Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου κι ο αντίπαλός του Γκάντι Άιζενκοτ, οι συμμαχίες των οποίων βρίσκονται αρκετά κοντά μετά τις χθεσινές βουλευτικές εκλογές στο Ισραήλ, μακριά από την πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή, δήλωσαν αμφότεροι έτοιμοι να σχηματίσουν κυβέρνηση, γεγονός που σημαίνει πως θα ακολουθήσουν σκληρές και δύσκολες διαπραγματεύσεις.

Με το 72,4% των ψηφοδελτίων να έχει καταμετρηθεί, σύμφωνα με τους Times of Israel, τα μερικά αποτελέσματα που δημοσίευσε η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή αποδίδουν 54 έδρες στο μπλοκ του πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου και 48 έδρες στο μπλοκ υπό την ηγεσία του Γκάντι Άιζενκοτ του κόμματος «Γιασάρ».

Τα αραβικά κόμματα, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, λαμβάνουν 18 έδρες.

Το αδιέξοδο θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ του Νετανιάχου, αφήνοντας τον 77χρονο στην εξουσία ως υπηρεσιακό πρωθυπουργό κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη συγκρότηση συνασπισμού — οι οποίες πιθανότατα θα είναι μακροχρόνιες — ή ακόμη και μέχρι να διεξαχθούν νέες εκλογές, σημειώνει το Reuters.

Δημοσκοπήσεις εξόδου από τα εκλογικά τμήματα έφεραν αρχικά τη συμμαχία της αντιπολίτευσης υπό τον κεντρώο Γκάντι Άιζενκοτ να προηγείται με βραχεία κεφαλή αυτής του Μπενιαμίν Νετανιάχου, όμως αργότερα μεταδόθηκαν άλλες που θέλουν τις δυο πλευρές ισόπαλες, με 51 έδρες στην Κνέσετ η καθεμιά.

Με άλλα λόγια μακριά από τον απαραίτητο αριθμό εδρών (61 από το σύνολο των 120 της ισραηλινής εθνικής αντιπροσωπείας) για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας και άρα της δυνατότητας σχηματισμού κυβέρνησης.

Παρά το άκρως αμφίρροπο αποτέλεσμα, ο Γκάντι Άιζενκοτ είδε στις πρώτες εκτιμήσεις για αυτό «πλήρη αποδοκιμασία» του Μπενιαμίν Νετανιάχου. «Ο λαός επέλεξε την αλλαγή», διαβεβαίωσε τους δικούς του υποστηρικτές, υποσχόμενος να «κάνει το παν για να σχηματίσει κυβέρνηση» κι απορρίπτοντας νέα προσφυγή στις κάλπες.

Ο 77χρονος πρωθυπουργός στην δική του ομιλία περιορίστηκε να τονίζει πως το κόμμα του, το Λικούντ, παραμένει το μεγαλύτερο στο κοινοβούλιο, καθώς εκτιμάται πως θα καταλάβει 27 έδρες στο σώμα, από 32 στο απερχόμενο, μπροστά από το Γιασάρ του κ. Άιζενκοτ.

Η συμμετοχή των Ισραηλινών ήταν μαζική σε αυτή την ψηφοφορία, την πρώτη μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023. Το ποσοστό συμμετοχής έφθασε το 77,7%, ήταν το υψηλότερο από το 1999.

Η άλλη σημαντική εξέλιξη της βραδιάς είναι η θεαματική άνοδος της δύναμης των δυο αραβικών «λιστών» (κομμάτων). Το Ραμ (μετριοπαθείς ισλαμιστές) και η Ενοποιημένη Αραβική Λίστα (αριστερά) επιβάλλονται πλέον ως δυνητικοί ρυθμιστές των πολιτικών εξελίξεων, καθώς αναμένεται να έχουν 18 ως 19 έδρες στο νέο σώμα (έναντι 10 στο απερχόμενο κοινοβούλιο).

«Αρνούμαστε την κατοχή και τον ρατσισμό, και θα παραμείνουμε εδώ», δήλωσε η Φατέν Γκάτας, υποψήφια της «λίστας», σε ομιλία της στα κεντρικά γραφεία της συμμαχίας στη Ναζαρέτ.

Το πολιτικό στρατόπεδο του Μπενιαμίν Νετανιάχου υπέστη «μεγάλη ήττα», έκρινε ο ηγέτης του Ραμ, ο Μανσούρ Αμπάς, δηλώνοντας έτοιμος να συνεργαστεί με τον Γκάντι Άιζενκοτ, ωστόσο ο τελευταίος υποστηρίζει πως δεν εξετάζει κάτι τέτοιο.

«Αποκλείεται ο σχηματισμός κυβέρνησης που θα υποστηρίζεται από τα αραβικά κόμματα», τόνισε από την πλευρά του ο πρωθυπουργός Νετανιάχου, ο οποίος επικέντρωσε μεγάλο μέρος της εκστρατείας του στο να τους επιτίθεται, για παράδειγμα με το σύνθημα «είτε η δεξιά, είτε η Παλαιστίνη».

Η κατάσταση που διαμορφώνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, κατατείνει σε αδιέξοδο, έκρινε η Ιλάνα Σπάιτσμαν, ειδικευμένη στις πολιτικές επιστήμες και οργανώτρια συνεδρίων στο πανεπιστήμιο Μπαρ Ιλάν.

«Ο Νετανιάχου δεν έχει κανέναν τρόπο να σχηματίσει κυβέρνηση», ενώ ο συνασπισμός του κ. Άιζενκοτ θα χρειαστεί «είτε να σχηματίσει κυβέρνηση μαζί με τα αραβικά κόμματα, ή να σχηματίσει κυβέρνηση μειοψηφίας», δυο επιλογές τις οποίες ως τώρα η αντιπολίτευση αποκήρυσσε, ανέλυσε.

Τα κόμματα πλέον θα ριχτούν τις επόμενες εβδομάδες σε διαπραγματεύσεις, προκειμένου να αναζητήσουν τρόπο να σχηματιστεί η επόμενη κυβέρνηση.

Σε περίπτωση αποτυχίας, συνηθισμένου φαινομένου στην πρόσφατη ιστορία του Ισραήλ, θα χρειαστεί νέα καταφυγή στις κάλπες, κάτι που απορρίπτεται από τον κ. Άιζενκοτ.

«Για να σχηματιστεί κυβέρνηση, θα χρειαστεί να σπάσουν οι κανόνες και όσα θεωρούνταν καθιερωμένα, να συμπηχθούν συμμαχίες χωρίς προηγούμενο», εκτιμά ο Γιαελί Λιφσίτς, φοιτητής που πήγε να πανηγυρίσει την επιτυχία του Γκάντι Άιζενκοτ στην έδρα του κόμματός του στο Τελ Αβίβ, όπου οι πρώτες εκτιμήσεις για το αποτέλεσμα έγιναν αφορμή για το ξέσπασμα των συγκεντρωμένων σε κραυγές χαράς και στο σύνθημα «Μπίμπι, πήγαινε σπίτι σου!».

Μετά την ολοκλήρωση της καταμέτρησης, ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, θα διαβουλευθεί με τους επικεφαλής των κομμάτων, προκειμένου να διαπιστώσει ποιον υποψήφιο πρωθυπουργό προκρίνουν.

Στη συνέχεια, θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πολιτικό που εκτιμά ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική στήριξη.

Ο εντολοδόχος πρωθυπουργός θα έχει στη διάθεσή του έως και 42 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση.

Κανένα κόμμα στο Ισραήλ δεν έχει καταφέρει ποτέ να εξασφαλίσει από μόνο του την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Ως εκ τούτου, οι κυβερνήσεις σχηματίζονται μέσω συνασπισμών κομμάτων, ενώ οι διαπραγματεύσεις για την επίτευξη συμφωνίας συχνά διαρκούν εβδομάδες.

Κάθε κοινοβουλευτική έδρα έχει καθοριστική σημασία, ενώ ακόμη και μικρά κόμματα μπορούν να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο, εφόσον η συμμετοχή τους αποδειχθεί καθοριστική για τη συγκρότηση της απαιτούμενης πλειοψηφίας.

Εάν ο πρώτος εντολοδόχος αποτύχει να σχηματίσει κυβέρνηση, μπορεί να δοθεί η ευκαιρία και σε άλλους υποψηφίους να επιχειρήσουν να εξασφαλίσουν την απαραίτητη στήριξη.

Εάν τελικά δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης, θα προκηρυχθούν νέες εκλογές, ενώ το υφιστάμενο υπουργικό συμβούλιο θα παραμείνει στη θέση του ως υπηρεσιακή κυβέρνηση.