Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι ανέραστοι. Αχάϊδευτοι είναι.
Όχι μόνο στο σώμα. Στην ψυχή. Μεγάλωσαν χωρίς αρκετή τρυφερότητα, χωρίς ένα βλέμμα που να τους χωρά πραγματικά, χωρίς ένα άγγιγμα που να λέει: «Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα για να αξίζεις αγάπη».
Κι έτσι περνούν συχνά ολόκληρη τη ζωή τους αναζητώντας αυτό που δεν πήραν ποτέ αρκετά. Άλλοι το ψάχνουν μέσα από την επιτυχία. Άλλοι μέσα από την ανάγκη να τους θαυμάζουν. Άλλοι μέσα από την αναγνώριση ή τη διαρκή επιβεβαίωση πως είναι επιθυμητοί.
Μόνο που πολλές φορές πλησιάζουν τους ανθρώπους χωρίς να αντέχουν πραγματικά την οικειότητα. Αντέχουν την ένταση της επιθυμίας, αλλά δυσκολεύονται με την τρυφερότητα. Με ένα χάδι που κρατά λίγο παραπάνω. Με μια αγκαλιά χωρίς βιασύνη. Με τη σιωπή που μοιράζονται δύο άνθρωποι όταν νιώθουν ασφαλείς μαζί.
Γιατί το σώμα συχνά αντέχει ευκολότερα τη διέγερση απ’ ό,τι την αληθινή εγγύτητα. Η επιθυμία μπορεί να λειτουργήσει σαν απόδραση, σαν εκτόνωση, σαν μια στιγμιαία λήθη της μοναξιάς.
Το τρυφερό άγγιγμα όμως είναι κάτι βαθύτερο. Σε αναγκάζει να υπάρξεις χωρίς ρόλους. Χωρίς άμυνες. Χωρίς την ανάγκη να αποδείξεις κάτι.
Και τότε πολλοί άνθρωποι πανικοβάλλονται. Γιατί η αληθινή εγγύτητα ξυπνά συχνά όλες τις παλιές στερήσεις: το παιδί που δεν κρατήθηκε αρκετά, την αγάπη που δόθηκε με όρους, την ανάγκη που κάποτε ντράπηκε να ζητήσει παρηγοριά.
Ίσως οι γυναίκες να αναγνωρίζουν αυτό το έλλειμμα πιο βαθιά, γιατί ιστορικά μεγάλωσαν πιο κοντά στη γλώσσα της φροντίδας και της συναισθηματικής παρουσίας. Έμαθαν να διαβάζουν βλέμματα, σιωπές και μικρές μεταβολές του συναισθήματος, να καταλαβαίνουν αν κάποιος είναι πραγματικά παρών ή απλώς λειτουργεί μηχανικά.
Και ίσως γι’ αυτό πολλές γυναίκες νιώθουν τόσο έντονα τη διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία και το πραγματικό «κράτημα». Ανάμεσα στην έλξη και την ασφάλεια. Γιατί συχνά δεν διψούν μόνο να είναι ποθητές. Διψούν να μπορούν να χαλαρώσουν μέσα στην παρουσία του άλλου χωρίς φόβο ότι θα χρησιμοποιηθούν ή θα μείνουν συναισθηματικά μόνες.
Ταυτόχρονα, πολλές έχουν βιώσει βαθιά αυτό το έλλειμμα: να τις πλησιάζουν χωρίς πραγματική παρουσία, να τις επιθυμούν χωρίς να τις βλέπουν ουσιαστικά.
Γι’ αυτό ίσως αναγνωρίζουν πιο γρήγορα εκείνη τη θλίψη της εποχής μας, όπου υπάρχει υπερβολική διέγερση αλλά λίγη τρυφερότητα. Πολύ «θέλω», αλλά λίγο αληθινό «σε κρατώ».
Και είναι και οι οθόνες που επέβαλαν το ανέγγιχτο. Τα σώματα παγιδεύτηκαν πίσω από γυάλινες επιφάνειες, pixels και ψηφιακές περσόνες. Αγγίζουμε συνεχώς οθόνες αλλά όλο και λιγότερο ο ένας τον άλλον.
Κι όμως η ανθρώπινη σύνδεση χρειάζεται παρουσία. Αναπνοές. Βλέμματα. Σιωπές που μοιράζονται στον ίδιο χώρο.
Ίσως το ίδιο να ισχύει και για κάθε αληθινή επανάσταση. Γιατί και ο έρωτας και η ουσιαστική επαφή θέλουν ανθρώπους παρόντες. Όχι μόνο προφίλ και λέξεις που φωτίζονται στιγμιαία πάνω σε μια οθόνη.
Και έτσι ζούμε σε μια εποχή υπερδιεγερμένη αλλά βαθιά αχάϊδευτη. Μια εποχή όπου πολλοί άνθρωποι μπορούν να εκτεθούν εξωτερικά, αλλά δυσκολεύονται να αφεθούν πραγματικά σ’ ένα τρυφερό βλέμμα που δεν ζητά τίποτα.
Γιατί τελικά η αγκαλιά είναι πιο δύσκολη από την επιθυμία.
Το αληθινό άγγιγμα πιο αποκαλυπτικό από οποιαδήποτε γύμνια. Γιατί εκεί δεν κρύβεται μόνο ο ερωτισμός. Κρύβεται η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να μας κρατήσει κάποιος χωρίς να χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγάλο υπαρξιακό τραύμα της εποχής μας: όχι ότι λείπει η επιθυμία, αλλά ότι όλο και λιγότεροι άνθρωποι νιώθουν πραγματικά ασφαλείς μέσα στην τρυφερότητα.