Τα στοιχεία για την εφαρμογή της ρύθμισης συνταξιοδότησης οφειλετών του ΕΦΚΑ αποτυπώνουν μια εικόνα που απέχει σημαντικά από τις αρχικές προσδοκίες.

Μέχρι σήμερα έχουν υποβληθεί μόλις 12.377 αιτήματα υπαγωγής. Από αυτά, τα 7.345 εγκρίθηκαν, ποσοστό 59,34%, ενώ 3.160 απορρίφθηκαν και ακόμη 1.872 αιτήσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα.

Εάν ο αριθμός των αιτήσεων αντιπαραβληθεί με τα 328.701 μητρώα οφειλετών με χρέη άνω των 30.000 ευρώ που καταγράφονται στα σχετικά στοιχεία του ΚΕΑΟ, το ποσοστό αντιστοιχεί περίπου στο 3,76%. Χρειάζεται, πάντως, μια σημαντική διευκρίνιση: τα μητρώα αυτά αφορούν φυσικά και νομικά πρόσωπα και συνεπώς δεν αποτελούν όλα δυνητικούς δικαιούχους σύνταξης.

Παρά τη διευκρίνιση αυτή, ο αριθμός των αιτήσεων παραμένει εντυπωσιακά χαμηλός και επαναφέρει το ερώτημα: γιατί οι ασφαλισμένοι που βρίσκονται κοντά ή ήδη σε ηλικία συνταξιοδότησης δεν αξιοποιούν μαζικότερα τη δυνατότητα;

Αυστηρές προϋποθέσεις πριν ακόμη αρχίσει η παρακράτηση

Η ρύθμιση αφορά μη μισθωτούς με οφειλές έως 30.000 ευρώ, ενώ για ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ το ανώτατο όριο είναι 10.000 ευρώ.

Δεν αρκεί, όμως, κάποιος να βρίσκεται κάτω από αυτά τα όρια.

Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει συμπληρώσει το 67ο έτος της ηλικίας του ή, εφόσον διαθέτει τουλάχιστον 40 έτη ασφάλισης, το 62ο έτος. Παράλληλα, πρέπει να έχει καταβάλει εισφορές για τουλάχιστον 20 έτη ή 6.000 ημέρες ασφάλισης.

Υπάρχει και περιουσιακό κριτήριο: οι τραπεζικές καταθέσεις του υποψήφιου συνταξιούχου δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις 12.000 ευρώ, ενώ για τους οφειλέτες του πρώην ΟΓΑ το αντίστοιχο όριο είναι 6.000 ευρώ.

Για να διαπιστωθεί εάν πληρούνται αυτά τα κριτήρια, προβλέπεται έλεγχος των τραπεζικών λογαριασμών μέσω άρσης του τραπεζικού απορρήτου. Πρόκειται για μια προϋπόθεση που έχει ήδη επισημανθεί ως πιθανός αποτρεπτικός παράγοντας για αρκετούς ενδιαφερόμενους.

Σύνταξη με παρακράτηση έως 60%

Το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο είναι ο τρόπος αποπληρωμής της οφειλής.

Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, το τμήμα του χρέους που βρίσκεται πάνω από τις 20.000 ευρώ και έως τις 30.000 ευρώ συμψηφίζεται με το 60% της μηνιαίας σύνταξης, μέχρι να μηδενιστεί το συγκεκριμένο υπερβάλλον ποσό.

Για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ, η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται για το τμήμα της οφειλής από τις 6.000 έως τις 10.000 ευρώ.

Μάλιστα, σύμφωνα με τον e-ΕΦΚΑ, το μηνιαίο ποσό που συμψηφίζεται στην πρώτη αυτή φάση δεν μπορεί κανονικά να υπολείπεται των 333,33 ευρώ για τους λοιπούς μη μισθωτούς και των 100 ευρώ για τους οφειλέτες του πρώην ΟΓΑ, με τις προβλεπόμενες προσαρμογές όπου απαιτούνται.

Μόνο όταν η οφειλή μειωθεί στις 20.000 ευρώ —ή στις 6.000 ευρώ για τον πρώην ΟΓΑ— αρχίζει η δεύτερη φάση. Το υπόλοιπο χρέος παρακρατείται τότε από τη σύνταξη σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες δεν μπορούν να ξεπερνούν τις 60.

Υπάρχει και ένας ακόμη κρίσιμος περιορισμός.

Αν η συνολική οφειλή ξεπερνά τις 30.000 ευρώ, ή τις 10.000 ευρώ για τον πρώην ΟΓΑ, ο ασφαλισμένος δεν εντάσσεται αυτομάτως στη ρύθμιση.

Ο e-ΕΦΚΑ τον καλεί να καταβάλει το ποσό που υπερβαίνει το σχετικό όριο μέσα σε δύο μήνες. Μόνο εφόσον το χρέος πέσει κάτω από το πλαφόν μπορεί να συνεχιστεί η διαδικασία συνταξιοδότησης. Εάν το υπερβάλλον ποσό δεν καταβληθεί εμπρόθεσμα, η αίτηση απορρίπτεται λόγω οφειλών.

Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα βασικά παράδοξα του συστήματος: ένας ασφαλισμένος που βρίσκεται ήδη σε οικονομική αδυναμία καλείται να βρει άμεσα ένα σημαντικό χρηματικό ποσό προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στη ρύθμιση που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε για όσους αδυνατούν να εξοφλήσουν τα χρέη τους.

Η εικόνα των οφειλών κάνει το πρόβλημα ακόμη πιο εμφανές.

Από τα 328.701 μητρώα οφειλετών με χρέος άνω των 30.000 ευρώ, τα 154.214 βρίσκονται στη ζώνη οφειλής μεταξύ 30.000 και 50.000 ευρώ. Πρόκειται δηλαδή για ένα εξαιρετικά μεγάλο τμήμα οφειλετών που βρίσκεται σχετικά κοντά στο σημερινό πλαφόν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι είναι φυσικά πρόσωπα ή ότι πληρούν τις υπόλοιπες συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις.

Για όσους, πάντως, είναι ασφαλισμένοι σε ηλικία συνταξιοδότησης, ακόμη και μια οφειλή λίγο μεγαλύτερη από τις 30.000 ευρώ μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική: πριν λάβουν έστω και την πρώτη μειωμένη σύνταξη, πρέπει να βρουν τα χρήματα για να κατεβάσουν το χρέος κάτω από το επιτρεπόμενο όριο.

Η ρύθμιση θεσπίστηκε με τον ν. 5078/2023 και αύξησε το προηγούμενο ανώτατο όριο οφειλής για συνταξιοδότηση από τις 20.000 στις 30.000 ευρώ και, για τους αγρότες, από τις 6.000 στις 10.000 ευρώ. Στόχος ήταν να δοθεί διέξοδος σε ασφαλισμένους που είχαν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης αλλά δεν μπορούσαν να λάβουν σύνταξη λόγω χρεών.

Στην πράξη, όμως, η διέξοδος συνοδεύεται από μια σειρά φίλτρων: ηλικιακές και ασφαλιστικές προϋποθέσεις, όριο τραπεζικών καταθέσεων, έλεγχος λογαριασμών, ανώτατο πλαφόν οφειλής και σημαντική παρακράτηση από τη σύνταξη.

Έτσι, για έναν άνθρωπο που επί χρόνια δεν κατάφερε να καταβάλει τις ασφαλιστικές του εισφορές, η συνταξιοδότηση δεν συνεπάγεται απαραίτητα άμεση οικονομική ανακούφιση. Στην πρώτη φάση μπορεί να χάνει το 60% της μηνιαίας σύνταξής του, την ώρα που πρέπει να καλύπτει τις καθημερινές του ανάγκες με το υπόλοιπο ποσό.

Και εδώ βρίσκεται ίσως ο πυρήνας του προβλήματος: η ρύθμιση απευθύνεται σε ανθρώπους που, εξ ορισμού, βρίσκονται σε οικονομική αδυναμία, αλλά απαιτεί από αυτούς να περάσουν μια διαδικασία σχεδιασμένη με αυστηρά οικονομικά φίλτρα.

Η εξαιρετικά περιορισμένη συμμετοχή δείχνει ότι η συζήτηση δεν έχει κλείσει. Αντίθετα, επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα εάν το σημερινό πλαίσιο χρειάζεται αλλαγές — είτε στα όρια των οφειλών και των καταθέσεων είτε στον τρόπο και στο ύψος της παρακράτησης — ώστε η δυνατότητα συνταξιοδότησης να καταστεί πραγματικά προσβάσιμη σε όσους παραμένουν σήμερα εγκλωβισμένοι ανάμεσα στα χρέη και τη σύνταξη.