Ο ελληνικός βραχίονας της Unilever περνά σε νέα φάση – Οι δύο νέες εταιρείες, το εργοστάσιο του Ρέντη και η επόμενη ημέρα για έναν όμιλο που βρίσκεται στην Ελλάδα από το 1962
Η Ελαΐς-Unilever περνά σε μία από τις σημαντικότερες φάσεις μετασχηματισμού της ιστορίας της στην Ελλάδα, καθώς η δραστηριότητα τροφίμων του ομίλου αποσχίζεται και οδεύει προς το νέο διεθνές σχήμα που δημιουργούν η Unilever και η McCormick.
Η συμφωνία, που ανακοινώθηκε τον Μάρτιο του 2026, αφορά τον συνδυασμό της δραστηριότητας τροφίμων της Unilever με τη McCormick, δημιουργώντας έναν παγκόσμιο όμιλο με επίκεντρο τα καρυκεύματα, τις σάλτσες, τα condiments και γενικότερα προϊόντα που συνδέονται με τη γεύση. Η ολοκλήρωση της συναλλαγής τοποθετείται στα μέσα του 2027, υπό την προϋπόθεση των απαιτούμενων εγκρίσεων.
Για την Ελλάδα, η αλλαγή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Unilever δεν αποχωρεί από τη χώρα, αλλά αλλάζει ουσιαστικά το επιχειρηματικό της αποτύπωμα: τα τρόφιμα περνούν σε νέο σχήμα, ενώ η ίδια επικεντρώνεται πλέον περισσότερο στις κατηγορίες οικιακής και προσωπικής φροντίδας.
Από την Ελαΐς του 1962 στη νέα εποχή
Η παρουσία της Unilever στην ελληνική αγορά έχει ιστορία μεγαλύτερη των έξι δεκαετιών. Το 1962 η πολυεθνική απέκτησε αρχικά ποσοστό 20% στην Ελαΐς, γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία για τη μακρά πορεία της στην ελληνική αγορά.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η εταιρεία συνδέθηκε με ένα μεγάλο μέρος του καθημερινού καλαθιού του ελληνικού νοικοκυριού, έχοντας παρουσία τόσο στα τρόφιμα όσο και στα προϊόντα προσωπικής και οικιακής φροντίδας.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, το χαρτοφυλάκιο της Unilever έχει αλλάξει σημαντικά.
Η αποχώρηση από τα τρόφιμα δεν αποτελεί επομένως ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά συνέχεια μιας ευρύτερης στρατηγικής αναδιάρθρωσης του διεθνούς ομίλου.
Knorr και Hellmann’s περνούν στη McCormick
Στον πυρήνα της συμφωνίας βρίσκονται δύο από τα πλέον αναγνωρίσιμα brands της Unilever Foods: Knorr και Hellmann’s.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της McCormick, τα δύο brands αντιπροσωπεύουν περίπου το 70% των πωλήσεων της Unilever Foods. Η Knorr έχει παρουσία σε περισσότερες από 90 χώρες, ενώ η Hellmann’s δραστηριοποιείται σε περισσότερες από 65 αγορές.
Στο νέο επιχειρηματικό σχήμα εντάσσονται επίσης δραστηριότητες της Unilever Food Solutions, που απευθύνονται στην επαγγελματική εστίαση, μαζί με άλλα brands και δραστηριότητες τροφίμων που περιλαμβάνονται στη συμφωνία.
Από την πλευρά της McCormick, το χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα McCormick, French’s, Frank’s RedHot και Cholula. Στόχος του νέου ομίλου είναι να συνδυάσει τα δίκτυα διανομής, την τεχνογνωσία και τα brands των δύο επιχειρήσεων.
Η νέα εταιρεία αναμένεται να έχει συνολικές πωλήσεις περίπου 20 δισ. δολαρίων, με βάση τα οικονομικά στοιχεία του 2025.
Τι σημαίνει το deal για την Ελλάδα
Η ελληνική αγορά δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη σταθμό της διεθνούς συναλλαγής.
Η Unilever έχει ήδη δημιουργήσει τις απαραίτητες εταιρικές δομές για τη μετάβαση. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2026 ιδρύθηκαν οι Sandman Greece One Μονοπρόσωπη Α.Ε. και Sandman Greece Two Μονοπρόσωπη Α.Ε., με κοινό μέτοχο την ολλανδική Lipoma B.V.
Οι δύο εταιρείες λειτουργούν ως οχήματα για την επόμενη φάση της δραστηριότητας τροφίμων στην Ελλάδα.
Η μία συνδέεται με τις εμπορικές λειτουργίες, ενώ η άλλη με παραγωγικές, αποθηκευτικές και διανεμητικές δραστηριότητες. Στις δραστηριότητες που προβλέπονται περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η παραγωγή και εμπορία μουστάρδας, μαγιονέζας, αρτυμάτων, καρυκευμάτων, σαλτσών και συναφών προϊόντων.
Στο νέο σχήμα θα περάσουν τα Knorr, Hellmann’s και Unilever Food Solutions. Η ελληνική δομή αναμένεται να είναι πλήρως λειτουργική έως το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2027, παράλληλα με την ολοκλήρωση της διεθνούς συναλλαγής και υπό την αίρεση των απαιτούμενων εγκρίσεων.
Η McCormick αποκτά για πρώτη φορά παραγωγική βάση στην Ελλάδα
Μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους της συμφωνίας για την ελληνική αγορά είναι ότι η McCormick αποκτά, μέσω του νέου σχήματος, εταιρική και παραγωγική βάση στη χώρα.
Μέχρι σήμερα η παρουσία της στην Ελλάδα ήταν περιορισμένη και βασιζόταν σε διανομή μέσω συνεργάτη. Η δημιουργία αυτόνομης εταιρικής δομής δείχνει τη σημασία που αποκτά η ελληνική αγορά στο νέο επιχειρηματικό μοντέλο.
Το γεγονός αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς η McCormick θα βρεθεί πλέον να διαχειρίζεται στην Ελλάδα brands με ήδη ισχυρή αναγνωρισιμότητα, όπως η Knorr και η Hellmann’s.
Τι γίνεται με το εργοστάσιο του Ρέντη
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν από την απόσχιση του κλάδου τροφίμων είναι η τύχη της παραγωγικής μονάδας στον Ρέντη.
Με τα σημερινά δεδομένα, δεν προβλέπεται διακοπή της λειτουργίας του εργοστασίου.
Πηγές που γνωρίζουν τον σχεδιασμό αναφέρουν ότι η παραγωγή των Knorr και Hellmann’s συνεχίζεται κανονικά, ενώ η μονάδα του Ρέντη εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παραγωγικό κόμβο.
Το εργοστάσιο δεν αφορά αποκλειστικά τα τρόφιμα. Παράγει επίσης προϊόντα οικιακής φροντίδας, μεταξύ των οποίων Skip, OMO και Klinex.
Μάλιστα, μόλις τον Μάιο του 2026 είχε ανακοινωθεί ενίσχυση της παραγωγικής δραστηριότητας στον Ρέντη, με νέα προϊόντα και συσκευασίες Skip, που αναμένεται να αυξήσουν τον συνολικό όγκο παραγωγής της μονάδας κατά περίπου 15%.
Έτσι, η εξέλιξη της συμφωνίας με τη McCormick δεν σημαίνει ότι ο Ρέντης παύει να αποτελεί παραγωγικό κέντρο της Unilever.
Η έξοδος από τα τρόφιμα έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια
Η μεταβίβαση των Knorr και Hellmann’s αποτελεί το πιο πρόσφατο κεφάλαιο μιας διαδικασίας απομάκρυνσης της Unilever από συγκεκριμένες δραστηριότητες τροφίμων.
Το 2017 αποχώρησε από το χαρτοφυλάκιο ο τομέας των ελαιολάδων, των μαργαρινών και των spreads, στο πλαίσιο της πώλησης της σχετικής παγκόσμιας δραστηριότητας στην KKR και της δημιουργίας της Upfield.
Το 2022, τα Pummaro και Pelargos, μαζί με το εργοστάσιο επεξεργασίας ντομάτας στη Γαστούνη, πέρασαν στη Μινέρβα.
Το 2025 ολοκληρώθηκε η απόσχιση του κλάδου παγωτού της Unilever και δημιουργήθηκε η The Magnum Ice Cream Company.
Με την αποχώρηση πλέον των Knorr και Hellmann’s, το κομμάτι των τροφίμων περιορίζεται δραστικά και η Unilever επικεντρώνεται στις βασικές κατηγορίες που επιλέγει να διατηρήσει.
Ένας από τους μεγαλύτερους μετασχηματισμούς στον κλάδο τροφίμων
Η συμφωνία Unilever-McCormick αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες συναλλαγές στον παγκόσμιο κλάδο τροφίμων των τελευταίων ετών.
Η McCormick ανακοίνωσε ότι η συναλλαγή αποτιμά την επιχείρηση τροφίμων της Unilever σε περίπου 44,8 δισ. δολάρια enterprise value, ενώ προβλέπει ότι η Unilever και οι μέτοχοί της θα λάβουν μετοχές που αντιστοιχούν στο 65% της πλήρως απομειωμένης συνδυασμένης εταιρείας και 15,7 δισ. δολάρια σε μετρητά, υπό τις προβλεπόμενες προσαρμογές.
Η McCormick εκτιμά παράλληλα ότι το νέο σχήμα μπορεί να πετύχει περίπου 600 εκατ. δολάρια ετήσιες συνέργειες κόστους, μετά τις επανεπενδύσεις για ανάπτυξη.
Η διοίκηση της McCormick έχει επίσης παρουσιάσει το νέο σχήμα ως εταιρεία με περίπου 20 δισ. δολάρια ετήσιες πωλήσεις, ισχυρή διεθνή παρουσία και διευρυμένο χαρτοφυλάκιο σε καρυκεύματα, σάλτσες και προϊόντα γεύσης.
Στο μικροσκόπιο των αρχών ανταγωνισμού
Παρά το μέγεθος της συμφωνίας, η συναλλαγή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, η βρετανική Competition and Markets Authority (CMA) ανακοίνωσε ότι ξεκίνησε έρευνα για το κατά πόσο η συμφωνία μπορεί να επηρεάσει τον ανταγωνισμό στη βρετανική αγορά τροφίμων. Η προθεσμία για την απόφαση της πρώτης φάσης έχει οριστεί για τις 11 Νοεμβρίου 2026.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένα από τα σημαντικά ρυθμιστικά ορόσημα πριν από την ολοκλήρωση της διεθνούς συναλλαγής.
Τι μένει στην Unilever
Η Unilever, μετά την ολοκλήρωση της απόσχισης, θα έχει ένα διαφορετικό επιχειρηματικό προφίλ.
Ο όμιλος θα επικεντρωθεί περισσότερο στις κατηγορίες προσωπικής φροντίδας, οικιακής φροντίδας και ευεξίας/ομορφιάς, ενώ η δραστηριότητα τροφίμων θα βρίσκεται πλέον εκτός του βασικού του χαρτοφυλακίου.
Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι η Ελαΐς-Unilever δεν εγκαταλείπει την αγορά, αλλά μετασχηματίζεται.
Η παραγωγική δραστηριότητα στον Ρέντη παραμένει σημαντική, ενώ παράλληλα δημιουργείται μια νέα εταιρική υποδομή για τα τρόφιμα, η οποία θα αποτελέσει το ελληνικό σκέλος του νέου διεθνούς σχήματος με τη McCormick.
Η επόμενη ημέρα
Το πρώτο εξάμηνο του 2027 αποτελεί το βασικό ορόσημο για την ολοκλήρωση της μετάβασης.
Μέχρι τότε θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες εταιρικές, λειτουργικές και ρυθμιστικές διαδικασίες ώστε τα τρόφιμα να περάσουν στο νέο σχήμα.
Για τον Έλληνα καταναλωτή, το άμεσο αποτέλεσμα δεν είναι η εξαφάνιση των γνώριμων προϊόντων από τα ράφια. Knorr και Hellmann’s συνεχίζουν να αποτελούν μέρος της αγοράς, αλλά πίσω από αυτά θα βρίσκεται πλέον διαφορετική εταιρική δομή.
Για την ίδια την Ελαΐς-Unilever, πρόκειται για το τέλος ενός μεγάλου κεφαλαίου που ξεκίνησε το 1962 και για την είσοδο σε μια νέα περίοδο, με μικρότερη έκθεση στα τρόφιμα και μεγαλύτερη συγκέντρωση στις δραστηριότητες που παραμένουν στον όμιλο.
Για τη McCormick, αντίθετα, η συμφωνία ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην Ελλάδα, με την απόκτηση γνωστών brands και τη δημιουργία αυτόνομης εταιρικής και παραγωγικής παρουσίας στη χώρα.