Η παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για το παράνομο, όπως χαρακτηρίζεται από την ελληνική πλευρά, τουρκολιβυκό μνημόνιο συγκεντρώνει τη θετική αποτίμηση του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος αναγνωρίζει ότι ο πρωθυπουργός παρουσίασε με πληρότητα τις ελληνικές θέσεις για ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Σε άρθρο του στο «Βήμα της Κυριακής», με τίτλο «Η προεκλογική δοκιμασία της εθνικής στρατηγικής», ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου χαρακτηρίζει την παρέμβαση της 29ης Οκτωβρίου «αναμφίβολα σημαντική».

Η τοποθέτησή του έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς προέρχεται από έναν πολιτικό που έχει διαχειριστεί κρίσιμα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και γνωρίζει τις σύνθετες ισορροπίες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ωστόσο, η θετική αξιολόγηση δεν αποτελεί λευκή επιταγή προς την κυβέρνηση. Ο Βενιζέλος αναγνωρίζει τη σημασία της συγκεκριμένης διπλωματικής κίνησης, αλλά θέτει ταυτόχρονα ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: διαθέτει η Ελλάδα ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική για τις επόμενες δεκαετίες;

 

Η διαφορά ανάμεσα στη διπλωματική παρέμβαση και την εθνική στρατηγική

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος επισημαίνει μια σημαντική διάκριση: η παρουσίαση των ελληνικών θέσεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας δεν ισοδυναμεί με επίσημη προσφυγή της Ελλάδας ούτε με εξασφάλιση μιας διεθνούς απόφασης υπέρ των ελληνικών επιχειρημάτων.

Υπενθυμίζει μάλιστα το προηγούμενο του 1976, όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε εγκρίνει το ψήφισμα 395, με αναφορά στο Κεφάλαιο VI του Χάρτη του ΟΗΕ και στη δυνατότητα αξιοποίησης δικαστικών μέσων, ιδίως του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.

Η αναφορά αυτή δεν είναι τυχαία. Ο πρώην υπουργός θέλει να υπογραμμίσει ότι η διπλωματική παρουσία έχει αξία, αλλά δεν υποκαθιστά τις ουσιαστικές πολιτικές και νομικές πρωτοβουλίες που απαιτούνται για την επίλυση των διαφορών.

Το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η δύσκολη εξίσωση της Τουρκίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυσή του για τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές περιβάλλον.

Ο Βενιζέλος περιγράφει μια βαθιά αντίφαση: η βασική απειλή για την ελληνική εθνική ασφάλεια προέρχεται από ένα κράτος που είναι ταυτόχρονα μέλος του ΝΑΤΟ, μιας συμμαχίας που στηρίζεται στην αρχή της συλλογικής άμυνας.

Αμφισβητεί, παράλληλα, την αντίληψη ότι η Ελλάδα μπορεί να αναζητήσει τη λύση των ελληνοτουρκικών διαφορών αποκλειστικά μέσα από συμμαχίες με τρίτες χώρες.

Η συνεργασία με το Ισραήλ, η προμήθεια συστημάτων στο πλαίσιο της «Ασπίδας του Αχιλλέα», αλλά και η γαλλική συμμετοχή στο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης GSI αποτελούν σημαντικές επιλογές ασφάλειας και στρατηγικής συνεργασίας.

Δεν μπορούν, όμως, να υποκαταστήσουν την ελληνική διπλωματία ούτε να αναλάβουν για λογαριασμό της Αθήνας τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η συμφωνία με την Αίγυπτο

Στο ζήτημα του τουρκολιβυκού μνημονίου, ο Ευάγγελος Βενιζέλος αναδεικνύει τη σημασία της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας του 2020 για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.

Θεωρεί ότι θα ήταν θετική εξέλιξη η επέκταση της συμφωνίας, με βάση τις προβλέψεις της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η Λιβύη διατύπωσε αντιρρήσεις για την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία το 2025, αρκετά χρόνια μετά την υπογραφή της, ενώ είχε προηγηθεί η ελληνική πρόσκληση του 2019 προς όσους έχουν νομικές αντιρρήσεις να προσφύγουν στη διεθνή δικαιοσύνη.

Η θέση του είναι σαφής: η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα διπλωματικά και νομικά εργαλεία, χωρίς να παραχωρεί σε τρίτες χώρες την ευθύνη των δικών της αποφάσεων.

Το πολιτικό κόστος και η ανάγκη εθνικής συνεννόησης

Ίσως το πιο ουσιαστικό σημείο της παρέμβασης Βενιζέλου βρίσκεται στην αναφορά του στην πολιτική ευθύνη.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν αρκεί να είναι αμυντικά προετοιμασμένη. Πρέπει να διαθέτει και την απαραίτητη πολιτική και διπλωματική ετοιμότητα, ώστε να αναλάβει πρωτοβουλίες για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας με την Τουρκία, είτε μέσα από συμφωνία είτε μέσω διεθνούς δικαστικής διαδικασίας.

Αυτό προϋποθέτει πολιτική ηγεσία που να είναι έτοιμη να αναλάβει το κόστος δύσκολων αποφάσεων.

Ταυτόχρονα, προειδοποιεί ότι η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στον αναγκαίο εθνικό διάλογο και στη διαμόρφωση ευρύτερων συναινέσεων.

Οι διεθνείς εξελίξεις, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, δεν περιμένουν τον εσωτερικό πολιτικό χρόνο της Ελλάδας.

Η πολιτική διάσταση: Μια σπάνια σύγκλιση ή μια ουσιαστική προειδοποίηση;

Η θετική αναφορά του Ευάγγελου Βενιζέλου στον Κυριάκο Μητσοτάκη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα στο σημερινό πολιτικό σκηνικό. Δεν πρόκειται απλώς για μια θετική αποτίμηση μιας πρωθυπουργικής ομιλίας στο εξωτερικό.

Είναι μια υπενθύμιση ότι στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής η κομματική αντιπαράθεση δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης.

Από την άλλη πλευρά, ο Βενιζέλος δεν αφήνει περιθώρια για εύκολους πανηγυρισμούς. Η διεθνής προβολή των ελληνικών θέσεων είναι απαραίτητη, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει τα δεδομένα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Το πραγματικό στοίχημα βρίσκεται στην επόμενη ημέρα: στην ύπαρξη σταθερής εθνικής στρατηγικής, στη διπλωματική συνέπεια και στην ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να λαμβάνει αποφάσεις με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Η δική μας πολιτική ανάγνωση

Η παρέμβαση Βενιζέλου έχει μεγαλύτερη σημασία από μια απλή φιλοφρόνηση προς τον πρωθυπουργό.

Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης αξιοποίησε ένα σημαντικό διεθνές βήμα για να παρουσιάσει τις ελληνικές θέσεις. Αυτό είναι θετικό για τη χώρα, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα βρίσκεται στην κυβέρνηση.

Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: η διεθνής διπλωματία δεν κρίνεται μόνο από τις ομιλίες, αλλά κυρίως από τα αποτελέσματα.

Η Ελλάδα χρειάζεται συμμάχους, ισχυρή αποτρεπτική δύναμη και ενεργή παρουσία στους διεθνείς οργανισμούς. Χρειάζεται, όμως, πάνω απ’ όλα μια στρατηγική που δεν θα αλλάζει ανάλογα με τις εκλογικές αναμετρήσεις και τις κυβερνητικές εναλλαγές.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της παρέμβασης Βενιζέλου: Τα εθνικά ζητήματα δεν μπορούν να περιμένουν να τελειώσει η προεκλογική περίοδος.