Το στοιχείο που καθιστά τη σημερινή εξέλιξη πολιτικά ευαίσθητη είναι ότι είχε προηγηθεί, τον Φεβρουάριο, η καταδίκη τεσσάρων ιδιωτών που συνδέονταν με εταιρείες του Predator.

Το Β΄ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε ενόχους τους Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιο, Γιάννη Λαβράνο και Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου για αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακά συστήματα, παραβίαση του απορρήτου επικοινωνιών και προσωπικά δεδομένα. Παράλληλα, το δικαστήριο είχε διαβιβάσει στοιχεία της δικογραφίας προκειμένου να διερευνηθούν ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες και άλλων προσώπων και σοβαρότερα αδικήματα, μεταξύ των οποίων και η κατασκοπεία.

Ακριβώς εκεί βρίσκεται μία από τις βασικές πηγές της σημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης: από τη μία υπάρχει μια δικαστική απόφαση που διαπιστώνει ότι παράνομες παρακολουθήσεις πράγματι έγιναν και καταδικάζει συγκεκριμένους ιδιώτες· από την άλλη, η ευρύτερη έρευνα για τις πιθανές διασυνδέσεις και τους ενδεχόμενους εντολείς παραμένει αρχειοθετημένη. Αυτό δεν συνιστά από μόνο του νομική αντίφαση. Είναι, όμως, μια αντίφαση που πολιτικά προσφέρεται για ερωτήματα.
ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ ανεβάζουν τους τόνους

Το ΠΑΣΟΚ αντέδρασε άμεσα στη νέα απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ο εκπρόσωπος Τύπου Κώστας Τσουκαλάς υποστήριξε ότι όσο συνεχίζονται οι αρχειοθετήσεις, «οι σκιές παραμένουν και μεγαλώνουν», ενώ έκανε λόγο για αίσθηση ότι δεν αξιοποιείται κάθε διαθέσιμη θεσμική και δικονομική δυνατότητα για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης. Η Χαριλάου Τρικούπη επιχειρεί πλέον να μεταφέρει το ζήτημα από το στενό πεδίο μιας δικαστικής διαφοράς στο ευρύτερο ζήτημα της λειτουργίας των θεσμών και της εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη. Είναι μια γραμμή που το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί εδώ και μήνες και η οποία αναμένεται να συνεχιστεί, καθώς ο Νίκος Ανδρουλάκης υπήρξε ο ίδιος στόχος παρακολούθησης και έχει επενδύσει πολιτικά στο ζήτημα ήδη από το 2022.

Ακόμη πιο επιθετική είναι η στάση από την πλευρά του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛΑΣ, η οποία μιλά για «ώσμωση κυβέρνησης και Δικαιοσύνης» και συνδέει ευθέως τη δικαστική εξέλιξη με την κυβέρνηση. Η κυβερνητική πλευρά έχει διαχρονικά απορρίψει τις κατηγορίες περί συγκάλυψης και υποστηρίζει ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να αφεθεί να κάνει τη δουλειά της χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις. Το επιχείρημα έχει θεσμική βάση: οι εισαγγελικές αποφάσεις δεν μπορούν να κρίνονται κατά περίπτωση ως αποδεκτές ή μη ανάλογα με το πολιτικό αποτέλεσμα που παράγουν.

Από την άλλη πλευρά, η υπόθεση έχει ήδη αφήσει βαθύ πολιτικό αποτύπωμα. Η παρακολούθηση του Νίκου Ανδρουλάκη από την ΕΥΠ είχε αναγνωριστεί από την ίδια την κυβέρνηση, είχε οδηγήσει το 2022 στις παραιτήσεις του τότε διοικητή της ΕΥΠ και του γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού και είχε προκαλέσει μία από τις σοβαρότερες πολιτικές κρίσεις της δεύτερης κυβερνητικής θητείας της ΝΔ. Επομένως, κάθε νέα δικαστική εξέλιξη είναι σχεδόν αδύνατον να παραμείνει μόνο δικαστική.
Και ο Δικηγορικός Σύλλογος στη συζήτηση Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι οι επιφυλάξεις για την πορεία της έρευνας δεν προέρχονται αποκλειστικά από πολιτικά κόμματα.

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών είχε ήδη από την άνοιξη εκφράσει έντονη ανησυχία για την αρχειοθέτηση της υπόθεσης, επιμένοντας στην ανάγκη πλήρους και διαφανούς διερεύνησης όλων των πτυχών της. Είχε μάλιστα αφήσει ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο προσφυγής σε ευρωπαϊκά δικαιοδοτικά όργανα. Αυτό προσδίδει στο θέμα μια θεσμική διάσταση που ξεπερνά την κλασική αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Ένα σκάνδαλο που δύσκολα «αρχειοθετείται» πολιτικά. Η νέα απόφαση του Αρείου Πάγου ενδέχεται να περιορίζει δραστικά τις άμεσες δικαστικές προοπτικές της συγκεκριμένης δικογραφίας. Δεν σημαίνει όμως ότι εξαφανίζει και την πολιτική υπόθεση.

Αντιθέτως, η συσσώρευση αρχειοθετήσεων, η προηγηθείσα καταδίκη των τεσσάρων ιδιωτών, οι διαφορετικές δικαστικές αξιολογήσεις και οι αντιδράσεις κομμάτων και θεσμικών φορέων δημιουργούν μια κατάσταση στην οποία το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο «τι μπορεί να διερευνηθεί ποινικά». Είναι και πόσο πειστικά έχει απαντήσει συνολικά το πολιτικό και θεσμικό σύστημα στα ερωτήματα που άνοιξε το σκάνδαλο από το 2022.

Για την κυβέρνηση, ο κίνδυνος είναι να επιστρέψει στην επικαιρότητα ένα θέμα που θεωρούσε πολιτικά εξαντλημένο. Για την αντιπολίτευση, αντίστοιχα, η πρόκληση είναι να μη μετατρέψει μια σοβαρή θεσμική υπόθεση σε εύκολη καταγγελία περί ελεγχόμενης Δικαιοσύνης χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Και για τη Δικαιοσύνη, το στοίχημα είναι ακόμη δυσκολότερο: οι αποφάσεις της πρέπει όχι μόνο να είναι νομικά αιτιολογημένες, αλλά και να μπορούν να πείσουν μια κοινωνία στην οποία η υπόθεση των υποκλοπών έχει ήδη δημιουργήσει βαθιά δυσπιστία.

Γι’ αυτό και, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη αποκάλυψη, οι υποκλοπές παραμένουν ένα σκάνδαλο που μπορεί να μπαίνει στο δικαστικό αρχείο, αλλά αρνείται πεισματικά να κλείσει στο πολιτικό.