Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος
Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Η ομόφωνη ανακήρυξη της 9ης Φεβρουαρίου ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας από την 43η Γενική Διάσκεψη της UNESCO, η οποία ολοκληρώθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2025 στη Σαμαρκάνδη του Ουζμπεκιστάν και έλαβε την υποστήριξη 90 κρατών, μελών, συνιστά εξέλιξη υψίστης εθνικής σημασίας για την Ελλάδα και τον διεθνή της ρόλο. Παρά τη σημασία της, το ζήτημα στο δημόσιο διάλογο προσεγγίστηκε κυρίως σε σχέση με τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας στην επιστήμη, στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά και τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας του απόδημου ελληνισμού, χωρίς να αναδειχθούν οι βαθύτερες γεωπολιτικές και στρατηγικές του προεκτάσεις. Για του λόγου το αληθές, οι δηλώσεις του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ κ. Νίκου Ανδρουλάκη, της Υπουργού Παιδείας κας Ζαχαράκη και οι ανακοινώσεις του ΥΠΕΞ και ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνουν τον ανωτέρω ισχυρισμό.

Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ιστορική αυτή απόφαση προσφέρει στην Ελλάδα τη στρατηγική ευκαιρία να αξιοποιήσει την ελληνική γλώσσα ως συντελεστή ήπιας ισχύος και μέσο άσκησης διεθνούς επιρροής για την ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης. Υπό αυτή την οπτική, η ελληνική γλώσσα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της ήπιας ισχύος, η οποία, όπως επισημαίνει ο Joseph Nye (Nye, J. S. Jr. Soft Power: The Means to Success in World Politics, New York: Public Affairs, 2004), συνίσταται στην ικανότητα ενός κράτους να παίρνει αυτό που θέλει μέσω της ελκυστικότητάς του, παρά μέσω καταναγκασμού ή πληρωμών και υλικών ανταλλαγμάτων.

Η ήπια ισχύς πηγάζει από την ελκυστικότητα του πολιτισμού, των πολιτικών αξιών και της εξωτερικής πολιτικής μιας χώρας, ενώ προϋποθέτει ότι οι στόχοι και οι πολιτικές της κρίνονται νομιμοποιημένες από τους διεθνείς αποδέκτες. Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η ήπια ισχύς αποτελεί έναν έμμεσο τρόπο άσκησης επιρροής, επιτρέποντας σε ένα κράτος να διαμορφώνει τις προτιμήσεις των άλλων ώστε να επιδιώκουν στόχους συμβατούς με τα δικά του συμφέροντα, χωρίς τη χρήση εξαναγκασμού. Ως βασικές πηγές της ήπιας ισχύος, ο Joseph Nye αναγνωρίζει την κουλτούρα, τον πολιτισμό, τις πολιτικές αξίες και την εξωτερική πολιτική ενός κράτους, στοιχεία τα οποία η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει και να προβάλει διεθνώς μέσω της ελληνικής γλώσσας.

Συνεπώς, η στρατηγική χρήση της ήπιας ισχύος από ένα κράτος και η αξιοποίηση της γλώσσας του ως μέσο επικοινωνίας και δημόσιας διπλωματίας δύναται να συμβάλει στην ενίσχυση της διεθνής του νομιμοποίησης, στη σφυρηλάτηση στενότερων σχέσεων με επιλεγμένα διεθνή ακροατήρια και στην προώθηση των εθνικών του συμφερόντων. Ενδεικτικό της δυναμικής που μπορεί να αποκτήσει μια γλώσσα ως συντελεστής ήπιας ισχύος και μέσο δημόσιας διπλωματίας αποτελεί το παράδειγμα της Τουρκίας, η οποία τα τελευταία χρόνια αξιοποιεί στρατηγικά την τουρκική γλώσσα ως εργαλείο πολιτιστικής επιρροής και διπλωματικής διείσδυσης, ενισχύοντας τη διεθνή της παρουσία και νομιμοποίηση.

Συγκεκριμένα, η Τουρκία αξιοποιεί στρατηγικά την τουρκική γλώσσα ως εργαλείο ήπιας ισχύος μέσω του δημόσιου Ινστιτούτου Yunus Emre, το οποίο ιδρύθηκε το 2007 με σκοπό την προώθηση της τουρκικής γλώσσας, του πολιτισμού, της ιστορίας και της τέχνης σε διεθνή ακροατήρια. Το ινστιτούτο οργανώνει μαθήματα γλώσσας, πολιτιστικές δραστηριότητες, εκπαιδευτικά προγράμματα, συνέδρια και εκθέσεις σε περισσότερες από 50 χώρες, προσφέροντας παράλληλα υποτροφίες και υποστήριξη σε Τουρκολόγους και ακαδημαϊκούς. Μέσω αυτών των δράσεων, η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τη διεθνή της παρουσία και νομιμοποίηση, να επηρεάσει θετικά την αντίληψη των ξένων για τη χώρα και να σφυρηλατήσει μακροχρόνιες σχέσεις με επιλεγμένα διεθνή ακροατήρια.

Η πολιτιστική διπλωματία και η εκμάθηση της γλώσσας χρησιμοποιούνται ως μέσο διαμόρφωσης κοινών αξιών, αντιλήψεων και ταυτοτήτων, επιτρέποντας στην Τουρκία να αναδείξει τη θέση της στον παγκόσμιο χώρο χωρίς την ανάγκη άμεσου καταναγκασμού ή οικονομικής πίεσης. Σήμερα, περίπου 220 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως μιλούν τουρκικά και η εκμάθησή τους γνωρίζει σημαντική άνοδο, αντανακλώντας τη συστηματική προσπάθεια της Τουρκίας να συνδέσει τη γλωσσική επιρροή με στρατηγικούς, πολιτιστικούς και οικονομικούς στόχους.

Παρόμοια, χώρες όπως η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Κίνα αξιοποιούν τη γλώσσα τους ως βασικό εργαλείο ήπιας ισχύος, χρησιμοποιώντας την για να διαμορφώσουν ιστορικές αφηγήσεις, πολιτισμικά πρότυπα, τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς, ενισχύοντας παράλληλα τη γεωπολιτική τους θέση και την προώθηση των εθνικών τους συμφερόντων. Η Βρετανία προωθεί την αγγλική γλώσσα και τον πολιτισμό της μέσω των British Council, η Γαλλία μέσω των Institut Français, η Γερμανία μέσω των Goethe Institut και η Κίνα μέσω των Confucius Institute.

Συνοψίζοντας, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η γλώσσα λειτουργεί ως κρίσιμο εργαλείο δημόσιας διπλωματίας, ενισχύοντας την ήπια ισχύ, τη διεθνή επιρροή και τη νομιμοποίηση των κρατών αυτών. Μέσω διεθνών δικτύων συνεργασίας με πανεπιστήμια, think tanks, πολιτιστικούς φορείς και διαμορφωτές κοινής γνώμης, οι χώρες αυτές προβάλλουν όχι μόνο τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους, αλλά και σύγχρονες αξίες και μορφές συνεργασίας που εξυπηρετούν τα μακροπρόθεσμα γεωπολιτικά τους συμφέροντα.

Με αυτόν τον τρόπο επηρεάζουν ουσιαστικά τη στάση στοχευμένων διεθνών ακροατηρίων, προβάλλοντας τον πολιτισμό, τις αξίες και τις στρατηγικές τους επιδιώξεις ενώ ταυτόχρονα οικοδομούν σχέσεις εμπιστοσύνης και διαρκούς συνεργασίας που εξασφαλίζουν μακροπρόθεσμη υποστήριξη στις εθνικές τους πρωτοβουλίες.

Με βάση αυτή την προσέγγιση, η ελληνική γλώσσα, με τη διαχρονική της πολιτισμική ακτινοβολία και την ιστορική της συνέχεια, μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγικό εργαλείο ήπιας ισχύος, ενισχύοντας την εικόνα, το κύρος, την αξιοπιστία και τη διεθνή επιρροή της Ελλάδας. Η διεθνής αναγνώριση της ελληνικής γλώσσας από τη διακήρυξη της UNESCO προσφέρει στην Ελλάδα ένα νομιμοποιημένο διεθνές θεσμικό αφήγημα που αναγνωρίζει τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας στη διαμόρφωση της παγκόσμιας νόησης. Η διακήρυξη παρουσιάζει την ελληνική γλώσσα ως θεμέλιο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας διανόησης, εργαλείο επιστημονικής ορολογίας, βάση της δημοκρατίας και του ανθρωπισμού, καθώς και γλωσσικό φορέα ιστορίας 3.500 ετών.

Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την ελληνική γλώσσα σε πυλώνα εθνικής ισχύος και στο ισχυρότερο Soft Power Brand της χώρας, στοιχείο που πρέπει να αξιοποιηθεί στρατηγικά από τους διαμορφωτές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και την πολιτική ηγεσία ώστε η Ελλάδα να κεφαλαιοποιήσει πλήρως το γλωσσικό της κεφάλαιο ως εργαλείο διεθνούς επιρροής.

Συνεπώς, κρίνεται αναγκαία η διαμόρφωση μιας συνεκτικής και θεσμικά ολιστικής στρατηγικής δημόσιας διπλωματίας που θα μετατρέψει την ελληνική γλώσσα σε πολλαπλασιαστή ισχύος, επιτρέποντας στη χώρα να επηρεάσει κρίσιμα διεθνή ακροατήρια και να προωθήσει αποτελεσματικά τα εθνικά της συμφέροντα. Η εμπειρία διεθνών Ινστιτούτων γλώσσας και πολιτισμού, όπως το British Council και το Institut Français, μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για τη δημιουργία ενός διεθνούς δικτύου ελληνικών ινστιτούτων και δράσεων που θα ενσωματώνουν διδασκαλία, πολιτισμό, ελληνική διασπορά και ψηφιακή προβολή της ελληνικής γλώσσας.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει φορείς που προωθούν τη γλώσσα και τον πολιτισμό, όπως το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, πανεπιστημιακά κέντρα διδασκαλίας και σχετικές πρωτοβουλίες του Υπουργείου Εξωτερικών, δεν υπάρχει ένας οργανισμός με ολοκληρωμένο διεθνές δίκτυο που να προωθεί ολιστικά τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τις στρατηγικές αξίες της χώρας. Απουσιάζει επίσης μια συνεκτική στρατηγική δημόσιας διπλωματίας που να συνδυάζει διδασκαλία, πολιτιστικές δράσεις, διασπορά και διεθνή δικτύωση. Συνεπώς, κρίνεται απαραίτητη η θεσμική ενοποίηση και ο συντονισμός των υφιστάμενων πρωτοβουλιών ώστε η Ελλάδα να μιλά με μία συνεκτική φωνή στο διεθνές περιβάλλον.

Για την κάλυψη του κενού αυτού, η δημιουργία ενός ελληνικού Ινστιτούτου Γλώσσας και Πολιτισμού διεθνούς εμβέλειας θα λειτουργήσει ως στρατηγικός μηχανισμός προβολής της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού.

Από Newsroom