Νέα επιστημονική μελέτη εξετάζει τη σχέση μεταξύ των επιπέδων βιταμίνης D και του κινδύνου εμφάνισης εγκεφαλικών αλλοιώσεων που σχετίζονται με την άνοια, παρουσιάζοντας ενδιαφέροντα αλλά όχι οριστικά συμπεράσματα.
Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό American Academy of Neurology (Neurology Open Access), δείχνει ότι τα επαρκή επίπεδα βιταμίνης D κατά τη μέση ηλικία ενδέχεται να συνδέονται με μειωμένο κίνδυνο νευροεκφυλιστικών αλλοιώσεων αργότερα στη ζωή.
Οι ερευνητές εντόπισαν ότι άτομα με υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα παρουσίαζαν, χρόνια αργότερα, χαμηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης tau, η οποία αποτελεί βασικό δείκτη που σχετίζεται με την ανάπτυξη άνοιας και της νόσου Αλτσχάιμερ.
Ωστόσο, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η μελέτη καταγράφει συσχέτιση και όχι αιτιώδη σχέση. Αυτό σημαίνει ότι, αν και παρατηρείται σύνδεση μεταξύ της βιταμίνης D και της εγκεφαλικής υγείας, δεν αποδεικνύεται ότι η βιταμίνη D μειώνει άμεσα τον κίνδυνο άνοιας.
Η έρευνα βασίστηκε σε δείγμα 793 ενηλίκων με μέση ηλικία τα 39 έτη, οι οποίοι δεν εμφάνιζαν άνοια κατά την έναρξη της μελέτης. Τα επίπεδα βιταμίνης D καταγράφηκαν αρχικά, ενώ περίπου 16 χρόνια αργότερα οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε απεικονιστικές εξετάσεις για την ανίχνευση πρωτεϊνών όπως η tau και το β-αμυλοειδές.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν επίπεδα βιταμίνης D πάνω από 30 ng/mL παρουσίαζαν λιγότερες εναποθέσεις tau, ενώ δεν παρατηρήθηκε σαφής συσχέτιση με το β-αμυλοειδές.
Παράλληλα, σημαντικό ποσοστό των συμμετεχόντων εμφάνιζε χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D, γεγονός που αναδεικνύει τη συχνότητα της ανεπάρκειας στον γενικό πληθυσμό.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι απαιτείται περαιτέρω μελέτη, καθώς τα επίπεδα βιταμίνης D μετρήθηκαν μόνο μία φορά και δεν υπήρξε συνεχής παρακολούθηση. Παρόλα αυτά, τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι η μέση ηλικία αποτελεί κρίσιμη περίοδο για την πρόληψη παραγόντων κινδύνου που σχετίζονται με τη μελλοντική υγεία του εγκεφάλου.