Νέα και ιδιαίτερα σοβαρά δεδομένα δημιουργούνται γύρω από τα πολυσυζητημένα «Σπιτάκια Ανακύκλωσης», καθώς η εταιρεία ανταποδοτικής ανακύκλωσης που υποστήριζε τη λειτουργία τους ενημέρωσε τον ΕΔΣΝΑ ότι σταματά τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Η εξέλιξη έρχεται ενώ η υπόθεση των προμηθειών βρίσκεται ήδη στο μικροσκόπιο ελεγκτικών και εισαγγελικών αρχών. Την ίδια ώρα, οι Δήμοι καλούνται να κρατήσουν προσωρινά τις εγκαταστάσεις σε λειτουργία και ο ΕΔΣΝΑ τους ζητά ρητά να μην τις αποξηλώσουν. Μια νέα σελίδα ανοίγει στην υπόθεση των περίφημων «Σπιτιών Ανακύκλωσης», των εγκαταστάσεων που τα τελευταία χρόνια τοποθετήθηκαν σε κεντρικά σημεία δήμων και παρουσιάστηκαν ως ένα από τα εργαλεία για την ενίσχυση της ανακύκλωσης και της χωριστής συλλογής υλικών.
Μόνο που σήμερα το ερώτημα δεν είναι πλέον πόσα ακόμη Σπιτάκια θα εγκατασταθούν. Το ερώτημα είναι ποιος θα λειτουργεί αυτά που έχουν ήδη αγοραστεί και τοποθετηθεί.
Η εταιρεία ανταποδοτικής ανακύκλωσης που είχε αναλάβει επί σειρά ετών σημαντικό μέρος της λειτουργικής υποστήριξής τους ενημέρωσε τον Ειδικό Διαβαθμιδικό Σύνδεσμο Νομού Αττικής (ΕΔΣΝΑ) ότι από τις 15 Ιουλίου παύει να παρέχει τη συγκεκριμένη υποστήριξη. Και η απόφαση αυτή δεν είναι μια απλή διοικητική μεταβολή. Στην πράξη επηρεάζει τη συλλογή των ανακυκλώσιμων υλικών, το ανταποδοτικό αντίτιμο που λάμβαναν οι πολίτες και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ακόμη και την ίδια την ηλεκτροδότηση των εγκαταστάσεων. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Δήμοι βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με μια υποδομή που υπάρχει, έχει αποκτηθεί με σημαντικούς οικονομικούς πόρους, αλλά χρειάζεται νέο λειτουργικό μοντέλο προκειμένου να εξακολουθήσει να εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο εγκαταστάθηκε.
Η επιστολή της 1ης Ιουλίου και η ημερομηνία-ορόσημο της 15ης Ιουλίου
Σύμφωνα με όσα μετέδωσε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ ο δημοσιογράφος Γιάννης Σουλιώτης, την 1η Ιουλίου η εταιρεία ανταποδοτικής ανακύκλωσης απέστειλε επιστολή προς τον ΕΔΣΝΑ. Με αυτή ενημέρωνε ότι από τις 15 Ιουλίου παύει να υποστηρίζει τη λειτουργία των Σπιτιών Ανακύκλωσης. Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η επιστολή εστάλη περίπου μία εβδομάδα μετά τις έρευνες που είχαν πραγματοποιήσει αστυνομικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, κατόπιν εντολής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σε εγκαταστάσεις της εταιρείας σε Δάφνη, Παλλήνη και Ασπρόπυργο. Πρόκειται για δύο γεγονότα που χρονικά βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους. Ωστόσο, η χρονική ακολουθία από μόνη της δεν αποδεικνύει αιτιώδη σύνδεση μεταξύ της εισαγγελικής έρευνας και της επιχειρηματικής απόφασης για διακοπή της υποστήριξης.
Αυτό που είναι βέβαιο είναι το αποτέλεσμα: από τις 15 Ιουλίου δημιουργήθηκε ένα νέο λειτουργικό τοπίο για τις εγκαταστάσεις. Μέχρι τα μέσα Ιουλίου, και με ημερομηνία ορόσημο την 15η Ιουλίου για την Αττική, είχε πλέον διαμορφωθεί ένα νέο τοπίο γύρω από τη λειτουργία των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων, με παύση κρίσιμων υπηρεσιών υποστήριξης και αλλαγές στο μέχρι τότε μοντέλο λειτουργίας. Οι εξελίξεις δεν αφορούν απλώς μία μεμονωμένη εγκατάσταση, αλλά αγγίζουν ευρύτερα τους αρμόδιους φορείς διαχείρισης αποβλήτων, που καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν το πρακτικό ερώτημα της επόμενης ημέρας:
Ποιος θα λειτουργεί, θα συντηρεί και θα χρηματοδοτεί τα πολυκέντρα από εδώ και πέρα;
Δεν σταματά μόνο μια υπηρεσία. Αλλάζει ολόκληρη η καθημερινή λειτουργία
Η σημασία της απόφασης γίνεται μεγαλύτερη εάν δει κανείς τι ακριβώς περιλάμβανε μέχρι σήμερα η υποστήριξη. Η μεγάλη εταιρεία ανταποδοτικής ανακύκλωσης σταματά, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, να συγκεντρώνει τα ανακυκλώσιμα υλικά από τα πολυκέντρα, δραστηριότητα που πραγματοποιούσε από το 2020. Παράλληλα, σταματά να καταβάλλει το ανταποδοτικό αντίτιμο που συνόδευε τη χρήση των εγκαταστάσεων. Μέχρι πρότινος, ο πολίτης μπορούσε να παραδίδει συγκεκριμένες συσκευασίες και να λαμβάνει ανταποδοτικό όφελος, με την αναλογία να διαμορφώνεται στο ένα ευρώ ανά 33 συσκευασίες.
Αυτό το στοιχείο ήταν κρίσιμο για τη φιλοσοφία του συστήματος. Δεν επρόκειτο απλώς για έναν ακόμη κάδο ανακύκλωσης. Η λογική ήταν ότι ο πολίτης συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία και λαμβάνει ένα μικρό οικονομικό κίνητρο για την επιστροφή των συσκευασιών. Ανάμεσα στα πρώτα «Σπιτάκια Ανακύκλωσης» που εγκαταστάθηκαν στην Αττική περιλαμβάνονται και εκείνα που τοποθετήθηκαν στην Καλλιθέα επί δημαρχίας Δημήτρη Κάρναβου, στο πλαίσιο της τότε ανάπτυξης του δικτύου ανταποδοτικής ανακύκλωσης στους Δήμους. Με την παύση καταβολής του ανταποδοτικού αντιτίμου, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του μοντέλου παύει τουλάχιστον υπό το προηγούμενο καθεστώς– να υφίσταται.
Και σε ορισμένα Σπιτάκια… σβήνουν τα φώτα
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι το ζήτημα της ηλεκτροδότησης. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, όπου η μεγάλη εταιρεία ανταποδοτικής ανακύκλωσης είχε εγκαταστήσει δικούς της μετρητές ηλεκτρικού ρεύματος, προχωρά στη διακοπή της ηλεκτροδότησης. Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο κυριολεκτική διάσταση της έκφρασης ότι «τραβιέται η πρίζα». Τα Σπιτάκια δεν είναι απλές μεταλλικές κατασκευές. Περιλαμβάνουν ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό και αυτοματοποιημένα συστήματα για την παραλαβή, αναγνώριση, καταμέτρηση και διαχείριση των υλικών.
Χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, επομένως, το ζήτημα δεν είναι εάν ένα Σπιτάκι θα λειτουργεί λιγότερες ώρες.
Το ζήτημα είναι εάν μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοματοποιημένη εγκατάσταση.
Και κάπως έτσι η συζήτηση μεταφέρεται πλέον στους Δήμους.
Ο ΕΔΣΝΑ προς τους Δήμους: Κρατήστε τα σε λειτουργία
Δύο ημέρες μετά την ημερομηνία παύσης της υποστήριξης, στις 17 Ιουλίου, ο ΕΔΣΝΑ απέστειλε έγγραφο προς τους Δήμους-μέλη του. Το μήνυμα ήταν σαφές: οι Δήμοι καλούνται να αναλάβουν προσωρινά τη λειτουργία των Σπιτιών Ανακύκλωσης, μέχρι να εξευρεθεί μόνιμη λύση. Η λέξη «προσωρινά» έχει εδώ ιδιαίτερη σημασία. Διότι δείχνει ότι το σημερινό καθεστώς αντιμετωπίζεται ως μεταβατικό και ότι θα πρέπει να βρεθεί διαφορετική, σταθερή λύση για τη λειτουργία του δικτύου. Μέχρι τότε, όμως, το πρακτικό βάρος μεταφέρεται στους Δήμους.
Και μαζί με αυτό μεταφέρονται και μια σειρά από ερωτήματα:
Ποιος θα συλλέγει τα υλικά; Ποιος θα καλύπτει την ηλεκτροδότηση; Ποιος θα αναλάβει τη συντήρηση; Ποιος θα αντιμετωπίζει τις τεχνικές βλάβες; Θα εξακολουθήσει να υπάρχει ανταποδοτικό όφελος για τους πολίτες;
Και κυρίως:
Με ποιο οικονομικό και επιχειρησιακό μοντέλο θα λειτουργούν στο εξής οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις;
«Μην τα απομακρύνετε. Μην τα αποξηλώσετε»
Υπάρχει όμως μία φράση στο έγγραφο του ΕΔΣΝΑ που αποκτά ξεχωριστή σημασία. Ο Σύνδεσμος αναφέρει προς τους Δήμους: «Παρακαλούνται οι δήμοι να μην απομακρύνουν ή αποξηλώσουν τα Σπιτάκια». Η συγκεκριμένη οδηγία δείχνει ότι η επιλογή αυτή τη στιγμή δεν είναι η εγκατάλειψη του εξοπλισμού. Αντιθέτως, επιδιώκεται η διατήρηση των εγκαταστάσεων και η εξεύρεση τρόπου ώστε να συνεχίσουν να αξιοποιούνται. Και αυτό είναι λογικό αν αναλογιστεί κανείς το ύψος των επενδύσεων που έχουν πραγματοποιηθεί για την προμήθειά τους.
Τα 300.000 ευρώ ανά πολυκέντρο που μπήκαν στο μικροσκόπιο
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πιο δύσκολο κεφάλαιο της υπόθεσης. Οι συγκεκριμένες εγκαταστάσεις δεν είναι υποδομές αμελητέας αξίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία των ελεγχόμενων προμηθειών, ως βάση υπολογισμού χρησιμοποιήθηκε ποσό της τάξης των 300.000 ευρώ ανά πολυκέντρο, χωρίς ΦΠΑ. Για τον ΕΔΣΝΑ η σχετική προμήθεια αφορούσε αρχικά 90 πολυκέντρα, με προϋπολογισμό 27 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Στην Πελοπόννησο, ο σχεδιασμός αφορούσε 58 πολυκέντρα, συνολικού προϋπολογισμού 17,4 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ.
Στην Κρήτη, η αντίστοιχη διαδικασία αφορούσε 60 μονάδες, συνολικού προϋπολογισμού 18 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Κοινός παρονομαστής: περίπου 300.000 ευρώ ανά εγκατάσταση ως βάση προϋπολογισμού. Ακριβώς αυτό το κόστος αποτέλεσε ένα από τα κρίσιμα σημεία του ελέγχου.
Τι εντόπισε η ΕΔΕΛ
Η Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου είχε προχωρήσει σε έλεγχο των σχετικών συγχρηματοδοτούμενων προμηθειών έπειτα από αίτημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Και τα ευρήματα που καταγράφονται στο σχετικό υλικό εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκαν και τεκμηριώθηκαν οι προμήθειες. Μεταξύ άλλων, η ΕΔΕΛ κατέγραψε ζητήματα που αφορούσαν τη μη επαρκή αξιολόγηση συγκεκριμένων πράξεων που είχαν υποβληθεί προς ένταξη, τη μη επαρκή τεκμηρίωση του εύλογου της εκτιμώμενης αξίας συμβάσεων, τον τρόπο με τον οποίο είχαν καθοριστεί οι τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και το κατά πόσο αυτές διασφάλιζαν ισότιμη πρόσβαση των υποψηφίων και συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού.
Οι διαπιστώσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, αλλά πρέπει να παρουσιάζονται με τη θεσμική τους διάσταση: πρόκειται για ευρήματα ελεγκτικού οργάνου και όχι για δικαστική απόφαση περί ποινικής ευθύνης συγκεκριμένων προσώπων ή φορέων.
Το κρίσιμο ζήτημα της έρευνας αγοράς
Ιδιαίτερη βαρύτητα στον έλεγχο είχε η τεκμηρίωση του κόστους. Σύμφωνα με το υλικό της ΕΔΕΛ, δεν είχε υποβληθεί προϋπολογισμός συνοδευόμενος από τεκμηρίωση κόστους βασισμένη σε ευρεία έρευνα αγοράς. Οι ελεγκτές ασχολήθηκαν ειδικά με το κατά πόσο η τιμή των πολυκέντρων είχε προσδιοριστεί μέσα από επαρκή σύγκριση διαθέσιμων λύσεων. Στο πόρισμα, όπως αποτυπώνεται στο διαθέσιμο υλικό, γίνεται επίσης αναφορά σε άλλη εταιρεία η οποία δήλωνε ότι εμπορευόταν παρεμφερή εξοπλισμό σε τιμή έως 97.000 ευρώ, έναντι των 300.000 ευρώ που είχαν χρησιμοποιηθεί για την τεκμηρίωση του προϋπολογισμού στον διαγωνισμό της Αττικής.
Η σύγκριση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι πρόκειται για απολύτως ταυτόσημο εξοπλισμό ή ότι οι δύο τιμές μπορούν να αντιπαραβληθούν χωρίς τεχνική αξιολόγηση. Δείχνει όμως γιατί οι ελεγκτές θεώρησαν κρίσιμο να εξεταστεί το κατά πόσο είχε τεκμηριωθεί επαρκώς το εύλογο του προϋπολογισμού.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της υπόθεσης: Πώς τεκμηριώθηκε τελικά η αξία μιας τόσο μεγάλης δημόσιας προμήθειας;
Η ΕΔΕΛ έθεσε ζήτημα και για τις τεχνικές προδιαγραφές
Ο έλεγχος δεν περιορίστηκε στο οικονομικό σκέλος. Στο σχετικό υλικό καταγράφεται ως εύρημα ότι ο προσδιορισμός των τεχνικών προδιαγραφών δεν διασφάλισε, κατά την κρίση των ελεγκτών, την ισότιμη πρόσβαση όλων των υποψηφίων και τη μη δημιουργία εμποδίων στην ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού. Πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρή παρατήρηση όταν αφορά δημόσιες προμήθειες δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Γιατί στις δημόσιες συμβάσεις το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αποκτηθεί ένας λειτουργικός εξοπλισμός. Είναι να μπορεί να τεκμηριωθεί ότι αποκτήθηκε με διαδικασίες οι οποίες επιτρέπουν τον πραγματικό ανταγωνισμό και εξασφαλίζουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τους δημόσιους πόρους.
Ένα ακόμη ερώτημα: Τι ακριβώς έπρεπε να συλλέγουν;
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια περισσότερο τεχνική, αλλά ουσιαστική πλευρά του ελέγχου. Οι προσκλήσεις των σχετικών δράσεων αφορούσαν τη χωριστή συλλογή υλικών, όπως χαρτί, πλαστικό, γυαλί και μέταλλο, με συγκεκριμένες προβλέψεις ως προς τα υλικά που θα συλλέγονταν. Ωστόσο, σύμφωνα με το υλικό του ελέγχου, οι προδιαγραφές που προσκομίστηκαν αφορούσαν μηχανήματα της κατηγορίας Reverse Vending Machines (RVMs), δηλαδή εξοπλισμό που χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο για επιστροφή μπουκαλιών και μεταλλικών κουτιών. Οι ελεγκτές συνέδεσαν το συγκεκριμένο ζήτημα με το θεσμικό πλαίσιο της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού για τις συσκευασίες. Πρόκειται για μια τεχνική διάσταση που έχει σημασία, καθώς αφορά το κατά πόσο ο εξοπλισμός που αποκτήθηκε ανταποκρινόταν ακριβώς στον σκοπό και στις προϋποθέσεις της χρηματοδοτούμενης δράσης.
«Πρώτα τα πολυκέντρα και μετά η τεκμηρίωση της ανάγκης;»
Ένα ακόμη εύρημα του ελέγχου αφορά τα Τοπικά Σχέδια Διαχείρισης Αποβλήτων. Σύμφωνα με το διαθέσιμο υλικό, δεν είχαν αρχικά υποβληθεί τα ΤΣΔΑ που θα τεκμηρίωναν την αναγκαιότητα προμήθειας των πολυκέντρων, ενώ όσα προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου έφεραν μεταγενέστερες ημερομηνίες από την υποβολή της αίτησης χρηματοδότησης. Η παρατήρηση των ελεγκτών είναι ιδιαίτερα σημαντική: Εάν η ανάγκη για μια δημόσια προμήθεια τεκμηριώνεται εκ των υστέρων, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα με ποια στοιχεία είχε αρχικά ληφθεί η απόφαση για την πραγματοποίησή της. Και αυτό είναι ένα ερώτημα που αφορά τη διοικητική διαδικασία και τη χρηστή διαχείριση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων, ανεξάρτητα από πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας
Η υπόθεση έχει πλέον περάσει και σε διαφορετικό επίπεδο διερεύνησης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξετάζει τις σχετικές προμήθειες, ενώ στο πλαίσιο της έρευνας πραγματοποιήθηκαν έφοδοι από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων σε εγκαταστάσεις της μεγάλης εταιρείας ανταποδοτικής ανακύκλωσης στη Δάφνη, την Παλλήνη και τον Ασπρόπυργο. Εδώ απαιτείται σαφής διαχωρισμός. Η διενέργεια έρευνας ή ακόμη και η πραγματοποίηση εφόδων δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ενοχής. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και αρμόδιες για οποιαδήποτε περαιτέρω κρίση είναι οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί τη δημόσια σημασία της υπόθεσης, ιδιαίτερα όταν αφορά ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και δημόσιες συμβάσεις τέτοιου οικονομικού μεγέθους.
Και τώρα οι Δήμοι καλούνται να βρουν τη λύση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Δήμοι βρίσκονται μπροστά σε ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα. Τα Σπιτάκια υπάρχουν. Ο εξοπλισμός έχει αγοραστεί. Οι εγκαταστάσεις έχουν τοποθετηθεί. Οι πολίτες έχουν μάθει σε αρκετές περιοχές να τις χρησιμοποιούν.
Όμως ο φορέας που παρείχε μέχρι τώρα κρίσιμες υπηρεσίες για την καθημερινή λειτουργία τους αποχωρεί από αυτό το μοντέλο υποστήριξης. Και έτσι το βάρος περνά προσωρινά στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αυτό δημιουργεί αναπόφευκτα νέα κόστη και νέες επιχειρησιακές ανάγκες, το ακριβές ύψος των οποίων μένει να αποσαφηνιστεί.
Ποιος θα πληρώνει από εδώ και πέρα;
Είναι ίσως το πιο απλό και ταυτόχρονα πιο δύσκολο ερώτημα. Εάν ένας Δήμος πρέπει να αναλάβει τη λειτουργία ενός πολυκέντρου, θα πρέπει να εξασφαλίσει ηλεκτρικό ρεύμα, τεχνική υποστήριξη, αποκομιδή των υλικών και πιθανότατα διαχείριση του εξοπλισμού.
Ποιος θα καλύψει αυτό το κόστος; Θα καλυφθεί από τον ΕΔΣΝΑ; Από τους ίδιους τους Δήμους; Θα υπάρξει νέος ανάδοχος; Θα δημιουργηθεί διαφορετικό κεντρικό μοντέλο λειτουργίας; Και τι θα γίνει με την ανταποδοτικότητα προς τον πολίτη;
Προς το παρόν, αυτά είναι ερωτήματα που χρειάζονται σαφείς απαντήσεις.
Δημόσια περιουσία που δεν μπορεί να μείνει αναξιοποίητη
Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των ελέγχων, τα πολυκέντρα αποτελούν πλέον εξοπλισμό που έχει αποκτηθεί με σημαντικούς πόρους. Το χειρότερο δυνατό σενάριο θα ήταν να παραμείνουν εγκατεστημένα αλλά ανενεργά, χωρίς συντήρηση και χωρίς ουσιαστική χρήση. Γι’ αυτό και η εντολή του ΕΔΣΝΑ προς τους Δήμους να μην προχωρήσουν σε αποξήλωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το ζητούμενο πλέον είναι η αξιοποίηση. Και η αξιοποίηση απαιτεί σχέδιο.
Η υπόθεση έχει δύο διαφορετικά σκέλη
Στην πραγματικότητα, από εδώ και πέρα η υπόθεση εξελίσσεται σε δύο παράλληλα επίπεδα. Το πρώτο είναι ελεγκτικό και δικαστικό. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και οι υπόλοιποι αρμόδιοι θεσμοί θα συνεχίσουν τη διερεύνηση των προμηθειών και θα κρίνουν εάν προκύπτουν ευθύνες και ποιες είναι αυτές. Το δεύτερο είναι καθαρά επιχειρησιακό και αυτοδιοικητικό.
Τι θα γίνουν τα Σπιτάκια από αύριο; Πώς θα λειτουργήσουν; Ποιος θα τα συντηρεί; Ποιος θα αδειάζει τα ανακυκλώσιμα υλικά; Ποιος θα πληρώνει το ρεύμα; Και με ποιο κίνητρο θα συνεχίσει ο πολίτης να τα χρησιμοποιεί;
Αυτές είναι απαντήσεις που δεν μπορούν να περιμένουν την ολοκλήρωση μιας πολυετούς ελεγκτικής ή δικαστικής διαδικασίας.
Η ανακύκλωση δεν μπορεί να μείνει «στην πρίζα» μόνο στα χαρτιά
Η ουσία της υπόθεσης ξεπερνά μία εταιρεία, έναν διαγωνισμό ή έναν φορέα. Η χώρα έχει συγκεκριμένους στόχους ανακύκλωσης και η Τοπική Αυτοδιοίκηση βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας για τη χωριστή συλλογή και αξιοποίηση των αποβλήτων. Ο εξοπλισμός από μόνος του, όμως, δεν κάνει ανακύκλωση. Χρειάζεται λειτουργία, συντήρηση, αποκομιδή, ενημέρωση των πολιτών, πραγματική αξιοποίηση των συλλεγόμενων υλικών και ένα οικονομικά βιώσιμο σύστημα.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα που αφήνει πίσω της η τελευταία εξέλιξη: Μπορεί ένα σύστημα που βασίστηκε σε ακριβό εξοπλισμό να συνεχίσει να λειτουργεί αποτελεσματικά όταν αποχωρεί ο φορέας που μέχρι σήμερα υποστήριζε ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής λειτουργίας του;
Η επόμενη ημέρα θα κρίνει και την πραγματική αξία της επένδυσης
Οι έλεγχοι θα ακολουθήσουν τον δρόμο τους και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα καταλήξει στα δικά της συμπεράσματα. Για τους Δήμους και τους πολίτες, όμως, υπάρχει ένα πολύ πιο άμεσο ζήτημα. Τα Σπιτάκια βρίσκονται εκεί. Έχουν κοστίσει σημαντικά ποσά. Και πρέπει να λειτουργήσουν.
Η επόμενη ημέρα, συνεπώς, δεν θα κριθεί μόνο από το τι θα δείξουν οι έρευνες για το παρελθόν, αλλά και από το κατά πόσο οι αρμόδιοι φορείς θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν ότι αυτή η υποδομή δεν θα μετατραπεί σε αδρανή εξοπλισμό στις πλατείες των Δήμων. Το έγγραφο του ΕΔΣΝΑ δείχνει ότι η πρόθεση είναι να διατηρηθούν τα Σπιτάκια και να βρεθεί λύση. Αυτό που μένει πλέον είναι η λύση αυτή να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο: ποιος αναλαμβάνει, ποιος πληρώνει, ποιος συντηρεί και με ποιο μοντέλο συνεχίζεται η ανταποδοτική ανακύκλωση.
Γιατί μετά τις επιστολές, τους ελέγχους και τις έρευνες, έρχεται αναπόφευκτα η ώρα της πιο πρακτικής ερώτησης:
Την επόμενη ημέρα, ποιος θα βάλει ξανά τα Σπιτάκια στην πρίζα;