Τα πρωτόκολλα μιας συμφωνίας πολιτιστικής ανταλλαγής Ελλάδας και Βουλγαρίας υπογράφηκαν σήμερα στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ρούμεν Ράντεφ. Ο Έλληνας πρωθυπουργός συνέδεσε τη συμφωνία με τη θέση της χώρας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Η συμφωνία προβλέπει την επιστροφή στην Ελλάδα 48 ιστορικών κειμηλίων που είχαν αφαιρεθεί από δύο μονές και τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Από την ελληνική πλευρά προβλέπεται η παράδοση στη Βουλγαρία των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ και οστών από τέσσερις σαρκοφάγους.

Μιλώντας στην τελετή, ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι τα μνημεία και τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου. Παρουσίασε τη συμφωνία ως αποτέλεσμα μιας προσπάθειας που, όπως ανέφερε, άρχισε πριν από περίπου μισό αιώνα. Στα κειμήλια που επιστρέφουν συγκαταλέγονται εικόνες, σταυροί, άμφια, μια λειψανοθήκη και ένας επισκοπικός θρόνος. Προέρχονται από τη Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο πρωθυπουργός, τα αντικείμενα αποσπάστηκαν το 1917, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η χρονολογία και ο τόπος προέλευσής τους εξηγούν γιατί η επιστροφή τους αφορά όχι μόνο κρατικές συλλογές, αλλά και τις θρησκευτικές κοινότητες από τις οποίες προήλθαν. Τα 48 αντικείμενα θα φιλοξενηθούν αρχικά στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Στη συνέχεια, όπως προβλέπει ο σχεδιασμός που παρουσιάστηκε στην τελετή, θα επιστρέψουν στους τόπους από τους οποίους είχαν αφαιρεθεί.

Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στην άλλη πλευρά της συμφωνίας. Τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ, μαζί με οστά από τέσσερις σαρκοφάγους, είχαν ανασκαφεί το 1964 στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου από τον καθηγητή Μουτσόπουλο και φυλάχθηκαν επί δεκαετίες από την ελληνική πολιτεία. Απευθυνόμενος στον Ρούμεν Ράντεφ, ο πρωθυπουργός είπε ότι τα λείψανα επιστρέφουν στον λαό της Βουλγαρίας, ώστε να τιμηθούν εκεί με τον τρόπο που θα επιλέξει η ίδια η χώρα. Έτσι, η συμφωνία προβλέπει παραδόσεις και από τις δύο πλευρές.

Ο πρωθυπουργός τοποθέτησε την αρχή των σχετικών συζητήσεων στη δεκαετία του 1970, στις επαφές του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τον τότε ηγέτη της Βουλγαρίας, Τόντορ Ζίβκοφ. Ευχαρίστησε επίσης προηγούμενες κυβερνήσεις, τα υπουργεία Πολιτισμού των δύο χωρών και το προσωπικό του μουσείου για τη δουλειά τους.

Από τη συμφωνία με τη Βουλγαρία ο κ. Μητσοτάκης πέρασε στη διεκδίκηση για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Υποστήριξε ότι τα πολιτιστικά τεκμήρια συνδέονται με το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον στο οποίο δημιουργήθηκαν και ότι η απομάκρυνσή τους αλλοιώνει την ιστορική τους υπόσταση. Ο πρωθυπουργός επικαλέστηκε ακόμη την επιστροφή από τη Σικελία του θραύσματος του «Θαύματος των Εφέσων» ως παράδειγμα πολιτιστικής συνεργασίας. Όπως είπε, η λύση που χρησιμοποιήθηκε τότε είχε επαινεθεί από την UNESCO.

Για τους ανθρώπους και τους φορείς που συνδέονται με τα κειμήλια των Σερρών, η συγκεκριμένη πρόβλεψη είναι η επιστροφή τους στις ιστορικές τους εστίες μετά την αρχική φιλοξενία στη Θεσσαλονίκη. Για τη βουλγαρική πλευρά, η συμφωνία προβλέπει την παραλαβή των λειψάνων και των οστών που φυλάσσονταν στην Ελλάδα.

Κλείνοντας την ομιλία του, ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε τη σημερινή υπογραφή πρώτο βήμα για στενότερη συνεργασία των δύο χωρών στην επιστροφή πολιτιστικών αντικειμένων. Τα υπογεγραμμένα πρωτόκολλα αφορούν προς το παρόν την ανταλλαγή που παρουσιάστηκε στην τελετή.