Απαντήσεις στο μυστήριο της έντονης δυσοσμίας που είχε καλύψει πριν από λίγες εβδομάδες μεγάλο μέρος της Αττικής φαίνεται πως δίνουν τα νέα επιστημονικά δεδομένα που παρουσίασε ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ, Ευθύμιος Λέκκας.

Το φαινόμενο είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία σε χιλιάδες πολίτες, κυρίως στις παραθαλάσσιες περιοχές του λεκανοπεδίου, όταν στα μέσα Μαΐου μια έντονη και ασυνήθιστη οσμή έγινε αισθητή από τον Πειραιά και τη Σαλαμίνα έως τα νότια προάστια της Αθήνας.

Για αρκετές ημέρες οι αρμόδιες υπηρεσίες προσπαθούσαν να εντοπίσουν την πηγή του φαινομένου, εξετάζοντας μια σειρά από πιθανά σενάρια, χωρίς ωστόσο να υπάρχει σαφής εικόνα για τα αίτια της δυσοσμίας.

Οι έρευνες οδηγούν σε ανθρωπογενή αιτία

Μιλώντας στην ΕΡΤ, ο Ευθύμιος Λέκκας αποκάλυψε ότι τα μέχρι στιγμής στοιχεία συγκλίνουν στο συμπέρασμα πως η δυσοσμία πιθανότατα προκλήθηκε από διαρροή αερίων που σχετίζεται με διερχόμενο πλοίο στη θαλάσσια περιοχή νότια της Σαλαμίνας.

Όπως εξήγησε, οι επιστημονικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν το τελευταίο διάστημα απέκλεισαν σταδιακά τα περισσότερα από τα πιθανά σενάρια που είχαν τεθεί αρχικά στο τραπέζι.

«Από ό,τι φαίνεται, καταλήγουμε σε κάποια ανθρωπογενή παρέμβαση, πιθανότατα σε διαρροή αερίων από διερχόμενο πλοίο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η συγκεκριμένη εκτίμηση αποτελεί μέχρι στιγμής το επικρατέστερο σενάριο για την προέλευση της έντονης οσμής που είχε προκαλέσει αναστάτωση στους κατοίκους της Αττικής.

Τα σενάρια που εξετάστηκαν

Όταν εμφανίστηκε το φαινόμενο, οι επιστήμονες δεν διέθεταν επαρκή στοιχεία για ασφαλή συμπεράσματα.

Έτσι εξετάστηκαν διάφορες πιθανές αιτίες, μεταξύ των οποίων η εκπομπή αερίων από τον υποθαλάσσιο πυθμένα λόγω αποσύνθεσης οργανικών υλικών ή άλλων φυσικών διεργασιών που θα μπορούσαν να παράγουν έντονες οσμές.

Παράλληλα, διερευνήθηκε το ενδεχόμενο διαρροής από το δίκτυο φυσικού αερίου, ωστόσο αυτό αποκλείστηκε σχετικά γρήγορα, καθώς η γεωγραφική κατανομή της δυσοσμίας δεν συμβάδιζε με τα χαρακτηριστικά μιας χερσαίας διαρροής.

Η ένταση του φαινομένου ήταν μεγαλύτερη κατά μήκος του παραλιακού μετώπου, γεγονός που από την αρχή έστρεψε το ενδιαφέρον προς τη θαλάσσια περιοχή του Σαρωνικού.

Ο ρόλος του Αστεροσκοπείου και του ΕΛΚΕΘΕ

Καθοριστική για την εξαγωγή συμπερασμάτων αποδείχθηκε η συμβολή του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ).

Οι επιστήμονες του Αστεροσκοπείου προχώρησαν σε μετρήσεις της ατμόσφαιρας και εντόπισαν την παρουσία βουτανίου και προπανίου, δύο αερίων που δεν δικαιολογούνται εύκολα από φυσικές διεργασίες του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Παράλληλα, μέσω ανάλυσης των ανέμων και των μετεωρολογικών συνθηκών που επικρατούσαν εκείνες τις ημέρες, κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί ως πιθανή περιοχή προέλευσης των αερίων η θαλάσσια ζώνη νότια της Σαλαμίνας.

Από την πλευρά του, το ΕΛΚΕΘΕ πραγματοποίησε εξειδικευμένες έρευνες στον θαλάσσιο χώρο και απέκλεισε το ενδεχόμενο η δυσοσμία να συνδέεται με εκπομπές αερίων από τον βυθό ή άλλες γεωλογικές διεργασίες.

Τι συνέβη με το ηφαίστειο Παυσανίας

Κατά τη διάρκεια των ερευνών είχε διατυπωθεί και η θεωρία ότι το φαινόμενο ίσως συνδεόταν με το υποθαλάσσιο ηφαίστειο Παυσανίας, το οποίο βρίσκεται κοντά στα Μέθανα.

Το συγκεκριμένο σενάριο προσέλκυσε το ενδιαφέρον τόσο της επιστημονικής κοινότητας όσο και των πολιτών, καθώς η περιοχή ανήκει στο ευρύτερο ηφαιστειακό τόξο του Αιγαίου.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ευθύμιο Λέκκα, δεν καταγράφηκε καμία ένδειξη ηφαιστειακής δραστηριότητας που να δικαιολογεί την παρουσία των συγκεκριμένων αερίων στην ατμόσφαιρα.

Έτσι και αυτή η εκδοχή εγκαταλείφθηκε, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο το σενάριο της ανθρώπινης παρέμβασης.

Καθησυχαστικός για τους σεισμούς στην Εύβοια

Κατά τη διάρκεια της ίδιας συνέντευξης, ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ αναφέρθηκε και στη σεισμική δραστηριότητα που καταγράφεται το τελευταίο διάστημα στην Εύβοια.

Ο κ. Λέκκας εμφανίστηκε αισιόδοξος, εκτιμώντας ότι η σεισμική ακολουθία βρίσκεται πλέον σε φάση σταδιακής αποκλιμάκωσης.

Όπως εξήγησε, οι πρόσφατοι σεισμοί εμφανίζουν μικρότερα μεγέθη και τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η συσσωρευμένη ενέργεια εκτονώνεται σταδιακά.

Παρόλα αυτά, ξεκαθάρισε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η εκδήλωση ενός ακόμη σεισμού μεγέθους 4,5 έως 5 Ρίχτερ, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η συνολική εικόνα θεωρείται θετική.

Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ υπενθύμισε πως οι σεισμοί δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια και ότι οι εκτιμήσεις βασίζονται στη συνεχή παρακολούθηση των δεδομένων, στην εμπειρία από παρόμοια φαινόμενα και στην επιστημονική ανάλυση των διαθέσιμων στοιχείων.

Η επιστημονική κοινότητα παραμένει σε επιφυλακή τόσο για την παρακολούθηση της σεισμικής δραστηριότητας στην Εύβοια όσο και για την οριστική διερεύνηση της υπόθεσης της δυσοσμίας που απασχόλησε έντονα την Αττική τις προηγούμενες εβδομάδες.

Από Newsroom