Η ευλογιά των αιγοπροβάτων άφησε βαθύ αποτύπωμα στην κτηνοτροφία του Δήμου Κιλελέρ, με περίπου 35.000 αιγοπρόβατα να έχουν οδηγηθεί σε θανάτωση, σύμφωνα με στοιχεία που είχαν δημοσιοποιηθεί το καλοκαίρι του 2025. Η απώλεια δεν αφορά μόνο έναν μεγάλο αριθμό ζώων, αλλά ένα σημαντικό κομμάτι του παραγωγικού κεφαλαίου μιας περιοχής που στηρίζει σε μεγάλο βαθμό την οικονομία της στην αγροκτηνοτροφική δραστηριότητα.

Η εξάπλωση της νόσου υποχρέωσε κτηνοτρόφους να δουν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τις μονάδες τους να αδειάζουν. Κοπάδια που είχαν δημιουργηθεί έπειτα από χρόνια εργασίας, αναπαραγωγής και οικονομικών επενδύσεων χάθηκαν, αφήνοντας πίσω όχι μόνο οικονομικές ζημιές αλλά και ένα τεράστιο ερωτηματικό για το μέλλον των ίδιων των εκμεταλλεύσεων.

Για έναν κτηνοτρόφο, η απώλεια ενός ζώου δεν ισοδυναμεί απλώς με την απώλεια της εμπορικής του αξίας. Το ζωικό κεφάλαιο αποτελεί την παραγωγική βάση μιας μονάδας. Από αυτό προκύπτουν γάλα, κρέας και αναπαραγωγή, ενώ η δημιουργία ενός παραγωγικού κοπαδιού απαιτεί χρόνο. Όταν αυτό το κεφάλαιο μηδενίζεται, η επιστροφή στην κανονικότητα δεν μπορεί να γίνει από τη μία ημέρα στην άλλη.

Οι 35.000 απώλειες και το πραγματικό οικονομικό κόστος

Το μέγεθος των 35.000 θανατωμένων αιγοπροβάτων αποτυπώνει μόνο ένα μέρος της ζημιάς. Πίσω από τον αριθμό βρίσκονται κτηνοτροφικές μονάδες που έχασαν την παραγωγική τους δυνατότητα και παραγωγοί που βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα μεγάλο κενό εισοδήματος.

Η υποχρεωτική θανάτωση των ζώων στις μολυσμένες εκτροφές αποτέλεσε αναγκαίο μέτρο για την αντιμετώπιση της νόσου, όμως για τους παραγωγούς σήμανε ταυτόχρονα την απώλεια του βασικού περιουσιακού τους στοιχείου.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν συνυπολογιστεί η απώλεια της μελλοντικής παραγωγής. Ένα κοπάδι δεν αποδίδει μόνο την αξία των ζώων που υπάρχουν σήμερα. Παράγει γάλα, κρέας και νέα ζώα και δημιουργεί εισόδημα σε βάθος χρόνου. Επομένως, όταν χάνεται ένα κοπάδι, χάνεται και ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικής προοπτικής της εκμετάλλευσης.

Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον το ζήτημα των αποζημιώσεων και της ουσιαστικής στήριξης των πληγέντων κτηνοτρόφων.

Το βασικό αίτημα είναι οι αποζημιώσεις να ανταποκρίνονται στην πραγματική έκταση της καταστροφής και να καταβληθούν χωρίς καθυστερήσεις. Οι παραγωγοί δεν ζητούν μόνο να αποκατασταθεί η άμεση απώλεια του ζωικού κεφαλαίου, αλλά να υπάρξει συνολικό σχέδιο που θα τους επιτρέψει να ξαναδημιουργήσουν τις μονάδες τους.

Στο τραπέζι βρίσκονται ανάγκες όπως η ανασύσταση των κοπαδιών, η κάλυψη της απώλειας εισοδήματος και η ενίσχυση των παραγωγών για το διάστημα κατά το οποίο δεν θα μπορούν να έχουν κανονική παραγωγική δραστηριότητα.

Για έναν κτηνοτρόφο που έχασε ολόκληρο ή μεγάλο μέρος του κοπαδιού του, ακόμη και μια αποζημίωση για την αξία των ζώων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορεί να ξαναρχίσει. Χρειάζονται εγκαταστάσεις, ζωικό κεφάλαιο, ζωοτροφές, κεφάλαιο κίνησης και χρόνος μέχρι η νέα μονάδα να αποκτήσει ξανά παραγωγική δυναμική.

Οι συνέπειες της ευλογιάς επεκτείνονται σε ολόκληρη την τοπική οικονομία.

Η αιγοπροβατοτροφία συνδέεται με παραγωγούς ζωοτροφών, εμπόρους, μεταφορικές επιχειρήσεις, γαλακτοβιομηχανίες, τυροκομεία, κτηνιάτρους και μια σειρά επαγγελματιών που δραστηριοποιούνται γύρω από τον κλάδο.

Όταν μειώνεται δραστικά ο αριθμός των ζώων, μειώνεται αντίστοιχα και η ζήτηση για ζωοτροφές και υπηρεσίες. Παράλληλα, επηρεάζεται η παραγωγή γάλακτος και κρέατος και, κατ’ επέκταση, η μεταποίηση και η εμπορική δραστηριότητα.

Έτσι, η κρίση της κτηνοτροφίας μετατρέπεται σε κρίση ολόκληρης της παραγωγικής αλυσίδας.

Ιδιαίτερη διάσταση απέκτησε το πρόβλημα στις περιοχές όπου εφαρμόστηκαν ζώνες προστασίας και επιτήρησης. Οι περιορισμοί στη διακίνηση δημιούργησαν δυσκολίες ακόμη και για παραγωγούς που δεν είχαν άμεση σχέση με μολυσμένες μονάδες.

Στον πρώην Δήμο Πλατυκάμπου, αγρότες και παραγωγοί ζωοτροφών είχαν αναδείξει τις επιπτώσεις που προκαλούσαν οι περιορισμοί στη μεταφορά προϊόντων όπως τριφύλλι, άχυρο και μηδική.

Πρόκειται για μια ακόμη παράμετρο της κρίσης: η προσπάθεια περιορισμού της νόσου επηρεάζει αναπόφευκτα τις εμπορικές και παραγωγικές δραστηριότητες στις πληγείσες ζώνες, δημιουργώντας ένα σύνθετο οικονομικό πρόβλημα που δεν περιορίζεται στα ζώα που θανατώθηκαν.

Ο Δήμος Κιλελέρ αποτελεί έναν από τους σημαντικούς αγροκτηνοτροφικούς δήμους της Θεσσαλίας. Η κτηνοτροφία δεν αποτελεί μια περιθωριακή δραστηριότητα, αλλά μέρος της παραγωγικής ταυτότητας και της οικονομικής ζωής της περιοχής.

Γι’ αυτό και η απώλεια δεκάδων χιλιάδων ζώων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν πρόκειται απλώς για μια προσωρινή μείωση της παραγωγής. Πρόκειται για σοβαρό πλήγμα στο παραγωγικό κεφάλαιο της περιοχής, το οποίο χρειάζεται χρόνο για να αποκατασταθεί.

Η Περιφέρεια Θεσσαλίας είχε επισημάνει τη σοβαρότητα της κατάστασης και τις μεγάλες απώλειες ζωικού κεφαλαίου, ζητώντας παράλληλα άμεση οικονομική στήριξη των πληγέντων.

Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι τι θα γίνει μετά την εκρίζωση της νόσου και την ολοκλήρωση των αναγκαίων υγειονομικών μέτρων.

Οι κτηνοτρόφοι δεν χρειάζονται μόνο μια αποζημίωση για μια ζημιά που ήδη υπέστησαν. Χρειάζονται τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην παραγωγή.

Η ανασύσταση ενός κοπαδιού είναι διαδικασία που απαιτεί χρόνο. Ακόμη και όταν εξασφαλιστούν οι οικονομικοί πόροι για την αγορά νέων ζώων, η παραγωγική μονάδα χρειάζεται χρόνο ώστε να επανέλθει σε επίπεδα που θα εξασφαλίζουν ένα βιώσιμο εισόδημα.

Αυτό σημαίνει ότι η στήριξη δεν μπορεί να σταματήσει στην πρώτη πληρωμή. Απαιτείται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, ώστε οι πληγέντες να μπορούν να παραμείνουν στον κλάδο και να μην εγκαταλείψουν οριστικά την κτηνοτροφία.

Το μεγαλύτερο ρίσκο είναι η κρίση να οδηγήσει ορισμένους παραγωγούς σε οριστική έξοδο από το επάγγελμα.

Η κτηνοτροφία ήδη αντιμετωπίζει υψηλό κόστος παραγωγής, αυξημένες ανάγκες σε ζωοτροφές, ενέργεια και μεταφορές, αλλά και μια σειρά από διαρθρωτικές δυσκολίες. Σε αυτό το περιβάλλον, η απώλεια ολόκληρου του ζωικού κεφαλαίου μπορεί να καταστήσει την επιστροφή στην παραγωγή εξαιρετικά δύσκολη.

Εάν ένας παραγωγός δεν έχει τη δυνατότητα να ξαναστήσει τη μονάδα του, η ζημιά δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Σημαίνει λιγότερη παραγωγή, λιγότερο γάλα και κρέας, μικρότερη οικονομική δραστηριότητα και αποδυνάμωση της αγροκτηνοτροφικής βάσης της περιοχής.

Η εικόνα των άδειων εγκαταστάσεων μετά τις θανατώσεις αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό αποτύπωμα της κρίσης. Εκεί όπου μέχρι πριν από λίγο υπήρχαν κοπάδια και καθημερινή παραγωγική δραστηριότητα, σήμερα υπάρχει η ανάγκη για μια δύσκολη επανεκκίνηση.

Η αντιμετώπιση της ευλογιάς είναι το πρώτο βήμα. Το δεύτερο και εξίσου κρίσιμο είναι η αναγέννηση της κτηνοτροφίας στις περιοχές που επλήγησαν.

Για το Κιλελέρ, το στοίχημα είναι διπλό: να προστατευθεί η περιοχή από νέα εξάπλωση της νόσου και ταυτόχρονα να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε οι άνθρωποι που έχασαν το ζωικό τους κεφάλαιο να μπορέσουν να επιστρέψουν στην παραγωγή.

Οι 35.000 θανατώσεις δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε έναν πίνακα. Είναι χιλιάδες ζώα, επενδύσεις και χρόνια δουλειάς που χάθηκαν μέσα σε μια υγειονομική κρίση. Και πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκονται οικογένειες που καλούνται τώρα να αποφασίσουν αν μπορούν και αν αξίζει να ξαναρχίσουν από την αρχή.

Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη ημέρα δεν είναι μόνο πόσα ζώα χάθηκαν, αλλά πόσοι κτηνοτρόφοι θα μπορέσουν να ξαναγεμίσουν τα μαντριά τους και να παραμείνουν στην παραγωγή.

Από Newsroom