Οι έντονες και συνεχόμενες σεισμικές δονήσεις που καταγράφηκαν στη Σαντορίνη στις αρχές του 2025 δεν αποτέλεσαν ένα συνηθισμένο γεωλογικό επεισόδιο, αλλά το αποτέλεσμα μιας σπάνιας και εξαιρετικά ισχυρής διεργασίας που εξελίχθηκε σε βάθος πολλών χιλιομέτρων κάτω από το ηφαιστειακό τόξο του Νοτίου Αιγαίου. Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό Science, την οποία υπογράφει διεθνής ομάδα γεωεπιστημόνων με ενεργή συμμετοχή Ελλήνων ερευνητών, αποκαλύπτει ότι πίσω από τη σεισμική καταιγίδα βρισκόταν μια μαγματική διείσδυση πρωτοφανούς μεγέθους. Η συγκεκριμένη ανακάλυψη αλλάζει όσα γνωρίζαμε για τη συμπεριφορά των ηφαιστείων, για τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που μπορούν να προκληθούν σε γεωδυναμικά περιβάλλοντα υψηλής έντασης και για τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να παρακολουθούμε τα ηφαιστειακά συστήματα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, εκατοντάδες σεισμικές δονήσεις που σημειώθηκαν σε διάστημα λίγων εβδομάδων αποτέλεσαν την επιφανειακή εκδήλωση μιας γιγαντιαίας μετακίνησης μάγματος, το οποίο άρχισε να διεισδύει στον γήινο φλοιό σε βάθος άνω των δέκα χιλιομέτρων. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε μεταβολές στο πεδίο των τεκτονικών τάσεων, ενεργοποιώντας ρήγματα που βρίσκονται διάσπαρτα γύρω από το ηφαιστειακό σύμπλεγμα της Σαντορίνης. Παράλληλα, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για υποθαλάσσιες διεργασίες, οι οποίες μέχρι πρόσφατα ήταν αδύνατο να παρατηρηθούν με ακρίβεια.

Η Καθηγήτρια Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Παρασκευή Νομικού, η οποία συμμετείχε στην επιστημονική ομάδα, εξηγεί ότι τα νέα αυτά δεδομένα αποτελούν καμπή για την επιστήμη της ηφαιστειολογίας. Όπως τόνισε στον τύπο πρόκειται για έναν μηχανισμό που ενδέχεται να αναδιαμορφώσει πλήρως την αντίληψη της επιστημονικής κοινότητας για τα ηφαιστειακά συστήματα, τις αντιδράσεις τους σε μαγματικές μεταβολές και τους γεωκινδύνους που μπορούν να προκύψουν.

Η ίδια υπογράμμισε ότι η έρευνα του Lomax και των συνεργατών του δείχνει πως ακόμη και μία μόνο διείσδυση μάγματος μπορεί να πυροδοτήσει μια σειρά από γεωλογικά γεγονότα σε ακτίνα δεκάδων χιλιομέτρων. Αυτό σημαίνει ότι οι εκρήξεις δεν αποτελούν τη μοναδική απειλή. Η ενεργοποίηση μεγάλων τεκτονικών ρηγμάτων, οι μεταβολές της πίεσης κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα και η πιθανότητα πρόκλησης τσουνάμι αποτελούν πλέον καταγεγραμμένες αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Οι υποθαλάσσιες αυτές διεργασίες παρέμεναν ουσιαστικά αόρατες επί δεκαετίες. Η διεθνής επιστημονική ομάδα αξιοποίησε έναν συνδυασμό εξελιγμένων σεισμολογικών εργαλείων και νέων γεωφυσικών μεθόδων για να αποτυπώσει με ακρίβεια τη γεωμετρία της μαγματικής διείσδυσης και τις δευτερογενείς επιπτώσεις της. Μέσα από δεδομένα υψηλής ανάλυσης, οι ερευνητές παρακολούθησαν την εξάπλωση του μάγματος σε παλμικά κύματα που έφτασαν σε μήκος πάνω από είκοσι χιλιόμετρα. Η διαδικασία αυτή αναστάτωσε τοπικά το πεδίο τάσεων και οδήγησε στην εκδήλωση εκατοντάδων σεισμών που καταγράφηκαν από τους σταθμούς του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διεθνών ερευνητικών ιδρυμάτων.

Εντυπωσιακό είναι και το μέγεθος της μαγματικής μάζας, καθώς η ποσότητα του μάγματος που διείσδυσε στον φλοιό εκτιμάται ότι θα μπορούσε να γεμίσει περίπου διακόσιες χιλιάδες ολυμπιακές πισίνες, να αντιστοιχεί σε διακόσιες φορές τον όγκο της Μεγάλης Πυραμίδας της Γκίζας ή να καλύψει περιοχές όπως το Μανχάταν και τα νησιά των Βερμούδων με στρώμα πάχους εννέα μέτρων. Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει την εξαιρετικά μεγάλη κλίμακα του φαινομένου, η οποία εξηγεί και την έντονη σεισμική δραστηριότητα που καταγράφηκε.

Η Καθηγήτρια Νομικού επισημαίνει ότι η νέα αυτή εικόνα του ηφαιστειακού συστήματος της Σαντορίνης απαιτεί αναθεώρηση των μοντέλων που χρησιμοποιούνται στην πρόγνωση και την παρακολούθηση των ηφαιστειακών εκρήξεων. Μέχρι σήμερα, πολλά μοντέλα δεν λάμβαναν υπόψη τους τη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ μάγματος και τεκτονικών ρηγμάτων, κάτι που φαίνεται να αποτελεί κρίσιμη παράμετρο. Η νέα τεχνολογία, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, μπορεί να δημιουργήσει μοντέλα υψηλής ακρίβειας που προβλέπουν μεταβολές πριν αυτές εκδηλωθούν στην επιφάνεια.

Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί πλέον βασικό εργαλείο για την ανάλυση μεγάλων σεισμολογικών δεδομένων. Η αυτόματη ανίχνευση μικροσκοπικών μεταβολών στα σεισμικά σήματα, η ταξινόμηση πρόδρομων γεωλογικών φαινομένων και η σύγκριση χιλιάδων καταγραφών σε πραγματικό χρόνο δίνουν στους επιστήμονες τη δυνατότητα να έχουν μια πιο πλήρη εικόνα για τις διεργασίες που εξελίσσονται σε βάθος. Η ενσωμάτωση δεδομένων από δορυφορικές μετρήσεις, υποθαλάσσιους αισθητήρες και επίγειους σταθμούς δημιουργεί ένα ενιαίο πλαίσιο παρακολούθησης της γεωδυναμικής δραστηριότητας στο Νότιο Αιγαίο.

Η μελέτη Lomax et al. επηρεάζει και τη διεθνή συζήτηση γύρω από την πρόβλεψη των ηφαιστειακών εκρήξεων. Η παραδοσιακή αντίληψη ήθελε τα ηφαίστεια να προειδοποιούν κυρίως μέσα από μεταβολές στη σεισμική δραστηριότητα που εντοπίζεται κοντά στους κρατήρες τους. Η νέα έρευνα δείχνει ότι οι αλυσιδωτές αντιδράσεις μπορούν να εκδηλωθούν πολύ μακριά από την αρχική πηγή, γεγονός που απαιτεί εκτεταμένη και συστηματική παρακολούθηση ολόκληρων γεωλογικών ζωνών.

Η Σαντορίνη αποτελεί ένα από τα πιο ενεργά και ταυτόχρονα πιο μελετημένα ηφαιστειακά συστήματα στον κόσμο. Παρά την ηρεμία που παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια, οι ειδικοί τονίζουν ότι η περιοχή χαρακτηρίζεται από έντονες υποθαλάσσιες διεργασίες, οι οποίες μπορούν να μεταβληθούν γρήγορα. Η επιστημονική κοινότητα επισημαίνει πως η συνεχής καταγραφή δεδομένων από δίκτυα υψηλής τεχνολογίας αποτελεί μονόδρομο για την έγκαιρη εκτίμηση των γεωκινδύνων.

Οι αλυσιδωτές αντιδράσεις που συζητούνται στη μελέτη δεν πρέπει να θεωρηθούν σπάνιο φαινόμενο. Αντίθετα, η ενεργή τεκτονική και η ηφαιστειακή δραστηριότητα του Νοτίου Αιγαίου δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι διεργασίες αυτές είναι συχνές και συστημικές. Η επιστημονική κοινότητα καλείται να αναπτύξει εργαλεία που βοηθούν στην πρόληψη, στη γρήγορη αξιολόγηση κινδύνων και στη σωστή ενημέρωση των κατοίκων και των επισκεπτών της περιοχής.

Η έρευνα δείχνει πως η συνεργασία μεταξύ διεθνών ομάδων, πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων αποτελεί θεμέλιο για την κατανόηση των σύνθετων φαινομένων που εκδηλώνονται σε ηφαιστειακά συστήματα. Η ανταλλαγή δεδομένων, η ανάπτυξη κοινών βάσεων παρακολούθησης και η τεχνολογική εξέλιξη θα καθορίσουν τις δυνατότητες της επιστήμης στα επόμενα χρόνια.

Η Σαντορίνη, με τη μακραίωνη ιστορία της και το ιδιαίτερα ενεργό ηφαιστειακό υπόβαθρο, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο της παγκόσμιας γεωεπιστημονικής έρευνας. Τα νέα δεδομένα προσφέρουν πολύτιμη γνώση, αλλά και μια υπενθύμιση ότι ο γήινος φλοιός αποτελεί ένα δυναμικό σύστημα, το οποίο συχνά λειτουργεί πέρα από τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης. Οι επιστήμονες δηλώνουν πως η τεχνολογία και η γνώση που διαθέτουμε σήμερα μας δίνουν τη δυνατότητα να κατανοήσουμε καλύτερα αυτές τις διεργασίες και να προστατεύσουμε τις κοινωνίες που βρίσκονται κοντά σε ενεργά ηφαιστειακά τόξα.

Από Newsroom