Η ελληνική γλώσσα, η οποία γεννήθηκε πριν από χιλιάδες χρόνια στην Ανατολική Μεσόγειο, συνεχίζει να ασκεί ισχυρή επίδραση σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Αυτό υποστηρίζει ο κορυφαίος ισπανός ελληνιστής και γλωσσολόγος Francisco Rodríguez Adrados (1922-2020), μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας.
Ο Adrados, που εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης και υπήρξε μέλος της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, υποστήριζε ότι «όλες οι γλώσσες είναι σήμερα ένα είδος ημιελληνικών», καθώς έχουν δανειστεί στοιχεία από τη μητέρα των γλωσσών, την ελληνική. Η παρατήρηση αυτή δεν προέρχεται από ταινία ή χιούμορ, όπως ίσως να σκεφτόταν κάποιος, αλλά από έρευνα αιώνων και ακαδημαϊκή μελέτη.
Στο βιβλίο του «Ιστορία της ελληνικής γλώσσας», που παρουσιάστηκε στην ΕΣΗΕΑ, ο Adrados αναλύει την ελληνική γλώσσα από τις ρίζες της στην ινδοευρωπαϊκή γλώσσα έως την κοινή ελληνική και από την αττική διάλεκτο ως τη νέα ελληνική. Το έργο αυτό φωτίζει πώς η ελληνική επηρέασε όχι μόνο άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, αλλά και την ανάπτυξη της γραπτής και λογοτεχνικής παράδοσης σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με τον Adrados, είναι μοναδική μαζί με την κινεζική, καθώς διαθέτει ιστορική καταγραφή 3.500 ετών. Η επίδρασή της σε λεξιλόγιο, συντακτικό, αλφάβητο και λογοτεχνία έχει αφήσει ανεξίτηλα ίχνη σε όλες τις σύγχρονες γλώσσες. Από τα λατινικά και τις ρομανικές γλώσσες μέχρι τις σλαβικές και ακόμα και σε διάφορα στοιχεία της αγγλικής, η ελληνική αποτελεί πηγή γνώσης, ιδεών και λεξιλογίου.
Ο Adrados τονίζει ότι η ελληνική γλώσσα συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής και επιστημονικής παράδοσης της Δύσης. Η επίδραση της ελληνικής δεν περιορίζεται μόνο σε λέξεις και γραμματική· η ίδια η ιστορική πορεία της λογοτεχνίας, από τα έπη και τη φιλοσοφία μέχρι τις επιστήμες και τη ρητορική, έχει καθοριστεί από τη γλώσσα αυτή.
Το βιβλίο του χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο εξετάζεται η εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από τις αρχαίες ρίζες της ως την αττική και τη νέα ελληνική. Στο δεύτερο αναλύεται η κοινή ελληνική και οι παραλλαγές της, από την ελληνιστική εποχή ως σήμερα, με αναφορές στη ρωμαϊκή, βυζαντινή και νεότερη εποχή, και στον ρόλο της ως γλώσσας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αργότερα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και, τέλος, του νέου ελληνικού κράτους.
Ο Adrados υπογραμμίζει ότι, παρά τις περιόδους κρίσης και ήττας, η ελληνική γλώσσα αναβίωνε πάντα δυναμικά. «Τα στοιχεία της ελληνικής είναι παρόντα σε όλες τις γλώσσες», σημειώνει, αναδεικνύοντας τον διαχρονικό και παγκόσμιο χαρακτήρα της γλώσσας. Η ελληνική δεν είναι απλώς ιστορική κληρονομιά· παραμένει ενεργή και ζωντανή επιρροή στις καθημερινές γλώσσες που μιλάμε σήμερα.
Η σημασία της ελληνικής γλώσσας, όπως αναδεικνύει το έργο του Adrados, δεν περιορίζεται στη γλωσσολογία. Η γλώσσα αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί φορέα πολιτισμού, σκέψης, φιλοσοφίας και επιστήμης. Από τη λογοτεχνία έως την επιστημονική ορολογία, από τις πολιτικές ιδέες έως τις έννοιες της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας, η ελληνική γλώσσα έχει αφήσει ανεξίτηλο στίγμα στον παγκόσμιο πολιτισμό.
Συνολικά, η κληρονομιά της ελληνικής γλώσσας δείχνει πως οι γλώσσες του κόσμου είναι συνδεδεμένες σε ένα δίκτυο αλληλεπιδράσεων, με την ελληνική να αποτελεί την πρωταρχική πηγή. Αυτό το γεγονός επιβεβαιώνει τη θέση του Adrados ότι κάθε σύγχρονη γλώσσα έχει «κρυφά ελληνικά» στοιχεία, καθιστώντας την ελληνική γλώσσα τη βάση πάνω στην οποία δομήθηκε μεγάλο μέρος της πολιτισμικής και γλωσσικής πορείας της ανθρωπότητας.
Η μελέτη της ελληνικής γλώσσας και της ιστορίας της, όπως αναδεικνύεται από τον Adrados, δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή άσκηση· αποτελεί και έναν καθρέφτη για να κατανοήσουμε πώς η γλώσσα διαμορφώνει την ταυτότητα, την κουλτούρα και τη σκέψη των λαών σε όλο τον κόσμο. Η ελληνική παραμένει ζωντανή, όχι μόνο ως μέσο επικοινωνίας, αλλά και ως παράγοντας διαμόρφωσης των γλωσσών και του πολιτισμού της ανθρωπότητας.