Η Άλωση ως Ιστορική Τομή και Ανανοηματοδότηση του Νέου Ελληνισμού χωρίς άλλους θρήνους

29 Μαΐου 1453: η Άλωση της Κωνσταντινούπολης δεν σηματοδότησε απλώς την πτώση της αποκαλούμενης — κατά ανιστορικό τρόπο — Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και την ανατολή ενός νέου παγκόσμιου γεωπολιτικού τοπίου. Ο Μωάμεθ Β’, νεαρός και φιλόδοξος ηγεμόνας, κατέκτησε την Πόλη και εγκαινίασε μια νέα φάση οθωμανικής επέκτασης, μετατρέποντας τη Βασιλεύουσα σε πρωτεύουσα ενός πολυεθνοτικού και διαχρονικού Ισλάμ. Για την Ανατολική Μεσόγειο και την Ευρώπη, η Άλωση ήταν σύμβολο μετατόπισης ισχύος: από έναν γερασμένο χριστιανικό κόσμο προς μια ανερχόμενη ισλαμική αυτοκρατορία.

Κι όμως, η πτώση της Πόλης δεν εξηγείται μόνο μέσα από τη σύγκριση στρατιωτικών μέσων ή πληθυσμιακών μεγεθών. Αποτέλεσε κορύφωση εσωτερικών ρηγμάτων: θρησκευτικών φανατισμών, ιδεολογικών διαιρέσεων, πολιτικής αστάθειας και στρατηγικής τύφλωσης των βυζαντινών ελίτ. Η απουσία ενότητας μεταξύ των τελευταίων υπερασπιστών της αυτοκρατορίας, αλλά και η υπερεξάρτηση από απρόθυμους Δυτικούς συμμάχους, ανέδειξαν με τραγικό τρόπο μια διαχρονική παθογένεια του ελληνικού πολιτικού σώματος.

Η «Κερκόπορτα» — μεταφορικά και κυριολεκτικά — είχε ήδη ανοίξει στις συνειδήσεις των Ρωμηών, πολύ πριν σπάσει στα τείχη. Όπως σε πολλές κρίσιμες καμπές της ελληνικής ιστορίας, το εσωτερικό ρήγμα προηγείται του εξωτερικού πλήγματος: Μικρά Ασία, Κύπρος, Βόρεια Ήπειρος. Η αδυναμία σύγκλισης και στρατηγικού ρεαλισμού διαρκώς υπονομεύει την ιστορική συνέχεια, ακόμη και όταν οι εξωτερικές απειλές είναι εμφανείς.

Κι όμως, χωρίς να καταλήγει σε άγονο ιστορικισμό ή αρνητισμό, η Άλωση μπορεί να διαβαστεί και ως απαρχή. Αν το 1204 εγκαινιάζει τον Νέο Ελληνισμό, το 1453 τον καθιστά αναγκαίο: μια ταυτότητα μεταίχμια και υβριδική, πέραν της ρωμαϊκής ψευδαίσθησης, αλλά όχι ακόμη εθνικά πλήρης.
Οι Ελληνορωμιοί, ως κοινότητες πίστης αλλά όχι εθνικής συγκρότησης, άρχισαν να ανασυντάσσονται εντός και εκτός οθωμανικού πλαισίου,
διατηρώντας το φαντασιακό της Βασιλεύουσας ως άξονα μνήμης και προσδοκίας.

Ωστόσο, τα φαντάσματα του διχασμού επανεμφανίζονται νωρίς. Η Μεγάλη Ιδέα, νέο αφήγημα ηγεμονίας, ναυαγεί στη Μικρασιατική Καταστροφή, με παρόμοια λάθη: εσωτερική διάσπαση, υπερεκτίμηση συμμαχιών, σύγχυση μεταξύ εθνικού οράματος και ύβρεως. Όμως το πάθημα της Άλωσης δεν εξαντλείται μόνο σε μία μεταανάγνωση της Μικρασιατικής Καταστροφής αλλά με ανάλογο τρόπο μπορεί να ιδωθεί και ο Ελληνικός Εμφύλιος.

Σήμερα, οι διαχωριστικές γραμμές Δύσης και Ανατολής επιστρέφουν ως πεδία γεωπολιτικού και πολιτισμικού ανταγωνισμού. Η Τουρκία, με επίγνωση της ιστορίας και στρατηγική συνέπεια, ενσωματώνει την Άλωση στο εθνικό της αφήγημα. Η Ελλάδα, αντίθετα, εμμένει σε μια ιστορική μοιρολατρία και επιζητεί σωτηρία μέσω της πειθήνιας ενσωμάτωσης στις ευρωατλαντικές δομές.

Από το «τουρκικό σαρίκι» έως το «ανήκομεν εις την Δύσιν», εκτείνεται ένα συνεχές ετεροκαθορισμού. Η Άλωση, όμως, δεν μπορεί πια να νοείται μόνο ως έλλειμμα άμυνας ή ως μνημείο πένθους. Πρέπει να επανερμηνευθεί ως υπαρξιακή υπόμνηση της ανάγκης στρατηγικής αυτοτέλειας και πολυσημικής ταυτότητας. Όχι ως παρακολούθημα των Δυτικών που επιχειρούν να τιθασεύσουν την Τουρκία με τα υπολείμματα του ελληνικού κράτους, αλλά ως γεωπολιτικός δρων με επίγνωση της ιστορικής του διαχρονίας και της πολιτισμικής του ιδιοπροσωπίας. Μόνο τότε, η ιστορική μνήμη μπορεί να καταστεί το εφαλτήριο ενός συλλογικού αναστοχασμού για το εθνικό μας μέλλον πέραν και έξω από τα στενά όρια του ελλαδικού μας μικρόκοσμου.

άρθρο Γιώργου Αντωνιάδη Διεθνολόγου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *