Στην καρδιά του παραλιακού μετώπου του Παλαιού Φαλήρου, εκεί όπου σήμερα κυριαρχούν τα γυάλινα κτίρια του εμπορίου και της αναψυχής, κρύβεται μια από τις πιο σύνθετες και δυσδιάκριτες κτηματολογικές ιστορίες της σύγχρονης Αττικής. Το οικόπεδο που κάποτε φιλοξενούσε τις αεροπορικές υποδομές του Κρατικού Εργοστασίου Αεροπλάνων (ΚΕΑ) αποτελεί σήμερα ένα case study για το πώς η δημόσια γη μετασχηματίζεται σε ιδιωτική περιουσία μέσα από τις συμπληγάδες της γραφειοκρατίας, της ιστορικής συνέχειας και των μεγάλων αστικών αναπλάσεων.

Η ιστορία ξεκινά τη δεκαετία του 1920, όταν το Ελληνικό Δημόσιο επέλεξε την παραλιακή ζώνη του Φαλήρου για να εγκαταστήσει το ΚΕΑ, το οποίο για δεκαετίες αποτέλεσε την «αεροπορική καρδιά» της χώρας και τον βασικό τεχνικό βραχίονα της Πολεμικής Αεροπορίας. Το τοπίο ήταν αυστηρά στρατιωτικό, με τεράστια υπόστεγα συντήρησης και διοικητικές υποδομές που κάλυπταν σημαντική έκταση, διαμορφώνοντας ένα ολόκληρο κοινωνικό οικοσύστημα. Ωστόσο, μετά τη σταδιακή μετεγκατάσταση των δραστηριοτήτων της Πολεμικής Αεροπορίας –κυρίως προς την Ελευσίνα– στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η τεράστια αυτή έκταση αφέθηκε σε ένα καθεστώς «λειτουργικού κενού». Σε αντίθεση με την ιστορική μνήμη που διασώζει σήμερα η Διεύθυνση Ιστορίας (ΔΙΣ) του ΓΕΑ, η οποία μέσω της έκθεσής της τεκμηριώνει την πορεία της Πολεμικής Αεροπορίας από τα πρώτα βήματα έως σήμερα μέσα από πρωτότυπα έγγραφα και ιστορικά αρχεία, το ίδιο το οικόπεδο στο Φάληρο πέρασε από μια διαδικασία «αποϊστορικοποίησης» πριν καταλήξει σε εμπορική χρήση.

Το ερώτημα που παραμένει συχνά αναπάντητο είναι πώς η έκταση αυτή, η οποία ήταν αδιαμφισβήτητα υπό κρατική χρήση κατά την περίοδο της λειτουργίας του ΚΕΑ, κατέληξε στην κυριότητα του Νομικού Προσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στα δημόσια αρχεία δεν υπάρχει μία μοναδική πράξη «πώλησης» που να ξεκαθαρίζει το τοπίο. Η έρευνα υποδεικνύει ότι η Εκκλησία επικαλέστηκε ιστορικούς τίτλους ιδιοκτησίας που ανάγονταν σε προπολεμικές δωρεές, οι οποίοι «ενεργοποιήθηκαν» μέσω διοικητικών πράξεων και δικαστικών αναγνωρίσεων μετά την απομάκρυνση των στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Το Δημόσιο, σε πολλές περιπτώσεις, αναγνώρισε την κυριότητα της Εκκλησίας προκειμένου να κλείσουν εκκρεμότητες δεκαετιών, μια διαδικασία που απέχει παρασάγγες από την επίσημη και διαφανή αρχειακή καταγραφή που επιτελεί η ΔΙΣ για τη διάσωση της αεροπορικής παράδοσης.

Η περίοδος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 λειτούργησε ως ο καταλύτης για την οριστική μεταμόρφωση του χώρου. Η ανάγκη για την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου απαιτούσε «καθαρές» ιδιοκτησίες και ξεκάθαρα νομικά πλαίσια για να προχωρήσουν οι επενδύσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η Εκκλησία, μέσω της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών (ΕΚΥΟ), βρέθηκε να διαχειρίζεται εκτάσεις με τεράστια εμπορική υπεραξία. Μέσω ανταλλαγών, διευθετήσεων με την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου και πολεοδομικών τακτοποιήσεων, οι αμφισβητούμενες εκτάσεις μετατράπηκαν σε ακίνητα προς εκμετάλλευση, τα οποία εν συνεχεία μισθώθηκαν σε μεγάλες εμπορικές αλυσίδες.

Σήμερα, η εικόνα της περιοχής αποτελεί ένα παράδοξο αρχιτεκτονικό και ιστορικό κράμα. Το σύγχρονο εμπορικό κέντρο έχει ανεγερθεί πάνω στο «κενό» που άφησε η απομάκρυνση των αεροπορικών υποδομών, ενώ η μνήμη της περιόδου εκείνης συντηρείται πλέον μόνο από τους θεσμικούς φορείς, όπως η Διεύθυνση Ιστορίας του ΓΕΑ, η οποία με την έκθεσή της και τη διαφύλαξη των Πολεμικών Εκθέσεων και των Ημερολογίων Χειριστών, διασφαλίζει ότι το παρελθόν της Πολεμικής Αεροπορίας δεν θα χαθεί κάτω από τις σύγχρονες εμπορικές κατασκευές. Η περίπτωση του Παλαιού Φαλήρου δεν είναι απλώς μια εμπορική ανάπτυξη· είναι η αποτύπωση μιας ολόκληρης περιόδου όπου η δημόσια γη, η στρατιωτική ιστορία και οι εκκλησιαστικές διεκδικήσεις συναντήθηκαν μέσα από τις διαδικασίες της σύγχρονης αστικής ανάπτυξης, αφήνοντας την Ιστορία να φυλάσσεται πλέον στα αρχεία και όχι στους φυσικούς της χώρους.

Από Newsroom