Η ΔΕΗ αλλάζει ταχύτητα και μαζί της αλλάζει παραγωγικό μοντέλο μια ολόκληρη περιοχή. Από τα παλιά λιγνιτικά πεδία της Δυτικής Μακεδονίας μέχρι τα νέα data centers, τις μονάδες αποθήκευσης ενέργειας, τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και τη μετατροπή της «Πτολεμαΐδας V», η επιχείρηση προωθεί ένα επενδυτικό σχέδιο δισεκατομμυρίων ευρώ, με την Κοζάνη να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Στην καρδιά αυτής της μετάβασης βρίσκεται το mega data center στον πρώην ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, ισχύος 300 MW στην πρώτη φάση, με δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης έως και 1 GW. Η ΔΕΗ έχει ήδη προχωρήσει σε επίσημες διαδικασίες για κρίσιμο εξοπλισμό του έργου, γεγονός που δείχνει ότι το project δεν βρίσκεται πλέον μόνο στο επίπεδο των εξαγγελιών.

Το οικονομικό μέγεθος του εγχειρήματος είναι τεράστιο. Για την πρώτη φάση του data center έχουν δημοσιευθεί εκτιμήσεις που ανεβάζουν την επένδυση περίπου στα 2,3 δισ. ευρώ, με περίπου 1,2 δισ. ευρώ να συνδέονται με τη συμμετοχή της ΔΕΗ και το υπόλοιπο με τον τεχνολογικό εταίρο και τον εξοπλισμό πληροφορικής. Παράλληλα, το συνολικό σχέδιο μετασχηματισμού της Δυτικής Μακεδονίας περιλαμβάνει ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα επενδύσεων, από ΑΠΕ και αποθήκευση μέχρι τηλεθέρμανση και νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Η περιοχή που για δεκαετίες τροφοδοτούσε την Ελλάδα με λιγνιτική ενέργεια επιχειρεί τώρα να μετατραπεί σε ενεργειακό και τεχνολογικό κόμβο.

Όμως όσο μεγαλώνει το επενδυτικό αποτύπωμα, τόσο περισσότερο μεγαλώνει και ένα ερώτημα που μέχρι σήμερα δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της δημόσιας συζήτησης: από πού θα προέρχεται το νερό για να υποστηριχθούν όλες αυτές οι νέες δραστηριότητες; Το ερώτημα δεν αφορά μόνο το data center. Αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει η νέα βιομηχανική και ενεργειακή ζώνη της Δυτικής Μακεδονίας, σε μια εποχή κατά την οποία η λειψυδρία και η πίεση στους υδατικούς πόρους αποτελούν ήδη εθνικό ζήτημα.

Η ίδια η ΔΕΗ έχει απαντήσει στις επιφυλάξεις για το υδατικό αποτύπωμα του data center υποστηρίζοντας ότι η περιοχή διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα λόγω των υφιστάμενων υποδομών που είχαν δημιουργηθεί για τη λιγνιτική δραστηριότητα. Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία που αποδίδονται στην εταιρεία, η ποσότητα νερού που θα απαιτείται για τη νέα δραστηριότητα αντιστοιχεί περίπου στο 0,6% εκείνης που απαιτούσε η παλαιά λιγνιτική δραστηριότητα. Πρόκειται για ένα στοιχείο που, εφόσον επιβεβαιώνεται από τις τεχνικές και περιβαλλοντικές μελέτες του έργου, αλλάζει σημαντικά την εικόνα σε σχέση με το εύλογο ερώτημα που δημιουργεί η λειτουργία ενός τόσο μεγάλου data center.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το ζήτημα του νερού μπορεί να θεωρηθεί λήξαν. Ένα data center 300 MW λειτουργεί σε συνεχή βάση και οι απαιτήσεις ψύξης αποτελούν κρίσιμο τμήμα του σχεδιασμού του. Όσο μάλιστα το έργο έχει σχεδιαστεί με δυνατότητα επέκτασης μέχρι το 1 GW, η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στις ανάγκες της πρώτης φάσης. Χρειάζεται να γίνει γνωστό πόσο νερό θα χρησιμοποιείται σε ετήσια βάση, ποια ακριβώς θα είναι η πηγή του, ποιο μέρος θα ανακυκλώνεται, ποια τεχνολογία ψύξης θα χρησιμοποιείται, τι ποσότητες θα απαιτούνται σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών και ποιο θα είναι το συνολικό υδατικό αποτύπωμα στην περίπτωση της μελλοντικής επέκτασης. Η τεχνολογική εξέλιξη μπορεί να μειώνει την κατανάλωση, αλλά δεν καταργεί την ανάγκη για πραγματικό σχεδιασμό και πραγματικές μετρήσεις.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο όταν στο ίδιο γεωγραφικό τόξο συγκεντρώνονται πολλές διαφορετικές χρήσεις νερού και ενέργειας. Η ΔΕΗ προχωρά παράλληλα σε έργα αποθήκευσης, μεταξύ των οποίων αντλησιοταμιευτική μονάδα ισχύος 350 MW, ενώ στον χώρο του πρώην ΑΗΣ Καρδιάς κατασκευάζεται μονάδα Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης, προϋπολογισμού 80 εκατ. ευρώ, που έχει σχεδιαστεί για να καλύψει τις ανάγκες τηλεθέρμανσης της Κοζάνης, της Εορδαίας και του Αμυνταίου.

Η αντλησιοταμίευση βέβαια δεν πρέπει να συγχέεται με την κατανάλωση νερού ενός data center ή μιας μονάδας ηλεκτροπαραγωγής. Πρόκειται για διαφορετική χρήση, κατά την οποία το νερό λειτουργεί ως μέσο αποθήκευσης ενέργειας και μετακινείται μεταξύ ταμιευτήρων. Παρ’ όλα αυτά, η συγκέντρωση τόσο μεγάλων ενεργειακών υποδομών σε μια περιοχή επιβάλλει να εξετάζεται συνολικά το υδατικό ισοζύγιο και όχι αποσπασματικά κάθε επένδυση. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι χρειάζεται το κάθε έργο ξεχωριστά, αλλά τι θα χρειάζεται ολόκληρο το νέο ενεργειακό οικοσύστημα όταν όλες οι υποδομές θα λειτουργούν ταυτόχρονα.

Στην ίδια λογική εντάσσεται και η «Πτολεμαΐδα V», η οποία αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της μετάβασης από τη λιγνιτική στη νέα ενεργειακή εποχή. Η μονάδα που κατασκευάστηκε ως λιγνιτική εγκατάσταση δεν οδηγείται απλώς σε εγκατάλειψη, αλλά εντάσσεται σε νέο σχεδιασμό με μετατροπή της σε μονάδα φυσικού αερίου. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μέρος της προσπάθειας να διατηρηθεί παραγωγική δραστηριότητα στη Δυτική Μακεδονία, αλλά με διαφορετικό καύσιμο και διαφορετικά χαρακτηριστικά λειτουργίας.

Έτσι, το παλιό ενεργειακό τοπίο της περιοχής αντικαθίσταται σταδιακά από ένα πολύ πιο σύνθετο σύστημα. Εκεί που υπήρχαν ορυχεία και λιγνιτικές μονάδες, αναπτύσσονται πλέον ΑΠΕ, συστήματα αποθήκευσης, τηλεθέρμανση, νέες μονάδες παραγωγής και ψηφιακές υποδομές. Η ΔΕΗ επιχειρεί να αξιοποιήσει τις εκτάσεις, τα δίκτυα, τις ηλεκτρικές υποδομές και την τεχνογνωσία που υπάρχουν στην περιοχή, μετατρέποντας το παλιό ενεργειακό κέντρο σε κόμβο της νέας οικονομίας. Το data center στον Άγιο Δημήτριο αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής, καθώς η ίδια η ΔΕΗ το εντάσσει στη στρατηγική της για συνδυασμό ενέργειας και τεχνολογίας.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του ρεπορτάζ: όταν μια περιοχή μετατρέπεται σε ενεργειακό και τεχνολογικό hub, η ερώτηση για το νερό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα. Το νερό είναι πλέον ένας από τους βασικούς παράγοντες που μπορούν να καθορίσουν την πραγματική βιωσιμότητα τέτοιων επενδύσεων. Η ενεργειακή επάρκεια μπορεί να εξασφαλίζεται από το δίκτυο και τις νέες μονάδες, όμως η υδατική επάρκεια έχει φυσικά όρια και επηρεάζεται άμεσα από την κλιματική αλλαγή, τις βροχοπτώσεις, τις θερμοκρασίες, τη γεωργική ζήτηση και τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.

Και ενώ η Κοζάνη βρίσκεται μπροστά σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η συζήτηση για το νερό έχει ήδη πάρει διαφορετική διάσταση στη Φωκίδα. Εκεί η κυβέρνηση προχώρησε μέσα στο 2026 σε μια μεγάλη αλλαγή στη διοίκηση των υπηρεσιών ύδατος. Με τον νόμο 5326/2026 επεκτάθηκαν οι αρμοδιότητες της ΕΥΔΑΠ στη Φωκίδα, τη Βοιωτία και την Εύβοια, στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης των παρόχων υπηρεσιών ύδατος. Η Βουλή καταγράφει τον νόμο ως ψηφισμένο στις 31 Ιουλίου 2026 και δημοσιευμένο στο ΦΕΚ 125 Α΄/4.8.2026.

Το υπουργείο Περιβάλλοντος παρουσιάζει τη μεταρρύθμιση ως προσπάθεια αντιμετώπισης του κατακερματισμού των υπηρεσιών ύδατος. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, περισσότεροι από 735 φορείς παροχής υπηρεσιών ύδατος λειτουργούσαν μέχρι σήμερα στη χώρα και το νέο πλαίσιο επιχειρεί να περιορίσει τον κατακερματισμό, να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας, να μειώσει τις απώλειες των δικτύων και να ενισχύσει τη χρηματοδότηση των υποδομών. Στην περίπτωση της ΕΥΔΑΠ, η χωρική αρμοδιότητα επεκτείνεται στη Φωκίδα, τη Βοιωτία και την Εύβοια, ενώ προβλέπεται απορρόφηση δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και άλλων φορέων.

Εδώ όμως βρίσκεται μια διάσταση που έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην αυτοδιοίκηση και στις τοπικές κοινωνίες. Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι «το νερό ιδιωτικοποιείται» με την απλή έννοια ότι ένας ιδιώτης αγοράζει το νερό μιας περιοχής. Πρόκειται για αλλαγή του φορέα και του μοντέλου διαχείρισης των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, με την ΕΥΔΑΠ να αποκτά πολύ μεγαλύτερη γεωγραφική αρμοδιότητα. Η πολιτική αντιπαράθεση, ωστόσο, είναι υπαρκτή και αφορά το κατά πόσο μια τόσο μεγάλη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων απομακρύνει τη λήψη αποφάσεων από τους δήμους και τις τοπικές κοινωνίες. Το ίδιο το ΥΠΕΝ υποστηρίζει ότι η μεταρρύθμιση θα βελτιώσει τη λειτουργία των δικτύων και θα αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα των ΔΕΥΑ, ενώ οι επικριτές της φοβούνται απώλεια τοπικού ελέγχου.

Η Φωκίδα, βέβαια, δεν είναι μια τυχαία περιοχή στον εθνικό χάρτη του νερού. Ο Μόρνος έχει κομβική σημασία για την υδροδότηση της Αθήνας και η περιοχή έχει εδώ και δεκαετίες συνδεθεί με έναν υδατικό πόρο εθνικής σημασίας. Αυτό καθιστά ακόμη πιο ενδιαφέρον το ερώτημα για το ποιος αποφασίζει για τη διαχείριση του νερού, ποιος έχει την ευθύνη των υποδομών, ποιος χρηματοδοτεί τις αναγκαίες επενδύσεις και τι επιστρέφει στις τοπικές κοινωνίες που φιλοξενούν κρίσιμες υδατικές υποδομές.

Και αν κάποιος θεωρεί ότι οι δύο ιστορίες —η ΔΕΗ στην Κοζάνη και η ΕΥΔΑΠ στη Φωκίδα— δεν συνδέονται, ίσως αξίζει να τις δει από μια διαφορετική οπτική. Η Ελλάδα περνά ταυτόχρονα σε μια εποχή όπου η ενέργεια, η τεχνολογία και το νερό αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. Η τεχνητή νοημοσύνη απαιτεί data centers. Τα data centers απαιτούν τεράστια και αδιάλειπτη ενεργειακή τροφοδοσία και εξελιγμένα συστήματα ψύξης. Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί αποθήκευση και νέα δίκτυα. Η κλιματική αλλαγή πιέζει τους υδατικούς πόρους. Και η πολιτεία συγκεντρώνει σταδιακά τη διαχείριση των υπηρεσιών ύδατος σε μεγαλύτερους οργανισμούς.

Γι’ αυτό το ερώτημα που πρέπει να τεθεί σήμερα δεν είναι αν η επένδυση της ΔΕΗ στην Κοζάνη είναι μεγάλη. Είναι. Δεν είναι αν το data center των 300 MW μπορεί να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης. Μπορεί. Και δεν είναι αν η ενεργειακή μετάβαση της Δυτικής Μακεδονίας είναι αναγκαία. Είναι. Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιο συνολικό σχέδιο θα γίνει αυτή η μετάβαση και ποια θέση έχει μέσα σε αυτό το νερό.

Η ΔΕΗ οφείλει να παρουσιάσει με απόλυτη διαφάνεια τα στοιχεία για την κατανάλωση νερού του data center, τις πηγές υδροδότησης, την τεχνολογία ψύξης, την ανακύκλωση, τα απόβλητα και τις ανάγκες σε περίπτωση επέκτασης στα 1.000 MW. Η πολιτεία οφείλει αντίστοιχα να εξηγήσει πώς συνδέεται ο σχεδιασμός των νέων ενεργειακών επενδύσεων με τον εθνικό σχεδιασμό για το νερό. Και οι τοπικές κοινωνίες, από την Κοζάνη μέχρι τη Φωκίδα, δικαιούνται να γνωρίζουν όχι μόνο πόσα δισεκατομμύρια επενδύονται, αλλά ποιο θα είναι το πραγματικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό αποτύπωμα αυτών των επενδύσεων.

Γιατί η νέα εποχή της ΔΕΗ μπορεί πράγματι να είναι μια τεράστια ευκαιρία για τη Δυτική Μακεδονία. Όμως η ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο σε δισεκατομμύρια ευρώ, megawatts και servers. Μετριέται και σε κυβικά μέτρα νερού, σε αντοχή των υποδομών και σε δικαιώματα των τοπικών κοινωνιών.

Και αυτό είναι το ερώτημα που τώρα πρέπει να απαντηθεί – πριν τα δισεκατομμύρια γίνουν εγκαταστάσεις και πριν το νερό γίνει ο λογαριασμός που κανείς δεν είχε υπολογίσει.

Kalithea Press team

Από Newsroom