Λίγες ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε συνέντευξη στο περιοδικό Foreign Policy, όπου ξεκαθάρισε το πλαίσιο της επικείμενης συνάντησής του με τον Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, η οποία προγραμματίζεται για την Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην τουρκική πρωτεύουσα, όπως προκύπτει από τον προγραμματισμό, θα είναι ολιγόωρη. Και οι δύο πλευρές φαίνεται ότι επιδιώκουν ένα σύντομο, αλλά ουσιαστικό τετ α τετ, με στόχο κυρίως τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και την αποφυγή εντάσεων. Σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη, οι προσδοκίες για κάποιο σημαντικό βήμα στο ζήτημα της οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και υφαλοκρηπίδας παραμένουν περιορισμένες, καθώς πρόκειται για διαφορές που δεν έχουν ακόμη βρει λύση.

«Η συνάντηση δεν αφορά σε ζητήματα κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων», τόνισε ο Πρωθυπουργός, υπογραμμίζοντας τη σημασία της τήρησης των κόκκινων γραμμών και της προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο, καθώς και στο δίκαιο της θάλασσας. Το μήνυμα αυτό απευθύνεται ταυτόχρονα τόσο στην ηγεσία της Τουρκίας όσο και στο εσωτερικό πολιτικό ακροατήριο, που παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά.

Η στρατηγική που φαίνεται να υιοθετεί η ελληνική πλευρά είναι η διατήρηση του διαλόγου χωρίς ακρότητες, προκλήσεις ή αντιπαραθέσεις. Ο Πρωθυπουργός εκτίμησε ότι δεν διακρίνει κινδύνους κλιμάκωσης με την Τουρκία στο άμεσο μέλλον, επισημαίνοντας ότι το κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι σαφώς πιο ήρεμο σε σχέση με την κατάσταση που επικρατούσε πριν από τέσσερα έως πέντε χρόνια, όταν οι προκλήσεις και οι εντάσεις ήταν συχνότερες.

Η συνέντευξη του κ. Μητσοτάκη έρχεται λίγες μόνο ώρες μετά την επίσημη ανακοίνωση από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο για τη συνάντηση στην Άγκυρα, επισημαίνοντας τη βούληση της ελληνικής κυβέρνησης να κρατήσει το πλαίσιο της επίσκεψης αυστηρά στο επίπεδο της συνεργασίας και της επικοινωνίας, χωρίς να ανοίξουν ζητήματα που αφορούν κυριαρχικά δικαιώματα.

Παράλληλα, η τοποθέτηση του Πρωθυπουργού αποτελεί και απάντηση σε όσους εντός συνόρων έχουν εκφράσει ανησυχίες περί υποχωρητικότητας ή «ενδοτισμού». Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγεται και ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, με τον οποίο η διαφορά απόψεων στα εθνικά θέματα είναι πλέον εμφανής. Τα σχόλια που ακολούθησαν από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη δείχνουν ότι η κυβέρνηση έχει πλέον αποφασίσει να απαντά άμεσα σε δηλώσεις που αφορούν κρίσιμα εθνικά θέματα, θέλοντας να ξεκαθαρίσει την προσήλωση της ελληνικής πλευράς στην εθνική γραμμή.

Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που αποσκοπεί στη σταθεροποίηση των διμερών σχέσεων και στην αποφυγή επικίνδυνων κλιμακώσεων στην ανατολική Μεσόγειο. Το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας θα αποτελέσει τον βασικό χώρο για ανταλλαγή απόψεων και ενημέρωση για τα πεδία συνεργασίας, χωρίς όμως να ανοίξουν επίσημα ζητήματα που αφορούν αμφισβητούμενα κυριαρχικά δικαιώματα.

Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει μέσω αυτής της συνάντησης να στείλει μήνυμα σταθερότητας και διαλόγου, προκειμένου να αποφευχθούν οι εντάσεις και να διατηρηθούν οι δίαυλοι επικοινωνίας ανοικτοί και λειτουργικοί. Η έμφαση της ελληνικής πλευράς παραμένει στη διασφάλιση των εθνικών δικαιωμάτων χωρίς προκλήσεις και με πλήρη σεβασμό στο διεθνές δίκαιο.

Η πολιτική και διπλωματική στρατηγική της Αθήνας αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη στάση του Πρωθυπουργού, που προτάσσει την ψύχραιμη, ορθολογική προσέγγιση, αποφεύγοντας εντάσεις και αναζητώντας πρακτικούς τρόπους για την προώθηση του διαλόγου με τη γειτονική χώρα. Η επικείμενη συνάντηση στην Άγκυρα αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο τεστ για την ποιότητα της ελληνοτουρκικής επικοινωνίας, χωρίς όμως να ανοίξει νέες αντιπαραθέσεις σε ζητήματα κυριαρχίας και ΑΟΖ.

Από Newsroom

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *