Μια εικόνα που προκαλεί έντονο προβληματισμό για το μέλλον της ελληνικής εκπαίδευσης αποτυπώνει η νέα μελέτη του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ με τίτλο «Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού στη σύγχρονη Ελλάδα: κρίση, προκλήσεις, προοπτικές». Η μελέτη παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, στο πλαίσιο εκδήλωσης του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ και της ΟΙΕΛΕ, και επιχειρεί να καταγράψει τις μεγάλες αλλαγές που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στο εκπαιδευτικό επάγγελμα, αλλά και τους κινδύνους που διαμορφώνονται για τη στελέχωση των σχολείων τα επόμενα χρόνια.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα βρίσκεται μπροστά σε μια σύνθετη πρόκληση: από τη μία διαθέτει εκπαιδευτικούς με υψηλό επίπεδο προσόντων, γνώσεων και δεξιοτήτων, από την άλλη όμως δυσκολεύεται να προσφέρει τις συνθήκες που θα μπορούσαν να προσελκύσουν και να διατηρήσουν νέους ανθρώπους στο επάγγελμα. Η εξάρτηση από τους αναπληρωτές έχει πλέον παγιωθεί, το μόνιμο προσωπικό μειώνεται, ιδιαίτερα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση το προσωπικό γερνά, οι αποδοχές παραμένουν χαμηλές σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον ΟΟΣΑ, ενώ οι συνθήκες εργασίας δημιουργούν αυξημένες πιέσεις, άγχος και επαγγελματική εξουθένωση.

Κατά το σχολικό έτος 2023-2024 υπηρετούσαν συνολικά 185.668 εκπαιδευτικοί στην προσχολική, την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο, η εξέλιξη του αριθμού των εκπαιδευτικών δεν είναι ίδια σε όλες τις βαθμίδες.

Στην περίοδο 2015-2024, η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στην ειδική αγωγή, όπου το προσωπικό αυξήθηκε κατά 65%, και στην προσχολική εκπαίδευση, όπου η αύξηση έφτασε το 49,4%. Στα δημοτικά σχολεία το εκπαιδευτικό προσωπικό αυξήθηκε κατά 18,5%, στα γυμνάσια κατά 10,1% και στην επαγγελματική εκπαίδευση κατά 5,9%. Αντίθετα, στα γενικά λύκεια η μεταβολή ήταν οριακή, μόλις 1,8%.

Πίσω όμως από τη συνολική αύξηση κρύβεται μια σημαντική μεταβολή στη σύνθεση του προσωπικού. Οι αναπληρωτές καταλαμβάνουν πλέον ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος της στελέχωσης. Στα νηπιαγωγεία αντιστοιχούν στο 33,1% του διδακτικού προσωπικού, στα δημοτικά στο 25,6%, στην επαγγελματική εκπαίδευση στο 24,2%, στα γυμνάσια στο 21,2% και στα γενικά λύκεια στο 14,3%.

Η τάση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν εξεταστεί η δεκαετής μεταβολή. Στα γυμνάσια, από το 2015 έως το 2024, οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί μειώθηκαν κατά 13%, την ώρα που οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 403,3%. Στα γενικά λύκεια οι μόνιμοι μειώθηκαν κατά 13,4%, ενώ οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 215,3%. Στην επαγγελματική εκπαίδευση οι αντίστοιχες μεταβολές ήταν -12,6% και +202,1%, ενώ στα δημοτικά οι μόνιμοι μειώθηκαν κατά 6% και οι αναπληρωτές αυξήθηκαν κατά 178,6%.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την ανάλυση, η προσωρινή στελέχωση έχει πάψει να αποτελεί έναν έκτακτο μηχανισμό κάλυψης κενών και έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά μόνιμης πρακτικής.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα που προκύπτει από την ηλικιακή σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Μόλις 1,4% των εκπαιδευτικών στην κατώτερη δευτεροβάθμια και 1,6% στην ανώτερη δευτεροβάθμια είναι κάτω των 30 ετών. Την ίδια στιγμή, το 57,8% και το 58,3% αντίστοιχα είναι ηλικίας 50 ετών και άνω.

Η Ελλάδα κατατάσσεται έτσι στην τελευταία θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης ως προς την παρουσία εκπαιδευτικών κάτω των 30 ετών και στις δύο βαθμίδες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο σημερινό. Μεταξύ 2015 και 2024, το ποσοστό των εκπαιδευτικών ηλικίας 50 ετών και άνω αυξήθηκε κατά 12,9 ποσοστιαίες μονάδες στην κατώτερη και κατά 11,4 μονάδες στην ανώτερη δευτεροβάθμια.

Οι αριθμοί αποτυπώνουν το μέγεθος της ανισορροπίας: για κάθε εκπαιδευτικό κάτω των 30 ετών αντιστοιχούν περίπου 41 εκπαιδευτικοί ηλικίας 50+ στην κατώτερη δευτεροβάθμια και 36 στην ανώτερη.

Η εικόνα αυτή αποτελεί, σύμφωνα με τη μελέτη, προειδοποιητικό σήμα για τα επόμενα χρόνια. Οι μαζικές αποχωρήσεις λόγω συνταξιοδότησης, σε συνδυασμό με την περιορισμένη είσοδο νέων εκπαιδευτικών, είναι πιθανό να δημιουργήσουν σημαντικές ανάγκες στελέχωσης, εάν δεν υπάρξει έγκαιρος σχεδιασμός.

Οι γυναίκες είναι η πλειονότητα, αλλά όχι αναλογικά στη διοίκηση

Το εκπαιδευτικό επάγγελμα παρουσιάζει επίσης έντονη έμφυλη διάσταση. Οι γυναίκες αποτελούν την πλειονότητα του διδακτικού προσωπικού, χωρίς όμως η παρουσία τους να αποτυπώνεται στον ίδιο βαθμό στις θέσεις διοίκησης.

Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση οι γυναίκες αποτελούν το 76,8% των εκπαιδευτικών, αλλά μόλις το 55,3% των διευθυντικών στελεχών. Στην κατώτερη δευτεροβάθμια αποτελούν το 70,1% του προσωπικού και το 55,5% των στελεχών διοίκησης, ενώ στην ανώτερη δευτεροβάθμια τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 59,6% και 43,6%.

Η μισθολογική υστέρηση ξεκινά από την πρώτη ημέρα

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά ευρήματα της μελέτης αφορά τις αποδοχές των εκπαιδευτικών. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση σε σύγκριση με την ΕΕ και τον ΟΟΣΑ, όχι μόνο ως προς το απόλυτο ύψος των μισθών αλλά και ως προς τη σχέση των αμοιβών των εκπαιδευτικών με τις αποδοχές άλλων εργαζομένων αντίστοιχου μορφωτικού επιπέδου.

Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση οι αποδοχές των εκπαιδευτικών αντιστοιχούν στο 69,3% των αποδοχών εργαζομένων με τριτοβάθμια εκπαίδευση, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ-25 είναι 82,3% και στον ΟΟΣΑ 82,6%.

Στην κατώτερη δευτεροβάθμια το ποσοστό στην Ελλάδα ανέρχεται στο 72,2%, έναντι 84,9% στην ΕΕ-25 και 86,6% στον ΟΟΣΑ. Στην ανώτερη δευτεροβάθμια παραμένει επίσης στο 72,2%, όταν στην ΕΕ-25 φτάνει το 89,9% και στον ΟΟΣΑ το 90,7%.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα για τον αρχικό μισθό. Ο αρχικός θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σε 23.363 δολάρια σε όρους αγοραστικής δύναμης, έναντι 43.526 δολαρίων στην ΕΕ-25 και 44.465 στον ΟΟΣΑ.

Ο ελληνικός αρχικός μισθός αντιστοιχεί μόλις στο 53,7% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και στο 52,5% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, με την Ελλάδα να κατατάσσεται 38η μεταξύ 38 χωρών.

Ούτε όμως η μισθολογική εξέλιξη στην πορεία της σταδιοδρομίας περιορίζει το χάσμα. Μετά από 15 χρόνια υπηρεσίας, ο θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται σε 30.627 δολάρια, έναντι 57.317 στην ΕΕ-25 και 59.673 στον ΟΟΣΑ. Ακόμη και στο ανώτατο μισθολογικό κλιμάκιο οι αποδοχές φτάνουν τα 45.153 δολάρια, ενώ οι αντίστοιχοι μέσοι όροι στην ΕΕ-25 και στον ΟΟΣΑ κινούνται περίπου στις 70.000 δολάρια.

Και το σημαντικότερο: η πραγματική αξία των μισθών μειώθηκε την τελευταία δεκαετία. Από το 2015 έως το 2024 ο πραγματικός αρχικός θεσμοθετημένος μισθός στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 6,2%, ενώ ο μισθός μετά από 15 χρόνια υπηρεσίας μειώθηκε κατά 8,4%.

Στον ΟΟΣΑ, αντίθετα, στις χώρες με διαθέσιμα στοιχεία, η πραγματική αξία του αρχικού μισθού αυξήθηκε κατά μέσο όρο 14,9%, ενώ ο μισθός μετά από 15 χρόνια αυξήθηκε κατά 8,8%.

Η ποιότητα εργασίας δοκιμάζεται από την πίεση, το άγχος και την εξουθένωση

Η κρίση του επαγγέλματος δεν περιορίζεται στις αποδοχές και στη μορφή απασχόλησης. Η μελέτη αναδεικνύει σημαντικές πιέσεις στην καθημερινότητα των εκπαιδευτικών.

Στον ιδιωτικό τομέα της εκπαίδευσης, η μερική απασχόληση εμφανίζεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Το 2024 αφορούσε το 26,2% των εκπαιδευτικών στην ιδιωτική πρωτοβάθμια εκπαίδευση, το 60,9% στην ιδιωτική κατώτερη δευτεροβάθμια και το 45,3% στην ιδιωτική ανώτερη δευτεροβάθμια. Στον δημόσιο τομέα τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν μόλις 0,4%, 1,6% και 3,6%.

Στον κλάδο της Εκπαίδευσης, το 57,9% των εργαζομένων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει τακτικά ή συχνά πίεση χρόνου ή μεγάλο φόρτο εργασίας. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 31,8% αναφέρει εργασία στον ελεύθερο χρόνο, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από το 15,9% που καταγράφεται στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα.

Παράλληλα, το 29,8% των εργαζομένων στην Εκπαίδευση αναφέρει άλλες αιτίες πρόκλησης άγχους, έναντι 22,2% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα.

Η επιβάρυνση έχει και άμεσες επιπτώσεις στην υγεία. Μεταξύ όσων έχουν εκτεθεί σε τουλάχιστον έναν επιβαρυντικό παράγοντα, 48,7% αναφέρει εμφάνιση ή επιδείνωση άγχους που θεωρεί ότι σχετίζεται με την εργασία, έναντι 42,1% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Πονοκεφάλους ή κόπωση των ματιών αναφέρει το 39,7%, ενώ συνολική κόπωση ή εξάντληση αναφέρει το 22,3%.

Η πρόσθετη εργασία αποτελεί επίσης σημαντικό κομμάτι της εικόνας. Το 25,8% των εργαζομένων στην Εκπαίδευση δηλώνει ότι εργάζεται πέρα από το κανονικό ωράριο τουλάχιστον κάποιες φορές, ενώ το 11,6% το κάνει συχνά ή πολύ συχνά.

Από όσους εργάζονται επιπλέον ώρες, 21,2% εργάζεται περισσότερες από πέντε πρόσθετες ώρες την εβδομάδα, ενώ το 2,9% ξεπερνά τις δέκα ώρες.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο από το γεγονός ότι η πρόσθετη εργασία αμείβεται πολύ λιγότερο συχνά στην Εκπαίδευση. Μόλις 21,2% δηλώνει ότι πληρώνεται για τις επιπλέον ώρες, έναντι 54,8% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα. Αντίθετα, το 63,5% δηλώνει ότι δεν αμείβεται.

Η εικόνα συμπληρώνεται από έρευνα της ΔΟΕ σε 3.021 εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο συνολικός δείκτης εργασιακής εξουθένωσης διαμορφώνεται σε 51,47 στα 100, ενώ το 85% των εκπαιδευτικών αναφέρει υπερβολικό φόρτο εργασίας και το 64% έλλειψη σεβασμού προς την εργασία τους.

Παράλληλα, το 56% αναφέρει έλλειψη υποστήριξης από τα εκπαιδευτικά στελέχη, το 52% διαφωνεί ότι παρέχονται επαρκείς δυνατότητες συνεχούς επαγγελματικής ανάπτυξης και κατάρτισης και το 44% δηλώνει ότι δεν διαθέτει επαρκή αυτονομία στη διδασκαλία.

Μοναδική σαφώς θετική διάσταση στο συγκεκριμένο σκέλος είναι οι σχέσεις μεταξύ συναδέλφων, τις οποίες το 69% χαρακτηρίζει θετικές.

Υψηλά προσόντα και δεξιότητες – Αλλά ανάγκη για διαρκή επιμόρφωση

Παρά τις δυσκολίες, η μελέτη καταγράφει ένα σημαντικό πλεονέκτημα του ελληνικού εκπαιδευτικού δυναμικού: το υψηλό επίπεδο προσόντων και τη μεγάλη αντιστοίχιση των δεξιοτήτων με τις απαιτήσεις της εργασίας.

Στον ιδιωτικό κλάδο της Εκπαίδευσης, το 87,5% χαρακτηρίζει το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων του πολύ ή πάρα πολύ σχετικό με την τρέχουσα εργασία του, έναντι μόλις 44,2% στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα.

Το 98,3% θεωρεί ότι ανταποκρίνεται σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό στα καθήκοντα της θέσης του, ενώ το 88,7% δηλώνει ότι αξιοποιεί πλήρως ή αρκετά τις γνώσεις και τις δεξιότητές του.

Το 79,5% θεωρεί ότι οι δεξιότητές του ταιριάζουν με τις απαιτήσεις της θέσης, ενώ το 19,9% εκτιμά ότι διαθέτει ακόμη υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτείται.

Την ίδια στιγμή, όμως, οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται ότι το επάγγελμα αλλάζει. Οι ψηφιακές δεξιότητες αποτελούν την κυριότερη ανάγκη ανάπτυξης, με ποσοστό 62,9%, ενώ ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες με 41,4% και οι γνωστικές με 31,8%.

Το 34,8% των εργαζομένων στην Εκπαίδευση θεωρεί αρκετά ή πολύ πιθανό ορισμένες από τις δεξιότητες που συνδέονται με το επάγγελμά του να καταστούν παρωχημένες μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια εξαιτίας οικονομικών ή τεχνολογικών εξελίξεων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάγκη για δεξιότητες οικολογίας και βιωσιμότητας, τις οποίες επιλέγει το 9,9% των εργαζομένων στην Εκπαίδευση μεταξύ των δεξιοτήτων που θα ήθελε περισσότερο να αναπτύξει.

Ένα ακόμη κρίσιμο εύρημα αφορά το κατά πόσο οι νέοι εξακολουθούν να επιλέγουν σπουδές που οδηγούν στο εκπαιδευτικό επάγγελμα. Το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ εξετάζει παιδαγωγικά τμήματα, καθώς και τμήματα που οδηγούν στους κλάδους ΠΕ02 Φιλολόγων, ΠΕ03 Μαθηματικών και ΠΕ04 Φυσικών Επιστημών.

Τα παιδαγωγικά τμήματα εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μερίδιο στις προτιμήσεις των υποψηφίων μεταξύ των ομάδων που εξετάστηκαν. Ωστόσο, το μερίδιό τους στις πρώτες προτιμήσεις μειώθηκε από 9,2% το 2021 σε 8,2% το 2026.

Στις τρεις πρώτες προτιμήσεις η μείωση ήταν από 9,9% σε 8,8%. Παράλληλα, η σχετική θέση των βάσεων εισαγωγής των παιδαγωγικών τμημάτων παρουσιάζει υποχώρηση.

Το 2026 η διάμεση εκατοστημοριακή θέση των παιδαγωγικών τμημάτων έφτασε στο 48,5ο εκατοστημόριο, ενώ το ποσοστό των παιδαγωγικών τμημάτων που βρίσκονται στο ανώτερο μισό της συνολικής κατάταξης υποχώρησε από 66,7% την περίοδο 2021-2024 σε 44,4% το 2026.

Ωστόσο, υπάρχει και μια διαφορετική ένδειξη: τα παιδαγωγικά τμήματα εξακολουθούν το 2026 να καλύπτουν το 100% των προσφερόμενων θέσεων της γενικής σειράς των ημερήσιων ΓΕΛ.

Μεγάλο πρόβλημα στα τμήματα Φιλολογίας και Μαθηματικών

Πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στους βασικούς κλάδους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Τα τμήματα που οδηγούν στον κλάδο ΠΕ02 Φιλολόγων εμφανίζουν περιορισμένη και διαρκώς υποχωρούσα συμμετοχή στις προτιμήσεις των υποψηφίων. Το 2026 το μερίδιό τους στις πρώτες επιλογές περιορίζεται στο 1,9%, από 2,5% το 2021.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 2025 και το 2026 κανένα από τα 21 τμήματα της συγκεκριμένης ομάδας δεν βρίσκεται στο ανώτερο μισό της συνολικής κατάταξης ως προς τη βάση εισαγωγής.

Παράλληλα, το 2026 καλύφθηκε μόλις το 65,1% των προσφερόμενων θέσεων, με 1.243 θέσεις να παραμένουν κενές. Πρόκειται για το μεγαλύτερο απόλυτο πλήθος κενών θέσεων μεταξύ των ομάδων που εξετάστηκαν.

Στα τμήματα Μαθηματικών η κατάσταση είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική ως προς την κάλυψη των θέσεων. Μόλις 44,5% των θέσεων καλύφθηκε το 2026, αφήνοντας 585 κενές θέσεις.

Παρά το γεγονός αυτό, οι υποψήφιοι που τελικά εισάγονται στα Μαθηματικά φαίνεται να έχουν σε μεγάλο βαθμό συνειδητή επιλογή. Το 56,2% εισάγεται στην πρώτη του επιλογή και το 76,3% σε μία από τις τρεις πρώτες επιλογές.

Στα τμήματα που οδηγούν στον κλάδο ΠΕ04 Φυσικών Επιστημών η εικόνα είναι καλύτερη ως προς τη σχετική θέση των βάσεων. Η διάμεση εκατοστημοριακή θέση φτάνει το 75,1ο εκατοστημόριο το 2026, ενώ το 64% των τμημάτων βρίσκεται στο ανώτερο μισό της συνολικής κατάταξης.

Ωστόσο, και εδώ υπάρχουν προβλήματα κάλυψης, καθώς συνολικά καλύπτεται το 78,9% των θέσεων και παραμένουν 665 κενές θέσεις. Η εικόνα παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά τμήμα, καθώς 16 από τα 25 τμήματα εμφανίζουν πλήρη κάλυψη, ενώ αρκετά τμήματα Φυσικής και Γεωλογίας αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες.

Το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία μόνο παρέμβαση. Απαιτείται συνεκτική πολιτική για το επάγγελμα του εκπαιδευτικού, η οποία θα συνδέει τη στελέχωση, την ηλικιακή ανανέωση, τις αμοιβές, τις συνθήκες εργασίας, την αξιοποίηση των προσόντων και την ελκυστικότητα του επαγγέλματος.

Στις βασικές κατευθύνσεις περιλαμβάνεται η σταδιακή μείωση της εξάρτησης από προσωρινές μορφές στελέχωσης όταν πρόκειται για πάγιες και προβλέψιμες ανάγκες, καθώς και ο πολυετής προγραμματισμός των προσλήψεων με βάση την ηλικιακή σύνθεση του προσωπικού, τις αναμενόμενες συνταξιοδοτήσεις και τις ανάγκες ανά ειδικότητα.

Παράλληλα, η μελέτη θέτει στο επίκεντρο την ενίσχυση των μισθών, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής διαδρομής, αλλά και τη συνολική μισθολογική εξέλιξη, καθώς και τη βελτίωση των καθημερινών συνθηκών εργασίας.

Η παρακολούθηση του πραγματικού χρόνου εργασίας, της εργασίας στον ελεύθερο χρόνο, της αμοιβής της πρόσθετης εργασίας, του φόρτου, της εργασιακής εξουθένωσης και των ψυχοκοινωνικών κινδύνων θεωρείται επίσης αναγκαία.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών, με χρόνο για μάθηση, ουσιαστική επιμόρφωση και δυνατότητα αξιοποίησης των νέων γνώσεων μέσα στην εκπαιδευτική πράξη.

Παράλληλα, το ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ θεωρεί απαραίτητη τη συστηματική παρακολούθηση της ελκυστικότητας τόσο του ίδιου του επαγγέλματος όσο και των πανεπιστημιακών σπουδών που τροφοδοτούν τους εκπαιδευτικούς κλάδους. Οι αλλαγές στις προτιμήσεις των νέων, στις βάσεις εισαγωγής και στην κάλυψη των πανεπιστημιακών θέσεων μπορούν να λειτουργήσουν ως πρώιμοι δείκτες για τη μελλοντική δυνατότητα ανανέωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Η μελέτη του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ αποτυπώνει τελικά ένα εκπαιδευτικό επάγγελμα που βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η Ελλάδα διαθέτει ένα υψηλά καταρτισμένο εκπαιδευτικό δυναμικό, με σημαντική αξιοποίηση γνώσεων και δεξιοτήτων, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει προβλήματα που μπορούν να επηρεάσουν σοβαρά την ανανέωση και τη διατήρηση του προσωπικού.

Η μεγάλη εξάρτηση από αναπληρωτές, η γήρανση του εκπαιδευτικού σώματος, οι εξαιρετικά χαμηλές αποδοχές σε σχέση με την Ευρώπη και τον ΟΟΣΑ, η αύξηση της εργασιακής πίεσης και οι ενδείξεις υποχώρησης της ελκυστικότητας ορισμένων πανεπιστημιακών σπουδών συνθέτουν ένα προειδοποιητικό μήνυμα για το μέλλον της ελληνικής εκπαίδευσης.

Το ζητούμενο, όπως προκύπτει από τη μελέτη, δεν είναι απλώς να υπάρχουν εκπαιδευτικοί στα σχολεία. Είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε το εκπαιδευτικό σύστημα να μπορεί να προσελκύει νέους ανθρώπους υψηλών προσόντων, να τους διατηρεί στο επάγγελμα, να αξιοποιεί τις γνώσεις τους και να τους προσφέρει αξιοπρεπείς όρους εργασίας και ουσιαστικές δυνατότητες εξέλιξης.

Η ελκυστικότητα του επαγγέλματος, επομένως, δεν εξαρτάται από έναν μόνο αριθμό. Εξαρτάται από τον συνδυασμό σταθερότητας, μισθού, εργασιακών συνθηκών, επαγγελματικής αυτονομίας, αναγνώρισης, επιμόρφωσης και προοπτικής εξέλιξης. Και τα στοιχεία της νέας ανάλυσης δείχνουν ότι η συζήτηση για το μέλλον του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να περιμένει.

Επισυνάπτεται η παρουσίαση της έρευνας

7816_Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού – 2026 (full version)

Από Newsroom