Αφιέρωμα σε ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα του sex που μας έδωσε ο ελληνικός κινηματογράφος!

Η ηθοποιός Ζέτα Αποστόλου εμφανίστηκε στο κινηματογραφικό πανί το έτος 1960, με δυο μικρά ρολάκια στις ταινίες «Θυσιάστηκα για το παιδί μου» και «Σουσουράδα». Η παρουσία της σε αυτές τις δυο ταινίες καθώς και σε κάποιες από τις επόμενες δεν θα κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, δεν είναι παρά μια από τις πολλές γυναίκες ηθοποιούς που δοκιμάζονται σε συμβατικούς για την εποχή ρόλους, προσπαθώντας να ξεχωρίσουν μέσα σε μια κινηματογραφική βιομηχανία που αναπτύσσεται ταχύτατα. Προς το παρόν εμφανίζεται μελαχρινή και …ντυμένη, ενώ παράλληλα δουλεύει και στο θέατρο, περνάει μάλιστα από την μυθική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκη. Γεννημένη το 1938 στο χωριό Αθανάσιος Διάκος Φωκίδας έχει έρθει στην πρωτεύουσα μαζί με την δίδυμη αδερφή της Νατάσσα, (έπαιξε επίσης σε αρκετές ταινίες), για να πετύχουν ως ηθοποιοί.

Το μεγάλο ατού της Ζέτας Αποστόλου αποδεικνύεται σύντομα πως είναι το σώμα της και ο τρόπος που το εκθέτει. Για την φωτογράφιση της Μονρόε στο Play Boy είπαν πως άφησε το σώμα της να γυμνωθεί μπροστά στο φακό με τέτοιο τρόπο που έδωσε την εντύπωση πως αν απλώσεις το χέρι σου στις σελίδες του περιοδικού θα το αγγίξεις. Το ίδιο κύτταρο υπάρχει στα γυμνά της Αποστόλου και αυτό γίνεται αντιληπτό καθώς αρχίζουν να της δίνουν περισσότερο τολμηρούς, αν και πάντα μικρούς, ρόλους. Το ελληνικό cinema της χρυσής εποχής δεν θα είναι έτοιμο -μέχρι τη Δύση του ακόμα- να ανεβάσει στην κορυφή μια ηθοποιό τόσο απροκάλυπτα sexy. Η Finos Films έχει αναθέσει στον Γιάννη Δαλιανίδη την κατασκευή super συμβόλων του sex που, που παρότι θα στηριχτούν σε ταλαντούχες ηθοποιούς, όπως η Καραγιάννη και η Λάσκαρη, την ίδια στιγμή δεν κατορθώνουν να αποφύγουν την επιτήδευση αλλά και μια τυποποίηση σύμφωνη με τους κανόνες μίμησης του Hollywood. Αντιθέτως η Ζέτα Αποστόλου και η Γκιζέλα Ντάλι, πολύ πιο αυθεντικά επιθυμητές, αν και star επίσης, δεν φτάνουν σε αντίστοιχο εμπορικό ύψος – γιατί στηρίζονται από μικρότερες εταιρείες.

Ένα δεύτερο ατού της Αποστόλου είναι η ερμηνευτική της αμεσότητα, στο «Αμόκ», (1963), του Ντίνου Δημόπουλου, είναι παραπάνω και από ορατή. Η ταινία, ιδιαιτέρως τολμηρή για τα ελληνικά δεδομένα, θα καταγράψει σημαντική διεθνή επιτυχία. Ως αδίστακτη, ωμή και απροκάλυπτα σεξουαλική, θα κατορθώσει να συνεργαστεί τόσο με τη Finos Film, όσο και με την Καραγιάννης-Καρατζόπουλος και θα παίξει ακόμα και σε μια γαλλική παραγωγή γυρισμένη στην Ελλλάδα, «Τα σκυλιά της νύχτας», (1965), ενώ προς το τέλος της δεκαετίας του `60 το ερμηνευτικό της προφίλ θα μαλακώσει, δίχως να πάψει όμως στιγμή να είναι εκρηκτική. Για παράδειγμα στην ταινία «ο μόδιστρος» (1967), μια κωμωδία με τον Σταύρο Παράβα, μιλάει σχεδόν σαν ενζενί, παρότι παράλληλα εμφανίζεται σε χορευτικά νούμερα που κόβουν την ανάσα. Το πανέμορφο σώμα της έχει ήδη εκτεθεί σε τολμηρές σκηνές σε ταινίες όπως «Οι Εχθροί», όπου θα κάνει το πιο τολμηρό στριπτίζ στον ελληνικό κινηματογράφο αλλά και στις : «Το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη», «Λολίτες της Αθήνας», «Το Χώμα βάφτηκε κόκκινο» και άλλες – με σημαντικούς ρόλους εδώ. Η χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου πλησιάζει στην κορύφωση αλλά και στο τέλος της και ο νέος δρόμος που ανοίγεται είναι εκείνος των soft porn ταινιών, από τις οποίες δεν θα διστάσουν να περάσουν αρκετοί γνωστοί ηθοποιοί. (Βέβαια με σημερινούς όρους οι ταινίες αυτές δεν μπορούν με τίποτα να χαρακτηριστούν πορνογραφικές). Ενώ στο σημείο αυτό θα περίμενε κανείς μια ανανέωση της καριέρας της η τελευταία ταινία στην οποία εμφανίζεται είναι μια κωμωδία με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα («Ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα», 1972). Σε μια της συνέντευξη θα πει πως ενώ δεν είχε κανένα πρόβλημα με το γυμνό, από τη στιγμή που ήταν σεναριακά απαραίτητο, την ίδια στιγμή επιθυμούσε να της δίνονται σοβαρότεροι ρόλοι. Ίσως επιδιώκοντας κάτι τέτοιο αποσύρεται από τον κινηματογράφο.

Έχει ωστόσο σημαντικό θεατρικό βιογραφικό κι έτσι τα επόμενα χρόνια η καριέρα της συνεχίζεται, αργότερα μάλιστα θα παίξει ξανά σε κάποιες ταινίες (βιντεοκασέτες αυτή τη φορά) αλλά και σε τηλεοπτικές σειρές. Στις αρχές της δεκαετίας του `90, που, με την έλευση των ιδιωτικών καναλιών, οι ελληνικές ταινίες αρχίζουν να προβάλλονται με τρομερή πια συχνότητα στην ελληνική τηλεόραση, το κοινό θα καταχωρήσει οριστικά στην συνείδηση του την συγκεκριμένη ηθοποιό με βάση τα film που έκανε στα μέσα της δεκαετίας του `60 : Το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη, Λολίτες της Αθήνας, Γαβριέλα, Τα μυστικά της αμαρτωλής Αθήνας. Αναδρομικά ρεπορτάζ αναφέρουν πως υπήρξε το πρώτο γυμνό στήθος στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (όχι ακριβές, ωστόσο ήταν μάλλον το πρώτο της Finos Film) αλλά και το πιο αισθησιακό στριπτίζ (είπαμε : «Εχθροί», 1965). Σε δυο ταινίες γυμνώνεται δίχως να αντιλαμβάνεται πως ο Γιάννης Γκιωνάκης την παρακολουθεί. Στους «Γαμπρούς της Ευτυχίας» προκαλεί με το μαγιό της την μήνι της Γεωργίας Βασιλειάδου. Στους «Πόθους στον καταραμένο βάλτο» αφήνεται να παρασυρθεί από τον Ανέστη Βλάχο λέγοντας κυνικά αλλά όχι συντετριμμένα : είσαι κτήνος. Έχει το συχνότερα εκτεθειμένο στήθος στο ελληνικό cinema ενώ η σκηνή στο βαρέλι με τον Φαίδωνα Γεωργίτση στο «Χώμα βάφτηκε κόκκινο» μπορεί να θεωρηθεί κομμάτι Ανθολογίας.

Μπορούσε να ερμηνεύει γνήσια μια γυναίκα καθόλου φτιασιδωμένη, έτοιμη να γίνει αντιπαθητική, γυναίκα από σάρκα και χώμα. Εξέθετε το σώμα της με τραχύτητα που δεν είχε αντίστοιχο στην ελληνική κινηματογραφία, θα έλεγε κανείς πως καθρέφτιζε πάνω του ηθελημένα την ξεδιαντροπιά που ο πατριαρχικός κόσμος αποδίδει στη γυναικεία σεξουαλικότητα. Ως αντιπρόσωπος μιας εποχής που δεν συνειδητοποιούσε τον μισογυνισμό της θα έπρεπε ίσως τις τελευταίες δεκαετίες -της άφθονης πορνογραφικής προσφοράς- να εκτιμηθεί ως αρχετυπικό σύμβολο του νεοελληνικού sex appeal αλλά και ως μια εξαίρετη ηθοποιός. Όχι τυχαία επιλέχτηκε από τους : Ντίνο Δημόπουλο, Γιάννη Δαλιανίδη, Νίκο Φώσκολο, Βασίλη Γεωργιάδη, Γρηγόρη Γρηγορίου. Σήμερα έχει πλήρως αποσυρθεί από τη δημοσιότητα ενώ ξέρουμε πως υπήρξε η δεύτερη σύζυγος του παραγωγού Αντώνη Καρατζόπουλου (συνιδρυτή της Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, πρώτη σύζυγος του οποίου υπήρξε η ηθοποιός Άννα Μαντζουράνη), ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2024, σε ηλικία 92 ετών.
(στοιχεία του κειμένου που προήλθαν από τη Wikipedia και διάφορες άλλες διαδικτυακές πηγές χρησιμοποιήθηκαν με σχετική επιφύλαξη)
Ο Κωστής Ζαχαράκης είναι ποιητής, δημοσιογράφος και συγγραφέας.