Όλο και περισσότερες ενδείξεις συγκλίνουν πλέον σε ένα συγκεκριμένο σενάριο: οι εθνικές εκλογές να πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027 και, πιθανότατα, μέσα στον Μάιο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επαναλάβει ότι προτίθεται να εξαντλήσει την τετραετία, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες από το πρωθυπουργικό περιβάλλον έχει απορρίψει εισηγήσεις για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.

Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι ο πολιτικός χρόνος, παρά τη φυσιολογική κυβερνητική φθορά, μπορεί να λειτουργήσει τελικά υπέρ της ΝΔ.

Η φετινή ΔΕΘ αναμένεται μάλιστα να αποτελέσει ουσιαστικά την αφετηρία της μακράς προεκλογικής περιόδου. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να παρουσιάσει εκεί όχι μόνο τα οικονομικά μέτρα του 2027, αλλά και τους βασικούς άξονες της «Ατζέντας 2030», επιχειρώντας να μεταφέρει τη συζήτηση από τη φθορά επτά ετών διακυβέρνησης στο ερώτημα ποιος διαθέτει σχέδιο για την επόμενη τετραετία.

 

Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι για τους οποίους το κυβερνητικό επιτελείο δείχνει να προσανατολίζεται προς τον Μάιο.

  • Ο πρώτος είναι οικονομικός.

Το πακέτο που προετοιμάζεται για τη ΔΕΘ θα περιλαμβάνει παρεμβάσεις για μισθωτούς, συνταξιούχους, ελεύθερους επαγγελματίες, δημοσίους υπαλλήλους και αγρότες. Στο Μαξίμου εκτιμούν ότι οι εξαγγελίες από μόνες τους έχουν περιορισμένη εκλογική απόδοση – χρειάζεται να περάσουν μερικοί μήνες ώστε οι πολίτες να δουν πραγματικές αυξήσεις εισοδήματος ή μειώσεις επιβαρύνσεων στην τσέπη τους.

Η προηγούμενη εμπειρία ενισχύει αυτή τη λογική. Κυβερνητικά στελέχη θεωρούν ότι μέτρα όπως οι φορολογικές μειώσεις, οι παρεμβάσεις στο ενοίκιο και η ενίσχυση συνταξιούχων άρχισαν να αποδίδουν δημοσκοπικά αρκετούς μήνες μετά την ανακοίνωσή τους. Με αυτή τη λογική, μέτρα που θα ανακοινωθούν τον Σεπτέμβριο και θα αρχίσουν να εφαρμόζονται από τον Ιανουάριο χρειάζονται έως την άνοιξη για να αποκτήσουν εκλογικό αποτύπωμα.

  • Ο δεύτερος λόγος είναι αμιγώς πολιτικός.

Ο Μητσοτάκης φαίνεται να θεωρεί ότι ο χρόνος θα δοκιμάσει περισσότερο τους αντιπάλους του παρά τον ίδιο. Η εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα, τη Μαρία Καρυστιανού και ενδεχομένως τον Αντώνη Σαμαρά δημιουργεί ένα εξαιρετικά ρευστό τοπίο. Το Μαξίμου ποντάρει στο ότι μέχρι την άνοιξη θα έχουν φανεί οι πραγματικές αντοχές τους, οι οργανωτικές δυσκολίες και τα όρια της εκλογικής τους επιρροής.

  • Ο τρίτος λόγος αφορά το προφίλ θεσμικότητας που θέλει να διατηρήσει ο πρωθυπουργός. Η ολοκλήρωση της τετραετίας του επιτρέπει να εμφανιστεί ως ο πολιτικός που δεν χειρίζεται τον χρόνο των εκλογών ανάλογα με τη συγκυρία, αλλά επιμένει στη σταθερότητα και στη θεσμική συνέχεια.

 

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στην εκλογική «χαρτογράφηση» που φαίνεται να κάνει ήδη το κυβερνητικό επιτελείο.

Τα τελευταία focus groups που έχουν φτάσει στο Μαξίμου δείχνουν ότι σημαντικό μέρος των αναποφάσιστων αποτελείται από πολίτες που είχαν ψηφίσει ΝΔ το 2019 ή το 2023 και σήμερα έχουν απομακρυνθεί.

Η πρώτη δεξαμενή είναι η παραδοσιακή δεξιά και κεντροδεξιά βάση.

Πρόκειται κυρίως για ψηφοφόρους ηλικίας 30-50 ετών, πολλούς από αυτούς ελεύθερους επαγγελματίες ή μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και με ισχυρή παρουσία στην περιφέρεια. Σύμφωνα με τα focus groups, ένα μέρος τους έχει απομακρυνθεί από τη ΝΔ είτε για οικονομικούς λόγους είτε επειδή διαφωνεί με συγκεκριμένες κυβερνητικές επιλογές, μεταξύ των οποίων και ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών.

Εδώ η στρατηγική είναι επιστροφή στη «γαλάζια βάση» χωρίς όμως εγκατάλειψη του κέντρου.

Η δεύτερη δεξαμενή είναι ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρουσα: οι κεντρώοι ψηφοφόροι με καταγωγή από το ΠΑΣΟΚ.

Πρόκειται για ψηφοφόρους που είχαν στηρίξει τον Μητσοτάκη στις προηγούμενες αναμετρήσεις ως επιλογή σταθερότητας, έχουν σήμερα λόγους δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά δεν δείχνουν διατεθειμένοι να επιστρέψουν εύκολα στο ΠΑΣΟΚ. Σύμφωνα με τις αναλύσεις του κυβερνητικού επιτελείου, η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα λειτουργεί για ένα τμήμα τους ως παράγοντας που μπορεί να τους ωθήσει εκ νέου προς τη ΝΔ.

Με άλλα λόγια, το Μαξίμου ποντάρει σε ένα γνώριμο δίλημμα: Μητσοτάκης ή Τσίπρας.

Και εδώ ακριβώς η σύγκρουση Τσίπρα – Ανδρουλάκη μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος της ΝΔ. Όσο το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να επιβάλει τον εαυτό του ως καθαρή κυβερνητική εναλλακτική και όσο ο Τσίπρας αναδεικνύεται ως βασικός αντίπαλος του Μητσοτάκη, ένα κομμάτι του μετριοπαθούς Κέντρου μπορεί να συσπειρωθεί ξανά γύρω από τον σημερινό πρωθυπουργό.

Η τρίτη και δυσκολότερη δεξαμενή είναι η νεότερη γενιά.

Είναι το ακροατήριο στο οποίο η ΝΔ εμφανίζει μεγαλύτερες αδυναμίες και όπου ο παραδοσιακός κομματικός μηχανισμός έχει περιορισμένη επιρροή. Το Μαξίμου γνωρίζει ότι εκεί δεν αρκούν ούτε το δίλημμα της σταθερότητας ούτε οι αναφορές στο παρελθόν του Τσίπρα. Χρειάζονται θέματα που αφορούν άμεσα την καθημερινότητα: στέγη, μισθοί, φορολογία, εργασιακές προοπτικές και δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας.

 

Ο Μάιος του 2027 δεν έχει βεβαίως ανακοινωθεί επισήμως και μέχρι τότε μπορούν να αλλάξουν πολλά. Η εικόνα όμως που διαμορφώνεται είναι αρκετά καθαρή.

Ο Μητσοτάκης δεν επιδιώκει αυτή τη στιγμή μια αιφνιδιαστική έξοδο προς τις κάλπες. Επιλέγει να χρησιμοποιήσει τον διαθέσιμο χρόνο για να αφήσει τα οικονομικά μέτρα να αποδώσουν, να επιχειρήσει την επανασυσπείρωση της παλιάς εκλογικής συμμαχίας της ΝΔ και παράλληλα να παρακολουθήσει τους αντιπάλους του να δοκιμάζονται.

Το σχέδιο έχει λογική αλλά και σημαντικό ρίσκο. Διότι ο χρόνος μπορεί να φθείρει τους αντιπάλους — μπορεί όμως να φθείρει και μια κυβέρνηση που θα βρίσκεται πλέον στο τέλος οκτώ συνεχόμενων ετών στην εξουσία.

Γι’ αυτό και το πραγματικό ερώτημα μέχρι τον Μάιο δεν θα είναι απλώς εάν η ΝΔ παραμένει πρώτη.

Θα είναι αν ο Μητσοτάκης καταφέρει να ξανασυναρμολογήσει την εκλογική συμμαχία που του έδωσε την κυριαρχία το 2023: τη δεξιά βάση, το μετακινούμενο Κέντρο και ένα τμήμα της νεότερης γενιάς.

Αν τα καταφέρει, ο χρόνος πράγματι μπορεί να αποδειχθεί σύμμαχός του.

Αν όχι, η επιλογή να εξαντλήσει την τετραετία μπορεί να μετατραπεί από στρατηγικό πλεονέκτημα στη μεγαλύτερη πολιτική δοκιμασία της οκταετίας του.

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ