Σε μια διπλή παρέμβαση στην αγορά του πετρελαίου θέρμανσης προσανατολίζεται η κυβέρνηση, καθώς η έναρξη της φετινής περιόδου διάθεσης στις 15 Οκτωβρίου πραγματοποιείται σε ένα ιδιαίτερα πιεστικό ενεργειακό περιβάλλον. Ο βασικός στόχος που έχει τεθεί είναι να περιοριστεί η τιμή εκκίνησης του πετρελαίου θέρμανσης περίπου στα 1,75 ευρώ το λίτρο, καθώς με βάση τα σημερινά δεδομένα και εφόσον δεν υπάρξει κρατική ή άλλη παρέμβαση, η τιμή θα μπορούσε να πλησιάσει ακόμη και τα 2 ευρώ. Παράλληλα, στο ίδιο πακέτο εντάσσεται η οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, προκειμένου να ενισχυθεί η στήριξη των νοικοκυριών ενόψει του χειμώνα.
Οι τελικές αποφάσεις αναμένονται μέσα στην επόμενη εβδομάδα, με το οικονομικό επιτελείο να εξετάζει διαφορετικούς συνδυασμούς μέτρων ώστε να περιοριστεί το κόστος για τους καταναλωτές χωρίς να υπάρξει υπέρμετρη δημοσιονομική επιβάρυνση. Στο τραπέζι βρίσκονται η συμμετοχή των διυλιστηρίων στη συγκράτηση της τιμής, η επιδότηση απευθείας στην αντλία και μια ενδεχόμενη προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης. Το τελικό μείγμα δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και αναμένεται να εξαρτηθεί τόσο από την πορεία των διεθνών τιμών όσο και από τις ευρωπαϊκές αποφάσεις για τον δημοσιονομικό χώρο που θα μπορούν να αξιοποιήσουν τα κράτη-μέλη.
Η ανησυχία για την τιμή με την οποία θα ξεκινήσει η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης είναι άμεση. Η διεθνής άνοδος του ενεργειακού κόστους δημιουργεί πιέσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα, από την προμήθεια και τη διύλιση μέχρι τη λιανική αγορά. Με βάση τους υπολογισμούς που γίνονται αυτή τη στιγμή, χωρίς κάποια παρέμβαση η τιμή στην αντλία θα μπορούσε να διαμορφωθεί κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο. Το ενδεχόμενο αυτό έχει περιγραφεί και από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος έχει επισημάνει ότι μια τέτοια τιμή δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Η διαφορά ανάμεσα σε μια τιμή κοντά στα 2 ευρώ και στον στόχο των 1,75 ευρώ δημιουργεί ένα κενό περίπου 25 λεπτών ανά λίτρο, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί με συνδυασμό παρεμβάσεων. Αν οι διεθνείς τιμές κινηθούν ακόμη υψηλότερα μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου, η απαιτούμενη παρέμβαση θα μπορούσε να προσεγγίσει ή ακόμη και να ξεπεράσει τα 30 λεπτά ανά λίτρο. Για τον λόγο αυτό το οικονομικό επιτελείο εξετάζει περισσότερα του ενός μέτρα, προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα προσαρμογής ανάλογα με τις συνθήκες που θα επικρατούν όταν ανοίξει επίσημα η αγορά.
Ένα από τα βασικά σενάρια που εξετάζονται προβλέπει τη συμμετοχή των διυλιστηρίων στη συγκράτηση της τιμής. Το ποσό που έχει συζητηθεί κινείται περίπου στα 10 λεπτά ανά λίτρο, με το υπόλοιπο της απαιτούμενης παρέμβασης να καλύπτεται από το κράτος μέσω διαφορετικών εργαλείων. Η συγκεκριμένη επιλογή συνδέεται με την προσπάθεια να περιοριστεί η δημοσιονομική επιβάρυνση, ενώ παράλληλα να υπάρξει άμεση επίδραση στην τελική τιμή που θα πληρώνει ο καταναλωτής.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση έχει θέσει στο τραπέζι και το ενδεχόμενο επιδότησης απευθείας στην αντλία. Πρόκειται για ένα μοντέλο που έχει χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν σε περιόδους έντονων ανατιμήσεων και έχει ως βασικό χαρακτηριστικό ότι η κρατική ενίσχυση μεταφράζεται άμεσα σε χαμηλότερη τιμή αγοράς για τον καταναλωτή. Ένα από τα σενάρια που εξετάζονται προβλέπει επιδότηση περίπου 10 λεπτών ανά λίτρο, η οποία θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη συμμετοχή των διυλιστηρίων και μια φορολογική παρέμβαση.
Στις εναλλακτικές λύσεις περιλαμβάνεται και μια προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης. Ο ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης ανέρχεται σήμερα στα 280 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή στα 28 λεπτά ανά λίτρο. Μια προσωρινή μείωση, για παράδειγμα κατά περίπου 10 λεπτά ανά λίτρο, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένα ακόμη εργαλείο για τη διαμόρφωση της τελικής τιμής, σε συνδυασμό με την επιδότηση στην αντλία και τη συμμετοχή των διυλιστηρίων.
Η επιλογή του ΕΦΚ, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένη. Μια τέτοια παρέμβαση θα είχε άμεση δημοσιονομική επίπτωση και για τον λόγο αυτό εξετάζεται ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο και όχι ως μόνιμη αλλαγή στη φορολογία των καυσίμων. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες και το κατά πόσο θα υπάρξει ευελιξία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την ενεργειακή κρίση.
Το δεύτερο μεγάλο σκέλος της κυβερνητικής παρέμβασης αφορά το επίδομα θέρμανσης. Η κυβέρνηση έχει προαναγγείλει οριζόντια αύξηση της ενίσχυσης, με στόχο να ενισχυθούν τα νοικοκυριά που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν υψηλότερες δαπάνες θέρμανσης κατά τους επόμενους μήνες. Η αύξηση αυτή αναμένεται να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς οποιαδήποτε παρέμβαση στην τιμή του πετρελαίου, ώστε η στήριξη να μην περιοριστεί μόνο στους καταναλωτές που αγοράζουν πετρέλαιο.
Το ακριβές ύψος της πρόσθετης ενίσχυσης δεν έχει ακόμη καθοριστεί. Πριν από την τελευταία ενεργειακή αναταραχή είχε προβλεφθεί κονδύλι περίπου 270 εκατ. ευρώ για το επίδομα θέρμανσης, όμως η νέα κατάσταση στις αγορές ενέργειας οδηγεί την κυβέρνηση σε επανεξέταση των δεδομένων και αναζήτηση πρόσθετων πόρων. Η οριζόντια αύξηση που έχει προαναγγελθεί θα πρέπει να εξειδικευτεί το επόμενο διάστημα, ώστε να αποσαφηνιστεί τόσο το ύψος της ενίσχυσης όσο και ο τρόπος με τον οποίο θα κατανεμηθεί στους δικαιούχους.
Παράλληλα, η Αθήνα επιδιώκει μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της δυνατότητας των κρατών-μελών να εφαρμόζουν έκτακτα μέτρα χωρίς να επιβαρύνονται δυσανάλογα οι εθνικοί προϋπολογισμοί. Η συζήτηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς από τις αποφάσεις που θα ληφθούν μπορεί να επηρεαστεί το τελικό ύψος και η σύνθεση του εθνικού πακέτου στήριξης.
Ένα μεγαλύτερο περιθώριο για έκτακτες ενεργειακές παρεμβάσεις θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος του κόστους μέσω κρατικής επιδότησης. Αντίθετα, εάν τα δημοσιονομικά περιθώρια παραμείνουν περιορισμένα, μεγαλύτερη βαρύτητα θα μπορούσε να δοθεί σε λύσεις όπως η συμμετοχή των διυλιστηρίων ή σε προσωρινές παρεμβάσεις που περιορίζουν το κόστος για τον καταναλωτή χωρίς να δημιουργούν μόνιμη επιβάρυνση στον κρατικό προϋπολογισμό.
Στο κυβερνητικό σχέδιο εξετάζεται επίσης η επαναφορά περιορισμών στα περιθώρια κέρδους στην αλυσίδα διάθεσης, με στόχο να διασφαλιστεί ότι η όποια κρατική ενίσχυση ή μείωση κόστους θα μετακυλίεται στην τελική τιμή. Η παρέμβαση στην αντλία αποτελεί κρίσιμο σημείο του σχεδιασμού, καθώς η κυβέρνηση θέλει το αποτέλεσμα των μέτρων να είναι άμεσα ορατό στην τιμή που αντιμετωπίζει ο καταναλωτής και όχι να απορροφάται σε ενδιάμεσα στάδια της αγοράς.
Την ίδια ώρα, έχει αποφασιστεί η επέκταση και για τον Οκτώβριο της παρέμβασης στο diesel κίνησης, σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι επιπτώσεις του υψηλού ενεργειακού κόστους και στις μεταφορές. Το συγκεκριμένο μέτρο εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική αντιμετώπισης των ανατιμήσεων στα καύσιμα, καθώς η αύξηση του κόστους μετακίνησης και μεταφοράς μπορεί να μεταφερθεί σταδιακά και στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Το κρίσιμο πλέον είναι το τελικό μείγμα που θα επιλεγεί και το ύψος της παρέμβασης που θα απαιτηθεί μέχρι τις 15 Οκτωβρίου. Η τιμή των 1,75 ευρώ το λίτρο αποτελεί τον βασικό στόχο που έχει τεθεί, όμως η τελική τιμή θα εξαρτηθεί από τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, τα περιθώρια διύλισης και τις συνθήκες που θα επικρατούν στην αγορά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Για τα νοικοκυριά, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται πλέον σε δύο βασικά σημεία: πόσο θα κοστίζει το πετρέλαιο θέρμανσης όταν ξεκινήσει η διάθεσή του και ποιο θα είναι τελικά το ποσό του επιδόματος που θα μπορούν να λάβουν. Οι επόμενες ημέρες αναμένεται να είναι καθοριστικές, καθώς η κυβέρνηση θα πρέπει να αποφασίσει ποια εργαλεία θα χρησιμοποιήσει και με ποιον συνδυασμό, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών όσο και τους δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Εφόσον υλοποιηθεί ο σχεδιασμός που βρίσκεται σήμερα στο τραπέζι, η στήριξη θα κινηθεί σε δύο επίπεδα: αφενός στη συγκράτηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης στην αντλία και αφετέρου στην ενίσχυση των νοικοκυριών μέσω υψηλότερου επιδόματος θέρμανσης. Οι τελικές λεπτομέρειες, ωστόσο, θα πρέπει να ανακοινωθούν επίσημα, καθώς μέχρι στιγμής αρκετά από τα μέτρα που εξετάζονται αποτελούν σενάρια και όχι οριστικές αποφάσεις.