Στην Άγκυρα προσγειώθηκε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, όπου σε σύντομο χρονικό διάστημα αναμένεται να έχει κρίσιμη συνάντηση με τον Πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η επίσκεψη πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διανύουν φάση σχετικής αποκλιμάκωσης, χωρίς ωστόσο να έχουν επιλυθεί τα βασικά ζητήματα που χωρίζουν τις δύο χώρες.
Κατά την άφιξή του στην τουρκική πρωτεύουσα, τον Έλληνα πρωθυπουργό υποδέχθηκε ο υπουργός Τουρισμού της Τουρκίας, παρουσία ακόμη του δημάρχου και του νομάρχη Άγκυρας, καθώς και του Τούρκου πρέσβη στην Αθήνα. Η επιλογή του συγκεκριμένου υπουργού για την υποδοχή προκάλεσε πολιτικά σχόλια στην Ελλάδα, με στελέχη της Νέας Δημοκρατίας να επισημαίνουν ότι δεν επρόκειτο για τον καθ’ ύλην αρμόδιο, αφήνοντας να εννοηθεί πως το πρωτόκολλο θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό. Το ζήτημα, αν και συμβολικού χαρακτήρα, ανέδειξε τη σημασία που αποδίδεται σε κάθε λεπτομέρεια σε τέτοιου είδους διπλωματικές επαφές.
Λίγο πριν από τη συνάντηση, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναφέρθηκε δημόσια στην επίσκεψη Μητσοτάκη, στέλνοντας μήνυμα με σαφές πολιτικό περιεχόμενο. Σε ομιλία του στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση, υπογράμμισε ότι η Τουρκία επιδιώκει ειρήνη, ασφάλεια και σταθερότητα, όχι μόνο για την ίδια αλλά και για τις γειτονικές και «αδελφικές» χώρες. Ενέταξε μάλιστα τη συνάντηση στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διπλωματικής κινητικότητας της Άγκυρας, κάνοντας λόγο για έναν «άνεμο Τουρκίας» που πνέει στην περιοχή και διεθνώς, αναφερόμενος και σε επόμενες διεθνείς επαφές του.
Ο Τούρκος πρόεδρος στάθηκε ιδιαίτερα στις εντατικοποιημένες διπλωματικές πρωτοβουλίες της χώρας του, επισημαίνοντας ότι στόχος είναι η συμβολή στην ειρήνη της περιοχής μέσω ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας με όλους τους παράγοντες. Τόνισε ότι η Άγκυρα συνομιλεί χωρίς «κόμπλεξ» και προκαταλήψεις, προβάλλοντας την εικόνα μιας χώρας που επιδιώκει ρόλο σταθεροποιητή σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον γεμάτο προκλήσεις.
Από ελληνικής πλευράς, η Αθήνα προσέρχεται στη συνάντηση με βασικό στόχο τη διατήρηση του κλίματος ηρεμίας και τη συνέχιση των βημάτων οικοδόμησης εμπιστοσύνης που έχουν γίνει τα τελευταία δυόμισι χρόνια. Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι, παρά τη βελτίωση της ατμόσφαιρας, δεν υπάρχει επί του παρόντος σύγκλιση ως προς την εκκίνηση διαπραγματεύσεων για τη μοναδική διαφορά που η Ελλάδα αναγνωρίζει ως αντικείμενο διεθνούς δικαιοδοσίας: την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Όπως έχει διευκρινιστεί, το ζήτημα της οριοθέτησης δεν περιλαμβάνεται στην επίσημη ατζέντα του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας. Ωστόσο, εάν τεθεί στο τραπέζι, η ελληνική πλευρά είναι έτοιμη να επαναλάβει τις πάγιες θέσεις της, υπογραμμίζοντας ότι απαιτούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να προχωρήσει μια τέτοια διαδικασία. Η Αθήνα επιδιώκει σταθερότητα, χωρίς αιφνιδιασμούς και χωρίς διεύρυνση της ατζέντας σε ζητήματα που δεν αναγνωρίζει ως διαφορές.
Στη σημερινή συνάντηση αναμένεται να εξεταστούν τομείς πρακτικής συνεργασίας, οι οποίοι μπορούν να ενισχύσουν το θετικό κλίμα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η διαχείριση του μεταναστευτικού, η πολιτική προστασία –ιδίως μετά τις καταστροφικές φυσικές καταστροφές που έχουν πλήξει και τις δύο χώρες τα τελευταία χρόνια–, η οικονομική συνεργασία, η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και η προώθηση πολιτιστικών ανταλλαγών.
Η ελληνική κυβέρνηση υπενθυμίζει ως απτά αποτελέσματα της πρόσφατης προσέγγισης τη μείωση της έντασης και των παραβιάσεων στον εναέριο χώρο, τη βελτιωμένη συνεργασία στο μεταναστευτικό, τη διευκόλυνση της χορήγησης βίζας βραχείας διάρκειας σε Τούρκους πολίτες για 12 νησιά του Αιγαίου, καθώς και την αύξηση του διμερούς εμπορίου. Τα βήματα αυτά θεωρούνται ενδείξεις ότι, ακόμη και χωρίς επίλυση των μεγάλων διαφορών, μπορούν να οικοδομηθούν γέφυρες συνεργασίας.
Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για το περιεχόμενο των συνομιλιών, αλλά και για το μήνυμα που θα εκπέμψει προς το εσωτερικό των δύο χωρών και προς τη διεθνή κοινότητα. Σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και ευρύτερα, η σταθερότητα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις παραμένει κρίσιμος παράγοντας για την ασφάλεια και την ανάπτυξη της περιοχής.