Την εκτίμησή του ότι η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με έναν ισχυρό σεισμό τα επόμενα χρόνια επανέλαβε ο σεισμολόγος Γεράσιμος Παπαδόπουλος, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη ουσιαστικής προετοιμασίας των περιοχών υψηλού κινδύνου. Όπως διευκρίνισε, πρόκειται για μια επιστημονική θέση που στηρίζεται στη μακρόχρονη εμπειρία του στη διαχείριση κρίσεων, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, αποφεύγοντας ωστόσο να προσδιορίσει χρονικά την εκδήλωση ενός τέτοιου φαινομένου.
Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Παραπολιτικά 90,1, ο κ. Παπαδόπουλος εμφανίστηκε κατηγορηματικός ότι δεν αναθεωρεί την εκτίμησή του, επισημαίνοντας πως ο δημόσιος διάλογος συχνά εστιάζει στην κινδυνολογία και όχι στην ουσία, που είναι η πρόληψη και η ετοιμότητα. «Το ζητούμενο δεν είναι να προκαλούμε ανησυχία, αλλά να δούμε πόσο έτοιμες είναι οι κοινωνίες να αντιμετωπίσουν ένα ισχυρό σεισμικό γεγονός», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον Κορινθιακός κόλπος, τον οποίο χαρακτήρισε περιοχή αυξημένου ενδιαφέροντος, λόγω της γεωλογικής δραστηριότητας αλλά και της πυκνής κατοίκησης στις γύρω ζώνες. Όπως ανέφερε, δεκάδες πόλεις και οικισμοί αναπτύσσονται περιμετρικά της περιοχής, γεγονός που καθιστά επιτακτική την αξιολόγηση του επιπέδου ετοιμότητας, τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και σε επίπεδο πολιτικής προστασίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εμπειρία έχει δείξει ότι οι επιπτώσεις ενός σεισμού δεν καθορίζονται μόνο από το μέγεθός του, αλλά κυρίως από το βαθμό προετοιμασίας των τοπικών κοινωνιών. «Αυτό είναι το ουσιαστικό ζητούμενο», υπογράμμισε, επισημαίνοντας την ανάγκη για συνεχή εκπαίδευση, σχέδια δράσης και επικαιροποίηση των πρωτοκόλλων αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών.
Αναφερόμενος στο ηφαίστειο της Σαντορίνη, ο κ. Παπαδόπουλος το χαρακτήρισε «κοιμώμενο», διευκρινίζοντας ότι, όπως όλα τα ηφαίστεια, βρίσκεται σε φάση ύπνωσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα επανενεργοποιηθεί στο μέλλον. «Όπως οι άνθρωποι που κοιμούνται κάποια στιγμή ξυπνούν, έτσι και τα ηφαίστεια. Το ζήτημα δεν είναι αν θα συμβεί, αλλά πότε», ανέφερε, δίνοντας έμφαση στη σημασία της επιστημονικής μελέτης και της συνεχούς παρακολούθησης.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι η κατανόηση της λειτουργίας του ηφαιστείου και η σύγκρισή του με αντίστοιχα γεωλογικά συστήματα διεθνώς αποτελούν βασικά εργαλεία για την εκτίμηση των κινδύνων και τη διαμόρφωση αποτελεσματικών μέτρων προστασίας.
Παράλληλα, έκανε αναφορά στο σχέδιο «Τάλως» της Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, το οποίο αφορά την αντιμετώπιση ηφαιστειακών κινδύνων. Όπως σημείωσε, τα σχέδια αυτά δεν μπορούν να παραμένουν στατικά, αλλά απαιτούν διαρκή επικαιροποίηση, με βάση τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα και τις εξελίξεις στον τομέα της διαχείρισης φυσικών καταστροφών.
Καταλήγοντας, ο κ. Παπαδόπουλος επανέλαβε ότι η συζήτηση γύρω από τους σεισμούς δεν πρέπει να περιορίζεται σε εκτιμήσεις και προβλέψεις, αλλά να επικεντρώνεται στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Όπως τόνισε, η προετοιμασία, η γνώση και η υπευθυνότητα αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις συνέπειες ενός μελλοντικού ισχυρού σεισμού.