Από το Λονδίνο και τις διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές έως την Αθηναϊκή Ριβιέρα, η Ελλάδα διεκδικεί πλέον έναν νέο ρόλο στον παγκόσμιο χάρτη του πλούτου. Οι φορολογικές διευκολύνσεις, οι πολυτελείς κατοικίες και η γεωγραφική θέση της Αθήνας προσελκύουν δισεκατομμυριούχους, επενδυτές και εύπορες οικογένειες. Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση είναι να μετατρέψει τη σημερινή κινητικότητα σε μια σταθερή κοινότητα ανθρώπων και επιχειρήσεων.
Η Αθήνα αναδεικνύεται σταδιακά σε έναν από τους νέους προορισμούς της διεθνούς οικονομικής ελίτ, προσελκύοντας ανθρώπους με τεράστια οικονομική επιφάνεια, διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων, επιχειρηματίες και εύπορες οικογένειες που αναζητούν μια νέα βάση στην Ευρώπη.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για ξένους επενδυτές που αγοράζουν εξοχικές κατοικίες με θέα στη θάλασσα ή για ανθρώπους που επιλέγουν την Ελλάδα για τις διακοπές τους. Η νέα τάση αφορά τη μεταφορά επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, οικογενειακών εγκαταστάσεων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ολόκληρης της επαγγελματικής και προσωπικής ζωής τους στην ελληνική πρωτεύουσα.
Το φαινόμενο αναλύουν οι Financial Times σε εκτενές δημοσίευμά τους, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα επιχειρεί να περάσει σε μια νέα φάση προσέλκυσης διεθνούς πλούτου. Η επιδίωξη της κυβέρνησης δεν περιορίζεται στην εισροή κεφαλαίων, αλλά επεκτείνεται στη δημιουργία ενός νέου επιχειρηματικού και επενδυτικού οικοσυστήματος.
Στο επίκεντρο αυτής της αλλαγής βρίσκεται η Αθηναϊκή Ριβιέρα, όπου η αγορά πολυτελών ακινήτων γνωρίζει εντυπωσιακή ανάπτυξη, με τις τιμές σε ορισμένα από τα πλέον αποκλειστικά συγκροτήματα να φτάνουν ακόμη και τα 30.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Η μετακόμιση του Κρις Ρόκος που προκάλεσε αίσθηση στη Βρετανία
Ιδιαίτερη δημοσιότητα απέκτησε τον Σεπτέμβριο η απόφαση του δισεκατομμυριούχου διαχειριστή hedge funds Κρις Ρόκος να εγκαταλείψει το Λονδίνο και να εγκατασταθεί στην Αθήνα, δημιουργώντας παράλληλα γραφείο στην ελληνική πρωτεύουσα.
Η μετακίνησή του προκάλεσε αίσθηση στη Βρετανία, καθώς πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους φορολογουμένους της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, φέρεται να κατέβαλε περίπου 330 εκατομμύρια λίρες σε φόρους κατά την προηγούμενη χρονιά.
Η περίπτωση Ρόκος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας στρατηγικής που επιχειρεί να ακολουθήσει η Ελλάδα. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να προσελκύσει έναν εύπορο αλλοδαπό που θα αποκτήσει ακίνητη περιουσία, αλλά να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε άνθρωποι με σημαντική οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα να μεταφέρουν πραγματικά το κέντρο των δραστηριοτήτων τους στη χώρα.
Μια τέτοια μετακίνηση μπορεί να δημιουργήσει πολλαπλασιαστικά οφέλη: νέες εταιρείες, θέσεις εργασίας, επαγγελματικές συνεργασίες, ζήτηση για εξειδικευμένες υπηρεσίες και πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα.
Τα φορολογικά κίνητρα που κάνουν την Ελλάδα ελκυστική
Από το 2020, η ελληνική κυβέρνηση έχει θεσπίσει ένα σύνολο ειδικών φορολογικών καθεστώτων, επιχειρώντας να καταστήσει τη χώρα ανταγωνιστικό προορισμό για εύπορους αλλοδαπούς, συνταξιούχους, εργαζομένους και επιχειρηματίες.
Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία είναι το καθεστώς non-dom, το οποίο απευθύνεται σε φυσικά πρόσωπα που μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα και πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Το συγκεκριμένο καθεστώς προβλέπει την καταβολή σταθερού ετήσιου φόρου 100.000 ευρώ για εισοδήματα που αποκτώνται στο εξωτερικό. Για την υπαγωγή απαιτείται, μεταξύ άλλων, επένδυση τουλάχιστον 500.000 ευρώ σε ακίνητα, επιχειρήσεις, τίτλους ή μετοχές νομικών προσώπων.
Παράλληλα, προβλέπονται ειδικές φορολογικές διευκολύνσεις για συνταξιούχους του εξωτερικού. Όσοι πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις μπορούν να φορολογούνται με ενιαίο συντελεστή 7% για τα εισοδήματα αλλοδαπής προέλευσης, για χρονικό διάστημα έως 15 ετών.
Αντίστοιχα, εργαζόμενοι και επιχειρηματίες που μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία και τη δραστηριότητά τους στην Ελλάδα μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να απαλλαγούν από τη φορολόγηση του 50% του εισοδήματος που αποκτούν από μισθωτή εργασία ή επιχειρηματική δραστηριότητα στη χώρα.
Τα μέτρα αυτά είχαν αρχικά συνδεθεί και με την προσπάθεια αντιστροφής του brain drain, δηλαδή της μαζικής φυγής εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το δημοσίευμα, σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ελλάδα μέσα σε μία δεκαετία, αναζητώντας καλύτερες επαγγελματικές και οικονομικές προοπτικές στο εξωτερικό.
Σήμερα, η κυβερνητική στρατηγική επιχειρεί να αξιοποιήσει την αντίστροφη διαδρομή: να προσελκύσει διεθνείς επαγγελματίες και επιχειρήσεις, αλλά και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επιστροφή κεφαλαίων και ανθρώπινου δυναμικού.
Η μείωση της φορολόγησης των διαχειριστών επενδυτικών κεφαλαίων
Ένα ακόμη σημαντικό βήμα έγινε το καλοκαίρι, όταν η Ελλάδα προχώρησε στη μείωση της φορολόγησης του carried interest από 15% σε 5%, για όσους διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και μεταφέρουν τη δραστηριότητά τους στη χώρα.
Το carried interest αποτελεί ουσιαστικά τη συμμετοχή των διαχειριστών στα κέρδη ενός επενδυτικού κεφαλαίου και αποτελεί σημαντικό μέρος των αποδοχών τους στον διεθνή χρηματοοικονομικό κλάδο.
Ωστόσο, η φορολογική ελάφρυνση δεν παρέχεται χωρίς όρους. Προϋπόθεση είναι η ελληνική δραστηριότητα του επενδυτικού κεφαλαίου να πραγματοποιεί ετήσιες δαπάνες τουλάχιστον 3 εκατομμυρίων ευρώ στην Ελλάδα.
Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να διασφαλιστεί ότι η εγκατάσταση έχει πραγματικό επιχειρηματικό περιεχόμενο και δεν αποτελεί απλώς μια τυπική μεταφορά φορολογικής έδρας.
Η συγκεκριμένη πολιτική δείχνει ότι η Ελλάδα θέλει να διεκδικήσει μερίδιο από μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική διεθνή αγορά, στην οποία βρίσκονται ήδη καθιερωμένα χρηματοοικονομικά κέντρα όπως το Λονδίνο, το Παρίσι, το Μονακό και η Ελβετία.
Περισσότερες από 500 αιτήσεις στο καθεστώς non-dom
Η αυξανόμενη ελκυστικότητα της Ελλάδας αποτυπώνεται και στα στοιχεία που παραθέτουν οι Financial Times από το υπουργείο Οικονομικών.
Από την έναρξη εφαρμογής του καθεστώτος non-dom έχουν κατατεθεί περίπου 500 αιτήσεις, με σχεδόν τις μισές να προέρχονται από ενδιαφερομένους εκτός Ευρώπης.
Παράλληλα, περίπου 1.500 συνταξιούχοι του εξωτερικού έχουν υποβάλει αιτήσεις για υπαγωγή στο ειδικό φορολογικό καθεστώς του 7%.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η κινητικότητα μεταξύ εργαζομένων, στελεχών επιχειρήσεων, ελεύθερων επαγγελματιών και επιχειρηματιών, καθώς σχεδόν 10.000 άτομα έχουν αιτηθεί την αξιοποίηση των αντίστοιχων φορολογικών κινήτρων.
Η Χρύσα Μηλιού, γενική γραμματέας Φορολογικής Πολιτικής του υπουργείου Οικονομικών, περιγράφει την εξέλιξη ως μια σταθερή ροή ανθρώπων προς την Ελλάδα.
Από την πλευρά της αγοράς, ο Σάββας Σαββαΐδης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Greece Sotheby’s International Realty, επισημαίνει ότι οι αγοραστές που αξιοποίησαν το καθεστώς non-dom αντιπροσώπευαν σχεδόν το ένα τρίτο του όγκου συναλλαγών της εταιρείας το 2025.
Το στοιχείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι πριν από το 2024 η συγκεκριμένη κατηγορία αγοραστών είχε πρακτικά μηδενική παρουσία στις συναλλαγές της εταιρείας.
Περισσότερες από τις μισές συναλλαγές αφορούσαν αγοραστές με βρετανικά διαβατήρια, γεγονός που συνδέεται και με τις αλλαγές στο φορολογικό περιβάλλον του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η Αθηναϊκή Ριβιέρα αλλάζει πρόσωπο
Η πιο ορατή έκφραση αυτής της νέας πραγματικότητας βρίσκεται στα νότια προάστια της Αθήνας.
Γλυφάδα, Βούλα, Βουλιαγμένη και Βάρη μετατρέπονται σταδιακά σε ένα διαφορετικό οικιστικό και επενδυτικό περιβάλλον. Οι παλιές μονοκατοικίες, οι χαμηλές κατοικίες με τους μεγάλους κήπους και τα χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία προηγούμενων δεκαετιών δίνουν ολοένα περισσότερο τη θέση τους σε σύγχρονα συγκροτήματα πολυτελών διαμερισμάτων.
Οι νέες κατοικίες διαθέτουν μεγάλες βεράντες, ιδιωτικές πισίνες, θέα στη θάλασσα, υπόγειους χώρους στάθμευσης, εγκαταστάσεις ευεξίας και υπηρεσίες ασφαλείας σε 24ωρη βάση.
Η Παυλίνα Μπιλλήρη, μεσίτρια με 26 χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας, περιγράφει μια αλλαγή που εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς. Όπως αναφέρει, ζει στη Βούλα εδώ και περίπου 30 χρόνια και έχει παρακολουθήσει από κοντά τη μεταμόρφωση του οικιστικού τοπίου.
Οι κήποι και τα χαμηλά σπίτια περιορίζονται, ενώ στη θέση τους εμφανίζονται ολοένα ψηλότερες πολυκατοικίες.
Η αλλαγή δεν είναι μόνο πολεοδομική ή οικονομική. Έχει και κοινωνική διάσταση, καθώς μεταβάλλεται σταδιακά ο χαρακτήρας ολόκληρων περιοχών που για δεκαετίες διατηρούσαν μια πιο ήπια οικιστική φυσιογνωμία.
Η παλιά Γλυφάδα που χάνεται
Τη μεταμόρφωση της περιοχής παρακολουθεί και η Ελένη Παπαδοπούλου, η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γλυφάδα.
Η οικογένειά της είχε συνδέσει την ιστορία της με την περιοχή, καθώς ο πατέρας και ο παππούς της είχαν κατασκευάσει εκεί οικογενειακές κατοικίες.
Σήμερα, μέσα από τον λογαριασμό της στο Instagram με την ονομασία @Vintage.Glyfada, επιχειρεί να διασώσει φωτογραφικά την εικόνα μιας παλαιότερης εποχής.
Έχει συγκεντρώσει σχεδόν 700 φωτογραφίες από παλιές βίλες, κατοικίες και στοιχεία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της περιοχής, πολλά από τα οποία έχουν ήδη εξαφανιστεί ή βρίσκονται υπό εξαφάνιση.
Η ίδια εκφράζει τον προβληματισμό της για την ομοιομορφία που χαρακτηρίζει ολοένα περισσότερο τις νέες κατασκευές, αλλά και για την απομάκρυνσή τους από την ιστορική φυσιογνωμία των γειτονιών.
Για τους παλαιότερους κατοίκους, η αλλαγή δεν σημαίνει απλώς ότι ένα παλιό σπίτι αντικαθίσταται από ένα σύγχρονο κτίριο. Σημαίνει ότι χάνεται ένα κομμάτι της ιστορίας, των αναμνήσεων και της κοινωνικής ταυτότητας της περιοχής.
Από τη μεγάλη πτώση στην άνοδο των ακινήτων κατά 85%
Η σημερινή έκρηξη της αγοράς ακινήτων αποτελεί την άλλη όψη μιας μακράς περιόδου κρίσης.
Η Ελλάδα βίωσε μια πρωτοφανή κατάρρευση της αγοράς κατοικίας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι τιμές των διαμερισμάτων υποχώρησαν περισσότερο από 40% από το 2008 έως το 2017.
Η περιορισμένη στεγαστική πίστη, η ανεργία, η μείωση των εισοδημάτων και η αβεβαιότητα είχαν ουσιαστικά παγώσει την οικοδομική δραστηριότητα.
Από το 2017 και μετά, όμως, η πορεία αντιστράφηκε.
Οι τιμές των διαμερισμάτων έχουν αυξηθεί κατά περίπου 85% από τα χαμηλά επίπεδα εκείνης της περιόδου και το 2025 είχαν ξεπεράσει κατά περίπου 7% τα επίπεδα του 2008.
Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και το 2026. Τα προκαταρκτικά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ετήσια αύξηση 5,5% στις τιμές των διαμερισμάτων κατά το δεύτερο τρίμηνο.
Η επιστροφή της οικοδομικής δραστηριότητας, η αυξημένη ζήτηση από το εξωτερικό, η τουριστική ανάπτυξη και η είσοδος νέων επενδυτών έχουν διαμορφώσει ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον.
Golden Visa: Από τους πρώτους επενδυτές στη νέα γενιά αγοραστών
Σημαντικό ρόλο στην αρχική εισροή ξένων κεφαλαίων έπαιξε το πρόγραμμα Golden Visa, το οποίο θεσπίστηκε το 2013.
Το πρόγραμμα έδωσε τη δυνατότητα σε πολίτες τρίτων χωρών να αποκτήσουν άδεια διαμονής στην Ελλάδα μέσω επένδυσης σε ακίνητη περιουσία.
Το αρχικό όριο επένδυσης ανερχόταν στις 250.000 ευρώ. Το 2023 αυξήθηκε στις 500.000 ευρώ για περιοχές υψηλής ζήτησης, ενώ το 2024 διαμορφώθηκε στις 800.000 ευρώ σε συγκεκριμένες περιοχές, με διαφορετικά όρια και ειδικές εξαιρέσεις ανά κατηγορία ακινήτου.
Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία που παραθέτει το δημοσίευμα, τον Αύγουστο του 2026 οι Κινέζοι υπήκοοι κατείχαν περίπου 12.700 άδειες διαμονής επενδυτή, αριθμός που αντιστοιχούσε σχεδόν στο μισό του συνόλου.
Στα πρώτα χρόνια του προγράμματος, οι αγοραστές προέρχονταν κυρίως από την Κίνα και τη Μέση Ανατολή και ενδιαφέρονταν σε μεγάλο βαθμό για την απόκτηση ακινήτων ως επενδυτικών προϊόντων.
Σήμερα, ωστόσο, διαμορφώνεται μια διαφορετική κατηγορία ενδιαφερομένων.
Πρόκειται για εύπορους ανθρώπους που δεν αναζητούν απλώς μια επενδυτική τοποθέτηση, αλλά μια κατοικία στην οποία θα μπορούν να περνούν σημαντικό μέρος του χρόνου τους ή ακόμη και να εγκατασταθούν μόνιμα.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η απόφαση αγοράς συνοδεύεται από τη μεταφορά επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και οικογενειακών υποχρεώσεων στην Ελλάδα.
Γιατί η Αθήνα ανταγωνίζεται το Λονδίνο, το Παρίσι και το Μονακό
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της Αθήνας είναι ότι προσφέρει έναν συνδυασμό αστικού περιβάλλοντος και παραθαλάσσιας ζωής που δύσκολα συναντάται σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Η Αθηναϊκή Ριβιέρα διαθέτει εκτεταμένο παράκτιο μέτωπο περίπου 40 χιλιομέτρων, με πρόσβαση στη θάλασσα, μαρίνα, χώρους αναψυχής, εστιατόρια και δυνατότητες κατοικίας σε μικρή απόσταση από το κέντρο της πρωτεύουσας.
Παράλληλα, οι τιμές παραμένουν σε αρκετές περιπτώσεις χαμηλότερες από αντίστοιχες αγορές πολυτελών κατοικιών στη Γαλλική και την Ιταλική Ριβιέρα, στο Λονδίνο και στο Μονακό.
Ο Γιώργος Ιωάννου, σύμβουλος του τμήματος private office της Engel & Völkers, εκτιμά ότι οι ελληνικές παράκτιες περιοχές προσφέρουν ιδιαίτερα ελκυστικές τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο σε σύγκριση με άλλους ευρωπαϊκούς προορισμούς υψηλών προδιαγραφών.
Σύμφωνα με τον Όλιβερ Μπανκς της Knight Frank, οι τιμές των πολυτελών κατοικιών στην Αθηναϊκή Ριβιέρα κινούνται γενικά μεταξύ 6.000 και 10.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν τη ζήτηση είναι η παραθαλάσσια τοποθεσία, η θέα, η ιδιωτικότητα, η ασφάλεια και η δυνατότητα άμεσης εγκατάστασης.
Ωστόσο, η τιμή δεν είναι το μοναδικό πλεονέκτημα. Η Αθήνα συνδυάζει την πρόσβαση σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με τη δυνατότητα καθημερινής ζωής δίπλα στη θάλασσα.
Αυτός ο συνδυασμός αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της ελληνικής αγοράς.
Πολυτελείς κατοικίες με τιμές που φτάνουν τις 30.000 ευρώ ανά τετραγωνικό
Η ζήτηση για κατοικίες υψηλών προδιαγραφών αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά.
Η πολυετής οικονομική κρίση είχε περιορίσει σημαντικά την οικοδομική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα η αγορά να διαθέτει σήμερα σχετικά μικρό αριθμό νεόδμητων κατοικιών που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των διεθνών αγοραστών.
Σύμφωνα με τον Σάββα Σαββαΐδη, η ελληνική αγορά πολυτελών ακινήτων παραμένει μικρή, παρά τη σημαντική ανάπτυξη των τελευταίων ετών.
Η περιορισμένη προσφορά, σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση, έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών.
Στο συγκρότημα Apollo Hills, για παράδειγμα, ένα διαμέρισμα επιφάνειας 200 έως 250 τετραγωνικών μέτρων, με τρία ή τέσσερα υπνοδωμάτια, διατίθεται περίπου στα 2,5 εκατομμύρια ευρώ.
Η Παυλίνα Μπιλλήρη αναφέρει ότι η αγορά επιταχύνθηκε ιδιαίτερα από το 2022. Ο όγκος των πωλήσεων του μεσιτικού της γραφείου έχει αυξηθεί κατά 50%, ενώ οι τιμές στο ανώτερο τμήμα της αγοράς έχουν κινηθεί ακόμη υψηλότερα.
Στις νεότερες αναπτύξεις, οι τιμές μπορούν να φτάσουν τα 15.000 έως 20.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ στα πλέον αποκλειστικά συγκροτήματα αγγίζουν ακόμη και τις 30.000 ευρώ.
Πρόκειται για επίπεδα τιμών που τοποθετούν συγκεκριμένα ακίνητα της Αθήνας στην κατηγορία των ακριβότερων οικιστικών αγορών της Μεσογείου.
Ακίνητα εκατομμυρίων στη Γλυφάδα και τη Βουλιαγμένη
Χαρακτηριστικά παραδείγματα της νέας πραγματικότητας αποτελούν δύο πολυτελείς κατοικίες που παρουσιάζονται στο δημοσίευμα των Financial Times.
Στη Γλυφάδα, το Atlantia, ένα διώροφο ρετιρέ 276 τετραγωνικών μέτρων με τρία υπνοδωμάτια και ιδιωτική πισίνα, διατίθεται προς πώληση μέσω της Sotheby’s έναντι 3,4 εκατομμυρίων ευρώ.
Το ακίνητο διαθέτει επίσης κοινόχρηστους χώρους ευεξίας και υπηρεσίες concierge, χαρακτηριστικά που παραπέμπουν περισσότερο σε διεθνή συγκροτήματα πολυτελούς κατοικίας παρά σε μια συμβατική πολυκατοικία.
Στη Βουλιαγμένη, το Chrysalis αποτελεί ακόμη πιο εντυπωσιακό παράδειγμα. Πρόκειται για κατοικία 500 τετραγωνικών μέτρων, σε πολύ μικρή απόσταση από τη θάλασσα, η οποία διατίθεται από την Engel & Völkers στην τιμή των 6,75 εκατομμυρίων ευρώ.
Η ζήτηση είναι τέτοια ώστε αρκετοί ξένοι αγοραστές εμφανίζονται πρόθυμοι να προχωρήσουν σε αγορές ακόμη και πριν ολοκληρωθεί η κατασκευή των ακινήτων.
Από το Λονδίνο στην Αθήνα μαζί με τις επιχειρήσεις
Η νέα κατηγορία αγοραστών διαφέρει από εκείνη των προηγούμενων ετών, καθώς δεν ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την απόκτηση μιας δεύτερης κατοικίας.
Η Παυλίνα Μπιλλήρη αναφέρει ότι αρκετοί από τους πρόσφατους πελάτες της προέρχονται από το Λονδίνο και εξετάζουν το ενδεχόμενο να εγκαταστήσουν τις εταιρείες τους στην Ελλάδα.
Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζουν όλοι τη μετακόμιση ως οριστική απόφαση.
Ορισμένοι επιλέγουν να διατηρήσουν ανοιχτή την προοπτική επιστροφής στη Βρετανία, εφόσον μεταβληθούν οι οικονομικές και φορολογικές συνθήκες. Σε κάποιες περιπτώσεις, ο χρονικός ορίζοντας της επένδυσης υπολογίζεται περίπου στα πέντε χρόνια.
Παράλληλα, καταγράφεται ενδιαφέρον από την Αυστραλία και τη Μέση Ανατολή.
Για ορισμένους αγοραστές από τη Μέση Ανατολή, η γεωπολιτική αστάθεια αποτελεί πρόσθετο λόγο αναζήτησης μιας δεύτερης ή τρίτης κατοικίας σε μια χώρα που θεωρούν ασφαλέστερη και περισσότερο σταθερή.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν λειτουργεί μόνο ως προορισμός επένδυσης, αλλά και ως εναλλακτική βάση ζωής και επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Το Ελληνικό αλλάζει τις ισορροπίες στην Αθηναϊκή Ριβιέρα
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας εικόνας της Αθήνας αναμένεται να διαδραματίσει η μεγάλη ανάπλαση του Ελληνικού.
Στον χώρο του πρώην αεροδρομίου αναπτύσσεται ένα εκτεταμένο σχέδιο αστικής ανάπλασης, το οποίο περιλαμβάνει κατοικίες, ξενοδοχεία, εμπορικούς χώρους, εγκαταστάσεις αναψυχής και ένα μεγάλο μητροπολιτικό πάρκο.
Το έργο φιλοδοξεί να δημιουργήσει μια νέα παραθαλάσσια περιοχή με διεθνή χαρακτηριστικά, ενισχύοντας την ελκυστικότητα ολόκληρης της νότιας Αθήνας.
Σύμφωνα με τον Άλεξ Μουλά, επικεφαλής εμπορικής διεύθυνσης του έργου, έχουν ήδη πωληθεί περίπου 850 έως 900 από τις συνολικά 1.300 κατοικίες.
Οι Έλληνες αγοραστές αντιπροσωπεύουν περίπου το 55% των πωλήσεων, ενώ ένα επιπλέον 20% έως 25% προέρχεται από την ελληνική ομογένεια.
Η παρουσία των ξένων αγοραστών έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ενώ στην αρχική περίοδο ανάπτυξης του έργου αντιπροσώπευαν περίπου το 20% των πωλήσεων, από το 2023 και μετά το ποσοστό τους έφτασε σε ορισμένες περιόδους ακόμη και το 40%.
Πρώτοι στην κατάταξη βρίσκονται οι Αμερικανοί, ενώ ακολουθούν Βρετανοί, Γερμανοί και Ελβετοί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο σκοπός αγοράς των κατοικιών. Περίπου το ένα τρίτο των αγοραστών σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει το ακίνητο ως κύρια κατοικία, άλλο ένα τρίτο ως εξοχική κατοικία, ενώ οι υπόλοιποι προχωρούν στην αγορά για επενδυτικούς λόγους.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το Ελληνικό δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε επενδυτές, αλλά και σε ανθρώπους που εξετάζουν σοβαρά την εγκατάσταση στην Ελλάδα.
Η εκπαίδευση γίνεται καθοριστικός παράγοντας για τις διεθνείς οικογένειες
Η εγκατάσταση εύπορων οικογενειών από το εξωτερικό δημιουργεί νέες απαιτήσεις, οι οποίες δεν περιορίζονται στην κατοικία.
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες είναι η εκπαίδευση των παιδιών.
Οι οικογένειες που μεταφέρουν την έδρα της ζωής τους στην Αθήνα χρειάζονται διεθνή σχολεία, εκπαιδευτικά προγράμματα σε ξένες γλώσσες και ένα περιβάλλον που να εξασφαλίζει συνέχεια στην εκπαιδευτική πορεία των παιδιών τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο διεθνής εκπαιδευτικός όμιλος Inspired Education, ο οποίος λειτουργεί 127 σχολεία σε έξι ηπείρους, προχωρά στην κατασκευή σχολείου στο Ελληνικό, με προγραμματισμένη έναρξη λειτουργίας τον Σεπτέμβριο του 2028.
Ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Ναντίμ Νσούλι, αναφέρει ότι αρχικά η εκτίμηση ήταν πως το σχολείο θα απευθυνόταν κυρίως σε ελληνικές οικογένειες.
Στην πορεία, όμως, παρατηρήθηκε αυξανόμενο ενδιαφέρον από οικογένειες του εξωτερικού.
Η σημερινή εκτίμηση είναι ότι οι Έλληνες μαθητές θα αποτελέσουν περίπου το 60% έως 70% των εγγραφών.
Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει ότι η διεθνής ζήτηση δεν αφορά μόνο την αγορά κατοικίας. Επεκτείνεται στην εκπαίδευση, στην υγεία, στις υπηρεσίες, στην ψυχαγωγία και συνολικά στις υποδομές που χρειάζεται μια οικογένεια για να εγκατασταθεί μόνιμα σε μια νέα χώρα.
Το μεγάλο παράδοξο: Η ανάπτυξη απειλεί τα χαρακτηριστικά που κάνουν την περιοχή ελκυστική
Παρά τη θετική εικόνα που παρουσιάζουν οι επενδύσεις και η αυξημένη ζήτηση, το δημοσίευμα αναδεικνύει και μια σημαντική αντίφαση.
Ορισμένα από τα στοιχεία που κάνουν την Αθηναϊκή Ριβιέρα ελκυστική στους ξένους αγοραστές είναι ακριβώς εκείνα που κινδυνεύουν να αλλοιωθούν εξαιτίας της ανάπτυξης.
Οι χαμηλές κατοικίες, οι κήποι, οι ανοιχτοί χώροι, η εγγύτητα στη θάλασσα και ο λιγότερο επιτηδευμένος χαρακτήρας των νοτίων προαστίων αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με άλλες υπερπολυτελείς περιοχές της Μεσογείου.
Ωστόσο, η αυξανόμενη οικοδομική δραστηριότητα αλλάζει σταδιακά το τοπίο.
Η αντικατάσταση των παλαιών κατοικιών από μεγάλα συγκροτήματα διαμερισμάτων δημιουργεί νέα δεδομένα για τις τοπικές κοινωνίες, ενώ η άνοδος των τιμών ενδέχεται να δυσκολεύει την πρόσβαση στην κατοικία για ένα μεγάλο μέρος των μόνιμων κατοίκων.
Η μεταμόρφωση αυτή θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα για το μοντέλο ανάπτυξης που επιλέγει η Ελλάδα: πώς μπορεί να προσελκύσει διεθνή κεφάλαια και εύπορους κατοίκους χωρίς να χάσει την οικιστική ταυτότητα, την κοινωνική ισορροπία και τα χαρακτηριστικά που κάνουν τις περιοχές της ελκυστικές.
Τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα για να κρατήσει τους υπερπλούσιους
Το βασικό συμπέρασμα των Financial Times είναι ότι η προσέλκυση εύπορων ξένων δεν αρκεί από μόνη της. Η Ελλάδα πρέπει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο περιβάλλον που θα τους πείθει να παραμείνουν.
Οι φορολογικές ελαφρύνσεις μπορούν να αποτελέσουν το πρώτο κίνητρο, αλλά δεν είναι αρκετές για να εξασφαλίσουν μακροχρόνια εγκατάσταση.
Οι διεθνείς οικογένειες χρειάζονται ποιοτικές κατοικίες, σύγχρονες επαγγελματικές εγκαταστάσεις, διεθνή σχολεία, αξιόπιστες υπηρεσίες υγείας, ασφαλείς μετακινήσεις και υποδομές που να ανταποκρίνονται στα πρότυπα των χωρών από τις οποίες προέρχονται.
Χρειάζονται επίσης ένα σταθερό και προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, ταχύτητα στις αδειοδοτήσεις και σαφείς κανόνες για την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η ποιότητα της καθημερινότητας. Η κυκλοφοριακή συμφόρηση, οι ελλείψεις στις υποδομές, η πίεση στις υπηρεσίες και η δυσκολία πρόσβασης σε ποιοτικές εκπαιδευτικές και υγειονομικές δομές μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά, ακόμη και για ανθρώπους που διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν ένα ακίνητο εκατομμυρίων.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Μονακό, όπου, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ορισμένες οικογένειες εγκατέλειψαν τα σχέδια μετεγκατάστασης επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμες θέσεις σε διεθνή σχολεία.
Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι ακόμη και οι πλέον ελκυστικοί φορολογικοί και οικονομικοί προορισμοί μπορεί να χάσουν υποψήφιους κατοίκους όταν δεν μπορούν να καλύψουν τις βασικές ανάγκες της οικογένειάς τους.
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι επομένως να επενδύσει όχι μόνο σε πολυτελή ακίνητα και φορολογικά κίνητρα, αλλά και στις δημόσιες και ιδιωτικές υποδομές που συγκροτούν μια σύγχρονη, λειτουργική και ανταγωνιστική πόλη.
Το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η Αθήνα έχει ήδη καταφέρει να τραβήξει την προσοχή της διεθνούς οικονομικής ελίτ. Η γεωγραφική της θέση, το κλίμα, η πρόσβαση στη θάλασσα, η σχετικά ανταγωνιστική αγορά πολυτελών ακινήτων και τα φορολογικά κίνητρα δημιουργούν ένα ελκυστικό πακέτο για όσους αναζητούν μια νέα βάση στην Ευρώπη.
Η άφιξη επενδυτών και επιχειρηματιών μπορεί να δημιουργήσει νέες οικονομικές ευκαιρίες, να ενισχύσει την απασχόληση και να αυξήσει τη διεθνή παρουσία της χώρας.
Ωστόσο, η επιτυχία δεν θα κριθεί από τον αριθμό των ακριβών διαμερισμάτων που θα πουληθούν ούτε από το πόσοι εύποροι αλλοδαποί θα αποκτήσουν ελληνική φορολογική κατοικία.
Θα κριθεί από το αν η Ελλάδα καταφέρει να τους προσφέρει ένα περιβάλλον στο οποίο θα θέλουν πραγματικά να ζήσουν, να εργαστούν, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και να αναπτύξουν τις επιχειρήσεις τους.
Και αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο κομμάτι της προσπάθειας.
Η Αθήνα μπορεί να γίνει ένα νέο διεθνές κέντρο κατοικίας και επιχειρηματικότητας για τους υπερπλούσιους. Για να διατηρήσει, όμως, αυτή τη θέση, θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο από μια ελκυστική φορολογική διεύθυνση και μια πολυτελή θέα στη θάλασσα.
Θα πρέπει να προσφέρει μια ολοκληρωμένη ποιότητα ζωής, με υποδομές, ασφάλεια, εκπαίδευση, υγεία και θεσμική αξιοπιστία. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της Ελλάδας στη νέα εποχή της διεθνούς κινητικότητας του πλούτου.



