Editorial οικονομική ανάλυση βασισμένη σε διεθνείς εκτιμήσεις και δημοσιεύματα.

Κάποτε οι οικονομικές κρίσεις έμοιαζαν πιο εύκολες να αναγνωριστούν. Έσκαγε μια φούσκα, κατέρρεαν οι τράπεζες, χάνονταν δουλειές, έπεφταν οι αγορές και όλοι καταλάβαιναν ότι «μπήκαμε σε ύφεση». Υπήρχε ένας θόρυβος, μια βίαιη στιγμή που χώριζε το «πριν» από το «μετά».

Σήμερα, όμως, η οικονομική ανησυχία δεν μοιάζει έτσι.

Δεν υπάρχει πάντα η θεαματική κατάρρευση. Υπάρχει περισσότερο μια αργή φθορά, μια διαρκής αίσθηση ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά, ακόμη κι όταν οι δείκτες δεν καταρρέουν επίσημα. Σαν να ζούμε συνεχώς λίγο πριν από κάτι κακό. Ή ίσως λίγο μετά από κάτι κακό που κανείς δεν παραδέχεται ανοιχτά.

Και κάπως έτσι γεννιέται ξανά το ίδιο ερώτημα: έρχεται ύφεση στις ΗΠΑ ή απλώς έχουμε μάθει να φοβόμαστε ότι έρχεται;

Το ενδιαφέρον είναι ότι ούτε οι ίδιοι οι κορυφαίοι οικονομολόγοι συμφωνούν μεταξύ τους. Άλλοι βλέπουν ύφεση μέσα στους επόμενους μήνες, άλλοι μιλούν για απλή επιβράδυνση, άλλοι φοβούνται στασιμοπληθωρισμό, αυτόν τον παράξενο συνδυασμό χαμηλής ανάπτυξης και επίμονα υψηλών τιμών που κάνει τις κοινωνίες να αισθάνονται εγκλωβισμένες.

Σχεδόν κανείς, όμως, δεν ακούγεται πραγματικά αισιόδοξος. Και ίσως αυτό να λέει περισσότερα από τις ίδιες τις προβλέψεις.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα του περιοδικού Business Insider, δέκα κορυφαίοι Αμερικανοί οικονομολόγοι προσπάθησαν να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα: τι ακριβώς συμβαίνει στην αμερικανική οικονομία και, κυρίως, τι έρχεται μετά;

Η Claudia Sahm βλέπει μια οικονομία που κουράζεται αργά, όχι απαραίτητα μια κατάρρευση τύπου 2008, αλλά μια σταδιακή επιδείνωση, μια αγορά εργασίας που γίνεται πιο δύσκολη, μια καθημερινότητα που πιέζει όλο και περισσότερο. Και ίσως αυτό να είναι πιο τρομακτικό από μια ξαφνική κρίση: όταν η φθορά γίνεται μόνιμη και αρχίζει να θεωρείται φυσιολογική.

Ο Paul Krugman προειδοποιεί να μην πανικοβαλλόμαστε με κάθε αρνητικό στοιχείο του ΑΕΠ. Θυμίζει ότι και το 2022 υπήρξε συρρίκνωση χωρίς επίσημη ύφεση. Παρ’ όλα αυτά, μιλά ανοιχτά για τον κίνδυνο που δημιουργούν οι δασμοί και ο εμπορικός πόλεμος, όχι μόνο επειδή ανεβάζουν τις τιμές, αλλά επειδή παράγουν κάτι πιο δύσκολο να μετρηθεί: αβεβαιότητα.

Και η αβεβαιότητα ίσως είναι σήμερα το πιο επικίνδυνο οικονομικό φαινόμενο.

Γιατί τι κάνει ο κόσμος όταν φοβάται; Ξοδεύει λιγότερα. Οι επιχειρήσεις παγώνουν επενδύσεις. Οι εργαζόμενοι αποφεύγουν τα ρίσκα. Οι οικογένειες αναβάλλουν αποφάσεις. Η οικονομία αρχίζει να επιβραδύνεται όχι απαραίτητα επειδή κατέρρευσε, αλλά επειδή όλοι περιμένουν ότι θα καταρρεύσει.

Αυτό ακριβώς περιγράφει και ο Cory Stahle όταν μιλά για αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Μήπως τελικά οι υφέσεις ξεκινούν πρώτα στο μυαλό και μετά στους αριθμούς;

Ο Torsten Slok μάλιστα εκτιμά ότι υπάρχει σχεδόν 90% πιθανότητα μιας «εθελοντικής ύφεσης» λόγω της επιθετικής επαναδιαπραγμάτευσης των εμπορικών σχέσεων. Η φράση από μόνη της ακούγεται σχεδόν παράδοξη: μια ύφεση που προκαλείται όχι από ατύχημα, αλλά από πολιτική επιλογή.

Από την άλλη πλευρά, ο Olu Sonola θεωρεί πιθανότερο ένα σοκ στασιμοπληθωρισμού, μια οικονομία που δεν αναπτύσσεται πραγματικά, ενώ το κόστος ζωής συνεχίζει να ανεβαίνει, σαν να τρέχεις συνεχώς χωρίς να πηγαίνεις πουθενά.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο εξαντλητικό σενάριο για μια κοινωνία. Γιατί σε μια κλασική ύφεση υπάρχει τουλάχιστον η ελπίδα της ανάκαμψης. Στον στασιμοπληθωρισμό όμως δημιουργείται κάτι πιο ύπουλο: μια μόνιμη αίσθηση στασιμότητας, μια κοινωνία που συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά όλο και λιγότεροι νιώθουν ότι προχωρούν πραγματικά.

Η Diane Swonk εστιάζει ιδιαίτερα στις κοινωνικές ανισότητες. Υπενθυμίζει ότι οι υψηλότερες εισοδηματικές ομάδες στηρίζουν πλέον δυσανάλογα μεγάλο μέρος της κατανάλωσης, ενώ τα χαμηλά και μεσαία στρώματα έχουν χάσει το «μαξιλάρι» αποταμιεύσεων που δημιουργήθηκε την περίοδο της πανδημίας.

Και κάπου εκεί το οικονομικό πρόβλημα παύει να είναι απλώς οικονομικό.

Γιατί τι σημαίνει τελικά ύφεση για τον μέσο άνθρωπο; Δεν σημαίνει απαραίτητα δύο αρνητικά τρίμηνα στο ΑΕΠ. Σημαίνει ότι ο μισθός δεν φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα, ότι το ενοίκιο μοιάζει δυσανάλογο με τη ζωή που κάνεις, ότι αρχίζεις να φοβάσαι να αλλάξεις δουλειά, να κάνεις παιδί, να σχεδιάσεις το μέλλον.

Ο Mark Hamrick το λέει ίσως πιο καθαρά από όλους: πολλές φορές υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην επίσημη ύφεση και στο πώς αισθάνονται πραγματικά οι πολίτες. Μια οικονομία μπορεί τεχνικά να αναπτύσσεται και ταυτόχρονα οι άνθρωποι να αισθάνονται φτωχότεροι.

Κι ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής μας.

Οι αριθμοί μπορεί να λένε ότι η οικονομία συνεχίζει να λειτουργεί. Οι άνθρωποι όμως δεν αισθάνονται ασφαλείς μέσα σε αυτήν.

Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι όλος ο υπόλοιπος κόσμος εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική οικονομία. Η παλιά φράση «όταν η Αμερική φτερνίζεται, η Ευρώπη αρρωσταίνει» ακούγεται ξανά επίκαιρη.

Μόνο που αυτή τη φορά η Ευρώπη μοιάζει ήδη κουρασμένη.

Ενεργειακή ανασφάλεια, πόλεμοι, υψηλό κόστος ζωής, στεγαστική κρίση, κοινωνική κόπωση. Μια πιθανή αμερικανική επιβράδυνση ίσως να μην έφερνε έναν θεαματικό πανικό όπως το 2008. Ίσως να έφερνε κάτι πιο αθόρυβο αλλά βαθύτερο: λιγότερες επενδύσεις, ακριβότερο χρήμα, περισσότερη εργασιακή ανασφάλεια και ακόμη μεγαλύτερη πίεση στην καθημερινότητα.

Και κάπου εδώ γεννιέται ίσως το πιο uncomfortable ερώτημα από όλα:

Μήπως ήδη ζούμε κάτι που μοιάζει με ύφεση χωρίς να το ονομάζουμε έτσι;

Γιατί τελικά οι μεγάλες κρίσεις δεν ξεκινούν πάντα με μια έκρηξη. Μερικές φορές ξεκινούν σιωπηλά, με ανθρώπους που κόβουν μικρές συνήθειες, με οικογένειες που αναβάλλουν σχέδια, με κοινωνίες που συνεχίζουν να κινούνται κανονικά, αλλά χάνουν σιγά σιγά την πίστη τους στο μέλλον.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη οικονομική κρίση να μετρηθεί: όχι εκείνη που φαίνεται στους δείκτες, αλλά εκείνη που εγκαθίσταται στην ψυχολογία των ανθρώπων.

Χ.Θεοφάνους

Από Newsroom