Νέα σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και υλοποιούνται στην Ελλάδα τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά κονδύλια προκαλεί το πόρισμα ελέγχου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Σύμφωνα με εμπιστευτική επιστολή 58 σελίδων, με ημερομηνία 7 Σεπτεμβρίου 2026, οι κοινοτικοί ελεγκτές εντοπίζουν συστημικές αδυναμίες στον σχεδιασμό, την προκήρυξη, την ανάθεση και τον έλεγχο δράσεων κατάρτισης και αναβάθμισης δεξιοτήτων στην Ελλάδα.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν περιορίζεται σε επιμέρους παρατηρήσεις για συγκεκριμένες συμβάσεις. Ζητά να εξεταστεί εάν αντίστοιχες αδυναμίες εμφανίζονται και σε άλλες συμβάσεις, πέρα από το αρχικό δείγμα ελέγχου.

Στο δείγμα που εξέτασαν οι ελεγκτές περιλαμβάνονταν δαπάνες ύψους 7.799.298 ευρώ για συγκεκριμένες δράσεις κατάρτισης και διά βίου μάθησης.

Η Επιτροπή υπολογίζει προτεινόμενη δημοσιονομική διόρθωση ύψους 1.622.018,85 ευρώ, η οποία αντιστοιχεί στο 25% των ελεγχθεισών επιλέξιμων δαπανών, ύψους 6.488.075,40 ευρώ.

Πρόκειται για προτεινόμενη δημοσιονομική διόρθωση και όχι για οριστική απόφαση. Η ελληνική πλευρά μπορεί να υποβάλει στοιχεία και επιχειρήματα και να αμφισβητήσει το εύρος της διόρθωσης.

Ωστόσο, το σημαντικότερο στοιχείο του πορίσματος βρίσκεται πέρα από το συγκεκριμένο ποσό.

Οι ελεγκτές δεν περιγράφουν απλώς ένα μεμονωμένο πρόβλημα σε έναν διαγωνισμό.

Η αξιολόγηση κατατάσσει το ελληνικό σύστημα διαχείρισης και ελέγχου στην Κατηγορία 3, με την επισήμανση ότι λειτουργεί μόνο εν μέρει και απαιτούνται ουσιαστικές βελτιώσεις.

Στο επίκεντρο βρίσκονται, μεταξύ άλλων, οι όροι με τους οποίους σχεδιάζονταν οι διαγωνισμοί, η δυνατότητα συμμετοχής διαφορετικών παρόχων, ο τρόπος επιλογής των δικαιούχων και η ανεξάρτητη αξιολόγηση των αναγκών και του κόστους των δράσεων.

Η Επιτροπή εντόπισε περιπτώσεις στις οποίες διαφορετικές υπηρεσίες —όπως συμβουλευτική, κατάρτιση, πρακτική άσκηση και πιστοποίηση— εντάσσονταν σε ενιαίες συμβάσεις υψηλής αξίας. Σύμφωνα με την αξιολόγηση, αυτό μπορούσε να περιορίσει τον ανταγωνισμό και να ευνοήσει μεγαλύτερους οικονομικούς φορείς, αφήνοντας μικρότερους ή εξειδικευμένους παρόχους σε ρόλο υπεργολάβου.

Παράλληλα, οι ελεγκτές έθεσαν ζήτημα και για όρους που μπορούσαν να αποκλείσουν εταιρείες από άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε., θέμα με το οποίο συνδέεται η προτεινόμενη δημοσιονομική διόρθωση του 25%.

Ο έλεγχος δεν αφορούσε ένα και μοναδικό πρόγραμμα.

Στο δείγμα περιλαμβάνονταν δράσεις για:

  • την επανένταξη αποφυλακισθέντων στην κοινωνία και την αγορά εργασίας,
  • την απασχόληση νέων και νέων με αναπηρία,
  • 3.700 ανέργους ηλικίας 18–29 ετών,
  • 1.600 εγγεγραμμένους ανέργους στη ΔΥΠΑ,
  • ανέργους,
  • ανέργους στη Φλώρινα,
  • εργαζόμενους σε επισφαλείς θέσεις στη Δυτική Μακεδονία και την Πελοπόννησο.

Τα συγκεκριμένα προγράμματα δείχνουν και το κοινωνικό εύρος των δράσεων που βρίσκονται υπό έλεγχο: από νέους ανέργους και άτομα με αναπηρία μέχρι αποφυλακισθέντες και εργαζόμενους σε περιοχές που βρίσκονται σε διαδικασία μετάβασης.

Ένα ακόμη σημείο που καταγράφεται στην έκθεση αφορά την απόσταση ανάμεσα στους αρχικούς στόχους και στην πραγματική συμμετοχή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, σε συγκεκριμένες δράσεις καταγράφηκαν σημαντικές αποκλίσεις: σε πρόγραμμα με στόχο 1.600 ανέργους συμμετείχαν τελικά 209, ενώ σε άλλη δράση ο στόχος των 3.700 νέων ανέργων αντιστοιχούσε τελικά σε 1.750 συμμετέχοντες.

Οι κοινοτικοί ελεγκτές εξέτασαν κατά πόσο ο αρχικός σχεδιασμός και οι εκτιμήσεις των αναγκών ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και κατά πόσο το κόστος των δράσεων προσαρμοζόταν στις πραγματικές συνθήκες υλοποίησης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται επίσης στον τρόπο κοστολόγησης της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και στις διαφορές μεταξύ σύγχρονης και ασύγχρονης κατάρτισης.

Το ποσό των 1,62 εκατ. ευρώ αφορά το συγκεκριμένο δείγμα.

Το γεγονός, όμως, ότι οι ελεγκτές χαρακτηρίζουν ορισμένες αδυναμίες συστημικές σημαίνει ότι η υπόθεση δεν τελειώνει απαραίτητα με αυτόν τον αριθμό.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά από τις ελληνικές αρχές να εξετάσουν και συμβάσεις που δεν περιλαμβάνονταν στο αρχικό δείγμα, εφόσον παρουσιάζουν αντίστοιχα χαρακτηριστικά.

Αυτό είναι και το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει μια δημοσιονομική διόρθωση περιορισμένης έκτασης σε ευρύτερο ζήτημα για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων στον συγκεκριμένο τομέα.

Με άλλα λόγια, το πραγματικό ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο «πόσα χρήματα ζητούνται πίσω;», αλλά αν οι ίδιες πρακτικές επαναλαμβάνονται και σε άλλες δράσεις.

Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υποστηρίζει ότι το θεσμικό πλαίσιο για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των δράσεων κατάρτισης διαμορφώθηκε την περίοδο 2020–2022, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της.

Σύμφωνα με το υπουργείο, οι σχετικοί διαγωνισμοί είχαν ελεγχθεί δειγματοληπτικά από την ευρωπαϊκή ελεγκτική αρχή και είχαν εγκριθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Η κυβέρνηση δηλώνει παράλληλα ότι θα εξετάσει τις δυνατότητες που παρέχει το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, για να αμφισβητήσει το περιεχόμενο του πορίσματος.

Το υπουργείο σημειώνει επίσης ότι, σε περίπτωση δημοσιονομικών διορθώσεων, αυτές μπορούν να καλυφθούν από άλλες ενωσιακές δαπάνες, ώστε —όπως υποστηρίζει— να μην υπάρξει απώλεια ευρωπαϊκών πόρων.

Η υπόθεση βρίσκεται, επομένως, σε ένα κρίσιμο σημείο.

Από τη μία πλευρά, υπάρχει ένα ευρωπαϊκό πόρισμα που εντοπίζει σοβαρές και, σε συγκεκριμένα σημεία, συστημικές αδυναμίες και συνδέει τον έλεγχο με δημοσιονομική διόρθωση 1,62 εκατ. ευρώ.

Από την άλλη, η ελληνική κυβέρνηση αμφισβητεί το συμπέρασμα ως προς την έκταση των προβλημάτων και προαναγγέλλει ότι θα αξιοποιήσει τα διαθέσιμα θεσμικά μέσα για να το αντικρούσει.

Το κρίσιμο πλέον είναι τι θα συμβεί στον επόμενο γύρο ελέγχων.

Γιατί, εάν οι ίδιες παρατηρήσεις εντοπιστούν και σε άλλες συμβάσεις, τότε το ποσό των 1,62 εκατ. ευρώ δεν θα αποτελεί παρά την πρώτη —και όχι την τελική— οικονομική συνέπεια της υπόθεσης.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της σημερινής εξέλιξης: Η Κομισιόν δεν κοιτάζει πλέον μόνο μία σειρά προγραμμάτων. Κοιτάζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και ελέγχεται το σύστημα της επαγγελματικής κατάρτισης στην Ελλάδα.