλευρά της επιμένει ότι τα στοιχεία σε βάρος της 46χρονης δεν επαρκούν για να στηρίξουν την κατηγορία, επικαλείται την προηγούμενη αρχειοθέτηση της υπόθεσης και αμφισβητεί τη διαδικασία ταυτοποίησης. Οι Αρχές, αντίθετα, έχουν παρουσιάσει τη νέα έρευνα ως αποτέλεσμα αξιοποίησης πρόσθετου οπτικοακουστικού και ψηφιακού υλικού και έχουν εντάξει την 46χρονη στη δικογραφία που αφορά την επίθεση.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται να έχει ιδιαίτερη σημασία για την πορεία της ανάκρισης και την αξιολόγηση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στη νέα δικογραφία. Μέχρι να υπάρξει τελεσίδικη δικαστική κρίση, η 46χρονη παραμένει κατηγορούμενη και τεκμαίρεται αθώα, ενώ η έρευνα για τις συνθήκες και τους υπεύθυνους της τραγωδίας της Marfin συνεχίζεται.

 

Από Newsroom