Πενήντα ένα χρόνια πριν, οι Έλληνες πήγαν στις κάλπες για να αποφασίσουν κάτι που θα καθόριζε για πάντα το μέλλον της χώρας: ποιο πολίτευμα θέλουμε, ποια Ελλάδα θέλουμε. Το δημοψήφισμα του 1974 δεν ήταν μια συνηθισμένη ψηφοφορία. Ήταν μια πράξη συλλογικής ανακούφισης, ένα τέλος σε μια δύσκολη περίοδο και ταυτόχρονα η αρχή μιας νέας εποχής δημοκρατίας και αυτοπεποίθησης. Σε μια εποχή γεμάτη διεθνείς ανακατατάξεις, με την Κύπρο ακόμη πληγή ανοικτή και τον Ψυχρό Πόλεμο να αλλάζει μορφές, η Ελλάδα έπρεπε να σταθεί ξανά στα πόδια της. Και το έκανε. Με μια καθαρή απόφαση υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, αλλά και με μια βαθιά αλλαγή στο πολιτικό της σύστημα, όπου η Δεξιά παράταξη αναγκάστηκε να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο και την ταυτότητά της. Σήμερα, μισό αιώνα μετά, εκείνη η στιγμή δεν είναι απλώς ιστορία. Είναι υπενθύμιση για το τι μπορεί να πετύχει μια κοινωνία όταν αναμετριέται με το παρελθόν της και κοιτάζει μπροστά με θάρρος και καθαρότητα. Η τομή του 1974 μάς αφορά ακόμη και μας καλεί να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει θεσμική σταθερότητα, δημοκρατία και πολιτική ωριμότητα σε μια εποχή που όλα αλλάζουν.
Η επέτειος των πενήντα ενός χρόνων από το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 αποτελεί ένα οριακό σημείο αυτογνωσίας για τη σύγχρονη ελληνική πολιτεία. Το γεγονός δεν υπήρξε μια τυπική λαϊκή ετυμηγορία πολιτειακού χαρακτήρα· αποτέλεσε την πολιτική και ψυχολογική τομή που επιχείρησε να εκτονώσει την ανάγκη αυτοκάθαρσης αλλά και αυτοθέσμισης μιας κοινωνίας εξουθενωμένης από την επταετία
και τα εγκλήματα της. Εκτός του συμβολικού χαρακτήρα, η ρήξη της Δεξιάς με το Στέμμα έλαβε χώρα μέσα σε ένα διεθνοπολιτικό momentum έντονων ανακατατάξεων για τα επαπειλούμενα εθνικά μας συμφέροντα, καθώς το ελληνικό κράτος βρέθηκε μπροστά στην ανάγκη να επανιδρύσει το πολίτευμά του, αναδιαμορφώνοντας ένα νέο ισοζύγιο ισχύος στο εσωτερικό της συντηρητικής παράταξης.
Το διεθνοπολιτικό πλαίσιο της εποχής δεν ήταν ουδέτερο. Η Κύπρος παρέμενε ανοικτή πληγή, οι ισορροπίες ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης συγκρατούσαν πιέσεις που απειλούσαν να μετατρέψουν τη χώρα σε γεωπολιτικό εξάρτημα τρίτων, ενώ η επιστροφή του Καραμανλή λειτούργησε ως γέφυρα ανάμεσα στη δυτική σταθερότητα και την ανάγκη αυτόνομης ελληνικής πορείας. Η διεθνής αναγνώριση της μεταπολιτευτικής μετάβασης δεν ήταν δεδομένη· κερδήθηκε με βήματα νηφάλια, με απεγκλωβισμό από τις πρακτικές αυταρχικής διοίκησης και με την επίμονη καλλιέργεια αξιοπιστίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Συγκεκριμένα, στα μέσα της δεκαετίας του 1970 παρατηρείται χαλάρωση του διπολικού συστήματος. Η détente μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ αποδυνάμωνε την αυστηρή κατανομή ισχύος, ενώ η δυτικοευρωπαϊκή ολοκλήρωση επιτάχυνε την οικονομική και πολιτική ενοποίηση. Αναδυόταν ένας τρίτος γεωοικονομικός πόλος, βασισμένος στην «κοινωνική οικονομία της αγοράς», που δεν ακολουθούσε ούτε τον σοβιετικό κεντρικό σχεδιασμό ούτε τον αμερικανικό νεοφιλελευθερισμό που θα κυριαρχούσε τη δεκαετία του 1980.
Στην Ευρώπη κυριαρχούσε ακόμη η μεταπολεμική συναίνεση του κράτους πρόνοιας· μεικτή οικονομία, υψηλή απασχόληση και ισχυρές δημόσιες επενδύσεις συνέθεταν ένα μοντέλο κοινωνικής σταθερότητας και οικονομικής συνοχής. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης διεθνοπολιτικής συγκυρίας, η πολιτειακή αναθεμελίωση δεν ήταν απλώς η επιλογή της αβασίλευτης δημοκρατίας. Υπήρξε μια οργανική διαδικασία αποκατάστασης της θεσμικής κανονικότητας, με κοινωνική εμπιστοσύνη που αρθρώθηκε ταυτόχρονα από πάνω προς τα κάτω και από τη βάση προς τη θεσμική κορυφή. Το δημοψήφισμα μετέφερε το βάρος της νομιμοποίησης στον λαό, απελευθερώνοντας το κράτος από έναν θεσμό ιστορικά συνδεδεμένο με πολιτειακές παρεκκλίσεις και πραξικοπηματικού τύπου εξαρτήσεις. Η δημοκρατία απέκτησε την ευκαιρία να σταθεί σε νέα θεμέλια: συνταγματική λογική, θεσμική υπευθυνότητα και υπεροχή του κοινοβουλευτισμού.
Παράλληλα, ο Καραμανλής επένδυσε στην θεσμική αναδόμηση της Δεξιάς, διασφαλίζοντας ότι η παράταξη θα αποκτούσε νέα ταυτότητα προσαρμοσμένη στην εποχή της Μεταπολίτευσης. Η ελληνική Δεξιά, μέχρι τότε οργανικά συνδεδεμένη με μια θεμελιοκρατική, και συνάμα πελατειακή νοοτροπία, υπήρξε αιχμή της πολιτικής του παρέμβασης. Ο Καραμανλής δεν επιδίωξε απλώς να απομακρύνει το κόμμα από τον
θεσμό της μοναρχίας· επεδίωξε να καρατομήσει θεσμικά τη λογική της παραδοσιοκρατίας, δημιουργώντας έναν συντηρητισμό γκωλικού τύπου που λειτουργούσε μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατίας, της εκκοσμίκευσης και της ευρωπαϊκής νομιμότητας. Το κράτος και η παράταξη ανασυγκροτήθηκαν με βάση τη νομιμοφροσύνη στους θεσμούς, τη μέριμνα για την πολιτική σταθερότητα και τη συμμετοχή σε διεθνείς θεσμούς, αντί για την προσωπική ή οικογενειακή εξουσία. Ειδικότερα, η βενιζελοστρεφής αναδόμηση της Δεξιάς εισήγαγε στην παράταξη στοιχεία μετριοπάθειας, θεσμικής υπευθυνότητας και εξωστρέφειας. Ο Καραμανλής προώθησε τη συνείδηση ότι η παράταξη δεν ήταν πλέον ο υπερασπιστής της προδικτατορικής εξουσίας ή της «ιστορικής μοναρχικής παράδοσης», αλλά φορέας ενός ευρωπαϊκού, φιλελεύθερου συντηρητισμού. Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1979, η εδραίωση της αβασίλευτης δημοκρατίας και η θεσμική ισορροπία εξουσιών αποτέλεσαν κορυφαίες εκφράσεις αυτής της νέας στρατηγικής ταυτότητας. Ο Καραμανλής κατάφερε να ενοποιήσει διαφορετικά στρώματα της κοινωνίας γύρω από ένα νέο θεσμικό πρότυπο: εκείνο που τοποθετούσε την παράταξη σε μια δημοκρατική νομιμοποίηση αντί για την διχοτομική εθνικοφροσύνη.
Ως Πρόεδρος, εδραίωσε την αρχή ότι ο θεσμός προηγείται της πολιτικής βούλησης, προωθώντας την καντιανή αντίληψη ότι η νομιμότητα και η ορθολογική λειτουργία των θεσμών είναι καθολικά δεσμευτικά όπως προσπάθησε να τον καθοδηγήσει μεταπολιτευτικά ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Το Σύνταγμα του 1975 ενίσχυσε τη διάκριση εξουσιών, κατοχύρωσε ατομικά δικαιώματα και θεμελίωσε την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική Δεξιά μετασχηματίστηκε από παραδοσιοκρατικό φορέα σε θεσμοκεντρικό κόμμα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις της Μεταπολίτευσης και σε ευρωπαϊκά πρότυπα πολιτικής κουλτούρας.
Πενήντα χρόνια μετά, το δημοψήφισμα του 1974 δεν λειτουργεί μόνο ως ιστορική ανάμνηση. Επανατοποθετείται ως κληρονομιά δημοκρατικής ωριμότητας και υπενθυμίζει ότι τα μεγάλα πολιτειακά άλματα πραγματοποιούνται όταν η κοινωνία αντιλαμβάνεται τη διεθνή συγκυρία όχι ως απειλή, αλλά ως ευκαιρία επαναπροσδιορισμού. Η επέτειος προσφέρει χώρο για νηφάλιο αναστοχασμό: πώς η Ελλάδα θα παραμείνει συνεπής στην παράδοση θεσμικής ευθύνης που θεμελιώθηκε το 1974 και πώς οι πολιτικές δυνάμεις θα συνεχίσουν να μετασχηματίζονται σε δημιουργική συνάρθρωση με τις απαιτήσεις της εποχής. Η δημοκρατική λειτουργία δεν είναι δεδομένο μέγεθος· είναι ιστορικό επίτευγμα που απαιτεί διαρκή επιβεβαίωση. Το 1974 μάς το υπενθύμισε και η σημερινή κοινωνικοπολιτική συγκυρία το καθιστά και πάλι επίκαιρο.
άρθρο
Γιώργου Αντωνιάδη Υποψήφιου Διδάκτορα Διεθνών Σχέσεων Παντείου Πανεπιστημίου