Σοβαρά ερωτήματα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων κρατικών αξιωματούχων —και όχι μόνο— προκαλεί δημοσίευμα του «Βήματος της Κυριακής», σύμφωνα με το οποίο στοιχεία επικοινωνίας του πρωθυπουργού, υπουργών, στρατιωτικών και στελεχών κρίσιμων κρατικών υπηρεσιών εμφανίζονται διαθέσιμα μέσω διαδικτυακών πλατφορμών εμπορίας δεδομένων.

Η υπόθεση υπερβαίνει πλέον τα όρια της ιδιωτικότητας. Αγγίζει ευθέως την κυβερνοασφάλεια και, δυνητικά, την εθνική ασφάλεια, καθώς η συγκέντρωση και η συσχέτιση τηλεφωνικών αριθμών, διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και άλλων προσωπικών πληροφοριών μπορούν να αξιοποιηθούν για στοχευμένες επιθέσεις, πλαστοπροσωπία και εξαπάτηση.

Το δημοσίευμα προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις, με το ΠΑΣΟΚ, την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη και τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να ζητούν σαφείς απαντήσεις από την κυβέρνηση και τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Το ΠΑΣΟΚ ζητεί άμεση και δημόσια τοποθέτηση της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα αξιωματούχων διακινούνται μέσω συνδρομητικών πλατφορμών. Παράλληλα, σημειώνει ότι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχει επισημάνει τον πιθανό κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια.

Το κόμμα συνδέει το ζήτημα και με την πρόσφατη υπόθεση του γενικού γραμματέα Εθνικής Ασφάλειας Θάνου Ντόκου, ο οποίος είχε συνομιλήσει με Ρώσους φαρσέρ που, όπως είχαν υποστηρίξει, τον προσέγγισαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Θέτει, μάλιστα, τρία συγκεκριμένα ερωτήματα προς την κυβέρνηση και τις αρμόδιες υπηρεσίες: ποια πρωτόκολλα ασφαλείας εφαρμόζονται, εάν γνώριζαν ότι προσωπικά δεδομένα του πρωθυπουργού και κυβερνητικών στελεχών βρίσκονται σε τέτοιες πλατφόρμες και ποιες ενέργειες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.

«Η κυβέρνηση και οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να τοποθετηθούν άμεσα και δημόσια», υπογραμμίζει στην ανακοίνωσή του.

Ευρύτερη διάσταση δίνει στην υπόθεση ο Τομέας Ψηφιακής Πολιτικής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, εστιάζοντας στους κινδύνους που απορρέουν από τη μαζική συγκέντρωση και συσχέτιση προσωπικών δεδομένων.

Όπως επισημαίνει, αριθμοί τηλεφώνων, διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και άλλα στοιχεία ανθρώπων που κατέχουν κρίσιμες δημόσιες θέσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για στοχευμένες ηλεκτρονικές απάτες, πλαστοπροσωπία, εξαπάτηση με αξιοποίηση προσωπικών πληροφοριών και άλλες μορφές κυβερνοεπίθεσης.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στους λεγόμενους μεταπράτες δεδομένων: εταιρείες και πλατφόρμες που συλλέγουν, συνδυάζουν και εμπορεύονται προσωπικές πληροφορίες, συχνά αντλώντας τες από διαφορετικές πηγές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, λειτουργώντας εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, δεν είναι μόνο εάν τα δεδομένα υπάρχουν στο Διαδίκτυο, αλλά ποιος τα συλλέγει, από ποιες πηγές, πού αποθηκεύονται, σε ποια δικαιοδοσία υπάγονται και σε ποιους τελικά διατίθενται.

Η παράταξη ζητεί να διευκρινιστεί εάν η Πολιτεία διαθέτει ολοκληρωμένη εικόνα για τη συλλογή και την εμπορική διάθεση προσωπικών δεδομένων Ελλήνων πολιτών.

Παράλληλα, ρωτά εάν λειτουργεί συστηματικός μηχανισμός εντοπισμού περιπτώσεων έκθεσης δεδομένων προσώπων που κατέχουν κρίσιμες δημόσιες θέσεις και εάν εφαρμόζονται ειδικά πρωτόκολλα προστασίας για κυβερνητικά στελέχη, στρατιωτικούς και στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας.

Ζητεί, επίσης, απαντήσεις για το εάν υπάρχει συγκεκριμένος μηχανισμός συντονισμού μεταξύ της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και των υπηρεσιών ασφαλείας.

«Η διαπίστωση ότι τα δεδομένα “βρίσκονται εύκολα στο Διαδίκτυο” δεν μπορεί να είναι το τέλος της συζήτησης. Πρέπει να είναι η αφετηρία της», τονίζει.

Σφοδρή ήταν και η αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ο οποίος χαρακτηρίζει «σφόδρα ανησυχητική» την εικόνα που παρουσιάζει το δημοσίευμα.

Το κόμμα αναφέρει ότι προσωπικά στοιχεία του πρωθυπουργού, κορυφαίων υπουργών, επιχειρηματιών και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων εμφανίζονται διαθέσιμα, έναντι συνδρομής, σε διαδικτυακές πλατφόρμες. Παράλληλα, ζητεί να αποσαφηνιστεί εάν η κυβέρνηση και οι αρμόδιες υπηρεσίες γνώριζαν την έκταση του προβλήματος.

«Υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας και πώς παραβιάστηκαν; Πόση ασφάλεια μπορεί να νιώθει ο μέσος πολίτης, όταν ευαίσθητες πληροφορίες κυβερνητικών στελεχών γίνονται… φέιγ βολάν στο διαδίκτυο;», αναφέρει στην ανακοίνωσή του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ συνδέει, παράλληλα, το θέμα με την υπόθεση των υποκλοπών και του Predator, σημειώνοντας ότι, ανεξάρτητα από την πολιτική αντιπαράθεση, τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας απαιτούν τεκμηριωμένες απαντήσεις.

«Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι τέτοια ερωτήματα περιττεύουν στη χώρα του Predator και των υποκλοπών από “ιδιώτες”, αλλά τα θέματα εθνικής ασφάλειας απαιτούν έγκυρες, τεκμηριωμένες απαντήσεις και στοιχειώδη υπευθυνότητα», αναφέρει.

«Αναμένουμε», καταλήγει η ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του κόμματος.

Η υπόθεση αναδεικνύει ένα πρόβλημα που δεν περιορίζεται στην έκθεση ορισμένων τηλεφωνικών αριθμών. Η εμπορική συγκέντρωση και διασταύρωση δεδομένων μπορεί να δημιουργήσει λεπτομερή προφίλ για πρόσωπα σε νευραλγικές θέσεις, αυξάνοντας τον κίνδυνο στοχευμένων επιθέσεων κοινωνικής μηχανικής, παραπλάνησης και υποκλοπής πρόσβασης σε κρίσιμα συστήματα.

Το βασικό ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι εάν το κράτος γνώριζε την έκταση της έκθεσης, ποια μέτρα έλαβε και κατά πόσο τα υφιστάμενα πρωτόκολλα επαρκούν. Γιατί, όταν τα προσωπικά δεδομένα ανθρώπων που βρίσκονται στον πυρήνα του κρατικού μηχανισμού διατίθενται ως εμπορικό προϊόν, το πρόβλημα παύει να είναι ατομικό και μετατρέπεται σε ζήτημα δημόσιας ασφάλειας.