Έπειτα από σχεδόν 22 χρόνια προσφοράς στην επιστημονική έρευνα, ολοκληρώθηκε η αποστολή του διαστημικού παρατηρητηρίου Neil Gehrels Swift Observatory της NASA. Το τηλεσκόπιο επέστρεψε ανεξέλεγκτα στην ατμόσφαιρα της Γης την Τετάρτη, βάζοντας τέλος σε μια μακρά διαδρομή κατά την οποία κατέγραψε μερικά από τα πιο εντυπωσιακά και ενεργειακά φαινόμενα του Σύμπαντος.

Με βάση τα στοιχεία της Διαστημικής Δύναμης των ΗΠΑ, τα οποία μεταδίδουν διεθνή μέσα ενημέρωσης, η επανείσοδος σημειώθηκε στις 7:39 το πρωί (ώρα ανατολικών ΗΠΑ), πάνω από την Ινδονησία. Το Space.com προσδιορίζει ως σημείο επανεισόδου την περιοχή της βόρειας Σουμάτρας.

Το διαστημικό σκάφος είχε βάρος περίπου 1.450 κιλά (3.200 λίβρες). Η NASA εκτιμούσε ότι το μεγαλύτερο μέρος του θα καιγόταν κατά τη διέλευσή του από την ατμόσφαιρα, χωρίς ωστόσο να αποκλείει το ενδεχόμενο κάποια εξαρτήματα να φτάσουν στην επιφάνεια της Γης.

Πόσο μεγάλος ήταν ο κίνδυνος από την πτώση

Πριν από την επιστροφή του τηλεσκοπίου, η NASA είχε υπολογίσει ότι η πιθανότητα να τραυματιστεί κάποιος από ενδεχόμενα διαστημικά συντρίμμια ήταν εξαιρετικά μικρή, περίπου μία στις 2.100.

Ωστόσο, οι σημερινοί κανόνες για τη διαχείριση των διαστημικών απορριμμάτων είναι αυστηρότεροι. Όπως επισημαίνεται σε δημοσιεύματα του CNN, τα πρότυπα που αναθεωρήθηκαν το 2019 προβλέπουν ότι ο κίνδυνος σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου από ανεξέλεγκτη επανείσοδο πρέπει να είναι μικρότερος από μία πιθανότητα στις 10.000.

Το Swift δεν είχε σύστημα πρόωσης που να του επιτρέπει να διατηρεί σταθερά το ύψος της τροχιάς του, αντισταθμίζοντας την ατμοσφαιρική αντίσταση. Η κατάσταση επιδεινώθηκε τα τελευταία χρόνια, καθώς η αυξημένη ηλιακή δραστηριότητα προκάλεσε διαστολή της γήινης ατμόσφαιρας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η αντίσταση που δεχόταν το σκάφος και να επιταχυνθεί η πτώση του.

Η αποτυχημένη επιχείρηση διάσωσης

Η NASA γνώριζε εδώ και καιρό ότι το παρατηρητήριο θα έφτανε κάποια στιγμή στο τέλος της τροχιακής του ζωής. Πριν από την οριστική απώλειά του, όμως, επιχειρήθηκε μια προσπάθεια διάσωσης με στόχο να παραταθεί η λειτουργία του για τουλάχιστον μία ακόμη δεκαετία.

Την αποστολή ανέλαβε η αμερικανική εταιρεία Katalyst Space Technologies, η οποία κατασκεύασε το ρομποτικό διαστημικό σκάφος LINK. Σκοπός ήταν να προσεγγίσει το Swift, να συνδεθεί με αυτό και να το μεταφέρει σε υψηλότερη και πιο σταθερή τροχιά.

Το LINK εκτοξεύθηκε τον Ιούλιο, ωστόσο η επιχείρηση δεν ολοκληρώθηκε επιτυχώς. Σύμφωνα με το Space.com, παρουσιάστηκαν τεχνικά προβλήματα τόσο στο σύστημα πρόωσης όσο και στους τροχούς αντίδρασης, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για τον έλεγχο του προσανατολισμού του σκάφους. Έτσι, δεν κατέστη δυνατή η προσέγγιση του τηλεσκοπίου.

Μετά την αποτυχία της επιχείρησης, η επιστροφή του Swift στη Γη ήταν πλέον αναπόφευκτη. Το παρατηρητήριο συνέχισε να χάνει ύψος, φτάνοντας περίπου στα 275 χιλιόμετρα από την επιφάνεια του πλανήτη, όπου η ατμοσφαιρική αντίσταση ήταν πλέον αδύνατο να αντιμετωπιστεί.

Πότε σταμάτησε οριστικά η επιστημονική λειτουργία του

Το Κέντρο Διαστημικών Επιχειρήσεων της αποστολής στο Πανεπιστήμιο Penn State είχε αναλάβει τις τελευταίες διαδικασίες πριν από την απενεργοποίηση του παρατηρητηρίου.

Η τελική εντολή τερματισμού λειτουργίας δόθηκε στις 20 Οκτωβρίου, ενώ, σύμφωνα με το BBC, οι επιστημονικές παρατηρήσεις ολοκληρώθηκαν στις 23 Οκτωβρίου 2026.

Με αυτόν τον τρόπο έκλεισε ένας κύκλος σχεδόν δύο δεκαετιών, κατά τη διάρκεια του οποίου το Swift προσέφερε πολύτιμα δεδομένα στην αστροφυσική κοινότητα.

Η αποστολή που αποκάλυψε τα πιο βίαια φαινόμενα του Σύμπαντος

Το διαστημικό παρατηρητήριο εκτοξεύθηκε τον Νοέμβριο του 2004, με αρχικό σχεδιασμό για αποστολή μόλις δύο ετών. Βασικός σκοπός του ήταν η ανίχνευση και μελέτη των εκλάμψεων ακτίνων γάμμα, δηλαδή εξαιρετικά ισχυρών εκρήξεων ενέργειας που συγκαταλέγονται στα πιο ενεργειακά φαινόμενα του Σύμπαντος.

Οι εκρήξεις αυτές συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την κατάρρευση πολύ μεγάλων άστρων ή με συγκρούσεις εξαιρετικά πυκνών ουράνιων σωμάτων, όπως οι αστέρες νετρονίων.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του Swift ήταν η ταχύτητα αντίδρασής του. Μόλις εντόπιζε μια έκλαμψη, μπορούσε να προσδιορίσει τη θέση της και να ενημερώσει άλλα παρατηρητήρια, στρέφοντας παράλληλα τα δικά του όργανα προς την περιοχή. Η διαδικασία αυτή μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε περίπου ένα λεπτό, σύμφωνα με τον S. Bradley Cenko, κύριο ερευνητή της αποστολής στο Goddard Space Flight Center της NASA.

Στα σχεδόν 22 χρόνια λειτουργίας του, το Swift δεν περιορίστηκε μόνο στις εκλάμψεις ακτίνων γάμμα. Μελέτησε επίσης υπερκαινοφανείς αστέρες, μαύρες τρύπες που απορροφούν ύλη, αστεροειδείς και κομήτες.

Ο επιστημονικός απολογισμός του είναι ιδιαίτερα σημαντικός:

  • Κατέγραψε περισσότερες από 2.000 εκλάμψεις ακτίνων γάμμα.
  • Παρατήρησε περίπου 1.400 υπερκαινοφανείς αστέρες.
  • Συνέβαλε σε περίπου 7.000 επιστημονικές δημοσιεύσεις.
  • Συγκέντρωσε αρχείο δεδομένων περίπου 12 terabyte.
  • Κατέγραψε περισσότερες από 1,5 εκατομμύριο υπεριώδεις και οπτικές εικόνες.

Το 2018, το τηλεσκόπιο μετονομάστηκε σε Neil Gehrels Swift Observatory, προς τιμήν του πρώτου κύριου ερευνητή της αποστολής, ο οποίος είχε φύγει από τη ζωή το 2017.

Στο επίκεντρο της NASA και το μέλλον του Hubble

Η αποτυχημένη προσπάθεια διάσωσης του Swift δεν φαίνεται να αποθαρρύνει τη NASA από την αναζήτηση νέων τεχνολογικών λύσεων για τη συντήρηση και την παράταση ζωής σημαντικών διαστημικών αποστολών.

Σύμφωνα με το CNN, η αμερικανική διαστημική υπηρεσία έχει ήδη απευθύνει πρόσκληση σε ιδιωτικές εταιρείες για την υποβολή προτάσεων που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη συντήρηση, την αναβάθμιση ή την παράταση της λειτουργίας του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble.

Οι εκτιμήσεις που επικαλείται το δημοσίευμα προκαλούν προβληματισμό, καθώς η πιθανότητα το Hubble να εγκαταλείψει την τροχιά του υπολογίζεται στο 10% έως το 2032 και στο 50% έως το 2033.

Το ιστορικό τηλεσκόπιο βρίσκεται σε τροχιά από το 1990, ενώ η αντικατάστασή του δεν αναμένεται πριν από τη δεκαετία του 2040.

Για το Swift, η διαδρομή στο Διάστημα έφτασε πλέον στο τέλος της. Το επιστημονικό έργο του, ωστόσο, δεν σταματά μαζί με την αποστολή του. Το τεράστιο αρχείο παρατηρήσεων που άφησε πίσω του αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για τους επιστήμονες και αναμένεται να αξιοποιηθεί σε νέες έρευνες για τα μυστήρια και τα πιο ακραία φαινόμενα του Σύμπαντος τα επόμενα χρόνια.