Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρακολουθεί τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή αγορά δανεισμού

Η αύξηση του κόστους δανεισμού, η αβεβαιότητα για την πορεία της οικονομίας και η επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών περιορίζουν τη διάθεση νοικοκυριών και επιχειρήσεων να προσφύγουν στις τράπεζες για χρηματοδότηση. Η Ευρωζώνη καταγράφει σημαντική υποχώρηση στη ζήτηση στεγαστικών δανείων, ενώ οι τράπεζες προετοιμάζονται για ακόμη δυσκολότερους μήνες.

Στην Ελλάδα, η εικόνα εμφανίζεται διαφορετική. Η ζήτηση διατηρείται σχεδόν αμετάβλητη, τόσο στα στεγαστικά όσο και στα καταναλωτικά δάνεια, ενώ οι τράπεζες δεν προβλέπουν προς το παρόν σημαντική μεταβολή των κριτηρίων χρηματοδότησης. Ωστόσο, η σχετική σταθερότητα δεν σημαίνει ότι η ελληνική αγορά δανείων βρίσκεται σε φάση ισχυρής ανάπτυξης.

Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην έρευνα τραπεζικών χορηγήσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν δύο διαφορετικές ταχύτητες στην ευρωπαϊκή και την ελληνική αγορά. Πίσω από τους αριθμούς, όμως, βρίσκεται ένα κοινό πρόβλημα: η δυσκολία νοικοκυριών και επιχειρήσεων να αναλάβουν νέες οικονομικές υποχρεώσεις σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους και αβεβαιότητας.

Η αύξηση των επιτοκίων, η υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης και η επιδείνωση των προοπτικών στην αγορά ακινήτων αλλάζουν το τοπίο της τραπεζικής χρηματοδότησης στην Ευρώπη. Τα νοικοκυριά εμφανίζονται όλο και πιο επιφυλακτικά απέναντι στην προοπτική ενός νέου στεγαστικού δανείου, ενώ οι επιχειρήσεις περιορίζουν επίσης τη διάθεσή τους να αναλάβουν πρόσθετες δανειακές υποχρεώσεις.

Η τελευταία έρευνα τραπεζικών χορηγήσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), για το τρίτο τρίμηνο του 2026, καταγράφει έντονη υποχώρηση στη ζήτηση στεγαστικών δανείων στην Ευρωζώνη. Η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική για το τέταρτο τρίμηνο, καθώς οι ευρωπαϊκές τράπεζες προβλέπουν περαιτέρω πτώση της ζήτησης και αυστηρότερους όρους χρηματοδότησης.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, η αγορά εμφανίζει μεγαλύτερη σταθερότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η ζήτηση για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, ενώ οι τράπεζες δεν προβλέπουν προς το παρόν σημαντικές αλλαγές στα κριτήρια έγκρισης.

Η διαφοροποίηση αυτή, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η ελληνική αγορά βρίσκεται σε περίοδο ισχυρής πιστωτικής επέκτασης. Η ζήτηση εξακολουθεί να είναι συγκρατημένη, ενώ το υψηλό κόστος απόκτησης κατοικίας, οι οικονομικές υποχρεώσεις των νοικοκυριών και οι πρόσθετες τραπεζικές χρεώσεις εξακολουθούν να περιορίζουν τις δυνατότητες χρηματοδότησης.

Η Ευρωζώνη αντιμέτωπη με απότομη υποχώρηση των στεγαστικών δανείων

Το πιο χαρακτηριστικό εύρημα της έρευνας της ΕΚΤ αφορά τα στεγαστικά δάνεια. Κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, το καθαρό ποσοστό των τραπεζών που ανέφεραν μείωση της ζήτησης διαμορφώθηκε στο 27%.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη υποχώρηση από το τρίτο τρίμηνο του 2023, ενώ η πτώση ήταν αισθητά μεγαλύτερη από εκείνη που ανέμεναν οι τράπεζες, οι οποίες είχαν προβλέψει καθαρή μείωση της τάξης του 12%.

Η επιδείνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς δείχνει ότι όλο και λιγότερα νοικοκυριά επιλέγουν να προχωρήσουν σε δανεισμό για την αγορά κατοικίας. Η απόφαση αγοράς ενός ακινήτου συνδέεται πλέον με μεγαλύτερη οικονομική επιφύλαξη, αφού η μηνιαία δόση ενός στεγαστικού δανείου μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά έναν ήδη πιεσμένο οικογενειακό προϋπολογισμό.

Οι βασικοί παράγοντες που εξηγούν την υποχώρηση είναι τρεις:

  • Η αύξηση των στεγαστικών επιτοκίων και του συνολικού κόστους δανεισμού.
  • Η εξασθένηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
  • Οι δυσμενέστερες προσδοκίες για την πορεία της αγοράς κατοικίας.

Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η επιβάρυνση από τα επιτόκια αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα περιορισμού της ζήτησης, ενώ η ανασφάλεια για τις οικονομικές εξελίξεις ενισχύει την απροθυμία των πολιτών να αναλάβουν μακροχρόνιες υποχρεώσεις.

Τα στεγαστικά επιτόκια ανεβαίνουν και οι πολίτες επανεξετάζουν τις αποφάσεις τους

Ένα από τα στοιχεία που αποτυπώνουν την πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά είναι η πορεία των στεγαστικών επιτοκίων.

Όπως ανέφερε η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, τα στεγαστικά επιτόκια στην Ευρωζώνη αυξήθηκαν στο 3,6% τον Αύγουστο του 2026, από 3,5% τον Ιούλιο.

Η μεταβολή μπορεί να φαίνεται περιορισμένη σε ποσοστιαίες μονάδες, ωστόσο αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν μεταφράζεται σε πολυετείς δανειακές συμβάσεις και υψηλά ποσά χρηματοδότησης.

Για ένα νοικοκυριό που σχεδιάζει να αγοράσει κατοικία, ακόμη και μια σχετικά μικρή αύξηση του επιτοκίου μπορεί να μεταφραστεί σε υψηλότερη μηνιαία δόση και μεγαλύτερη συνολική επιβάρυνση σε βάθος χρόνου.

Παράλληλα, οι έρευνες καταναλωτικών προσδοκιών της ΕΚΤ έδειξαν ότι τα νοικοκυριά της Ευρωζώνης εκτιμούσαν πως τα στεγαστικά επιτόκια θα διαμορφώνονταν κατά μέσο όρο στο 4,9% μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες.

Πρέπει να διευκρινιστεί ότι το 4,9% αποτελεί προσδοκία των καταναλωτών και όχι πραγματικό μέσο επιτόκιο που χρεώνουν σήμερα οι ευρωπαϊκές τράπεζες.

Την ίδια στιγμή, το τρίμηνο Euribor κινούνταν περίπου στο 2,60%-2,61% κατά το διάστημα της τραπεζικής έρευνας. Το Euribor αποτελεί επιτόκιο αναφοράς και δεν ταυτίζεται με το τελικό επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου, καθώς σε αυτό προστίθεται και το τραπεζικό περιθώριο.

Η διαφορά αυτή είναι σημαντική για τους δανειολήπτες, καθώς το πραγματικό κόστος χρηματοδότησης εξαρτάται από το σύνολο των όρων της σύμβασης και όχι μόνο από το βασικό επιτόκιο αναφοράς.

Οι τράπεζες προετοιμάζονται για ακόμη μεγαλύτερη πτώση

Οι εκτιμήσεις για το τέταρτο τρίμηνο του 2026 δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για την ευρωπαϊκή αγορά στεγαστικής πίστης.

Οι τράπεζες της Ευρωζώνης προβλέπουν ότι το καθαρό ποσοστό εκείνων που αναμένουν μείωση της ζήτησης στεγαστικών δανείων θα φτάσει το 36%.

Εάν η πρόβλεψη επιβεβαιωθεί, η αγορά θα βρεθεί αντιμέτωπη με νέα επιδείνωση, σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση στη χρηματοδότηση παραμένει κρίσιμη για την αγορά κατοικίας και την οικοδομική δραστηριότητα.

Παράλληλα, οι τράπεζες αναμένουν σημαντική αυστηροποίηση των κριτηρίων χορήγησης στεγαστικών δανείων. Αυτό σημαίνει ότι οι ενδιαφερόμενοι ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δυσκολότερες προϋποθέσεις για την έγκριση μιας αίτησης, καθώς τα πιστωτικά ιδρύματα θα αξιολογούν με μεγαλύτερη προσοχή την οικονομική κατάσταση και την ικανότητα αποπληρωμής των υποψήφιων δανειοληπτών.

Αυξητική τάση καταγράφεται και στις απορρίψεις αιτήσεων στεγαστικών δανείων στην Ευρωζώνη, ενώ στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό παρέμεινε σταθερό.

Η Ελλάδα διατηρεί διαφορετική εικόνα – Σταθερή η ζήτηση για στεγαστικά

Σε αντίθεση με τις εξελίξεις στην Ευρωζώνη, η ελληνική τραπεζική αγορά εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.

Σύμφωνα με την έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδος για το τρίτο τρίμηνο του 2026, η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.

Οι ελληνικές τράπεζες εκτιμούν ότι η ίδια εικόνα θα διατηρηθεί και κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους.

Ένας από τους παράγοντες που στηρίζουν τη ζήτηση είναι τα προγράμματα στεγαστικής χρηματοδότησης, όπως το «Σπίτι μου», τα οποία έχουν δημιουργήσει ένα επιπλέον κανάλι πρόσβασης σε στεγαστικά δάνεια για συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιούχων.

Ωστόσο, η σταθερότητα δεν πρέπει να συγχέεται με μια ισχυρή αύξηση των νέων δανείων. Η ελληνική αγορά εξακολουθεί να κινείται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα ζήτησης, γεγονός που δείχνει ότι σημαντικό μέρος των νοικοκυριών εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αγοράς κατοικίας.

Στο μέτωπο των εγκρίσεων, τα κριτήρια χορήγησης στεγαστικών δανείων παρέμειναν αμετάβλητα. Οι συνολικοί όροι χρηματοδότησης, ωστόσο, έγιναν ελαφρώς αυστηρότεροι λόγω επιβαρύνσεων που δεν συνδέονται άμεσα με τους τόκους.

Πρόκειται για ένα στοιχείο που έχει πρακτική σημασία για τους υποψήφιους δανειολήπτες: ακόμη και όταν το βασικό επιτόκιο δεν μεταβάλλεται σημαντικά, το συνολικό κόστος ενός δανείου μπορεί να αυξηθεί εξαιτίας προμηθειών, εξόδων και άλλων τραπεζικών χρεώσεων.

Στο 3,39% το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο στεγαστικών στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο των στεγαστικών δανείων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,39% τον Αύγουστο του 2026.

Την ίδια περίοδο, η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε μικρή μείωση στα νέα στεγαστικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου.

Η σύγκριση με το 3,6% της Ευρωζώνης δείχνει ότι το μέσο επιτόκιο στην Ελλάδα ήταν χαμηλότερο κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Αυτό, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνο του για να αποδείξει ότι η χρηματοδότηση είναι συνολικά ευκολότερη ή οικονομικότερη για κάθε ελληνικό νοικοκυριό.

Το ύψος του δανείου, η διάρκεια αποπληρωμής, η οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη, η αξία του ακινήτου και οι πρόσθετες χρεώσεις καθορίζουν το τελικό κόστος.

Επιπλέον, η σύγκριση των μέσων επιτοκίων δεν αποτυπώνει όλες τις διαφορές ανάμεσα στις τραπεζικές αγορές των χωρών της Ευρωζώνης.

Επιχειρηματικά δάνεια: Μικρή κάμψη στην Ευρώπη, σχετική σταθερότητα στην Ελλάδα

Η διαφοροποίηση ανάμεσα στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρωζώνη δεν περιορίζεται στα στεγαστικά δάνεια. Επεκτείνεται και στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.

Στην Ευρωζώνη, η ζήτηση επιχειρηματικών δανείων υποχώρησε κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026. Το καθαρό ποσοστό των τραπεζών που ανέφεραν μείωση της ζήτησης διαμορφώθηκε στο 6%.

Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές τράπεζες προχώρησαν σε αυστηρότερα κριτήρια χρηματοδότησης. Το καθαρό ποσοστό των τραπεζών που δήλωσαν ότι αυστηροποίησαν τις προϋποθέσεις χορήγησης επιχειρηματικών δανείων έφτασε το 9%.

Η εξέλιξη συνδέεται με την αυξημένη αντίληψη κινδύνου από την πλευρά των τραπεζών και τη μικρότερη διάθεσή τους να αναλάβουν πρόσθετες χρηματοδοτικές υποχρεώσεις.

Το αυξημένο κόστος χρήματος λειτουργεί επίσης αποτρεπτικά για τις επιχειρήσεις που σχεδιάζουν επενδύσεις, επέκταση δραστηριοτήτων ή ανανέωση εξοπλισμού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, τα τραπεζικά επιτόκια προς τις επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη παρέμειναν στο 3,8% τον Αύγουστο, ενώ το κόστος χρηματοδότησης μέσω εταιρικών ομολόγων αυξήθηκε στο 4,1%, από 4% τον Ιούλιο.

Παράλληλα, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των επιχειρηματικών δανείων επιβραδύνθηκε στο 4,2% τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, από 4,4% τον Ιούλιο.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ζήτηση επιχειρηματικών δανείων εμφάνισε μόνο μικρή υποχώρηση. Τα κριτήρια και οι συνολικοί όροι χορήγησης παρέμειναν αμετάβλητοι, ενώ οι τράπεζες εκτιμούν ότι το τέταρτο τρίμηνο μπορεί να καταγραφεί μικρή αύξηση της ζήτησης.

Η εικόνα αυτή αποτελεί ένδειξη σχετικής σταθερότητας, χωρίς όμως να σημαίνει ότι έχει εξαλειφθεί το πρόβλημα της πρόσβασης στη χρηματοδότηση για τις μικρότερες επιχειρήσεις.

Καταναλωτικά δάνεια: Σταθερότητα στην Ελλάδα, αυστηρότερη πολιτική στην Ευρώπη

Σημαντικές διαφορές καταγράφονται και στην αγορά καταναλωτικής πίστης.

Στην Ελλάδα, η ζήτηση για καταναλωτικά δάνεια παρέμεινε αμετάβλητη κατά το τρίτο τρίμηνο. Οι τράπεζες διατήρησαν σταθερά τα κριτήρια έγκρισης, ενώ προχώρησαν σε μικρή χαλάρωση των οικονομικών όρων.

Συγκεκριμένα, μειώθηκαν τα περιθώρια επιτοκίου τόσο στα συνηθισμένα καταναλωτικά δάνεια όσο και σε εκείνα που θεωρούνται υψηλότερου κινδύνου.

Στην Ευρωζώνη, αντίθετα, η ζήτηση καταναλωτικών δανείων μειώθηκε ελαφρά, ενώ οι τράπεζες συνέχισαν να αυστηροποιούν την πολιτική χορηγήσεων.

Το καθαρό ποσοστό των τραπεζών που ανέφεραν αυστηρότερα κριτήρια έφτασε το 14%.

Οι βασικές αιτίες ήταν η αυξημένη αντίληψη κινδύνου και η μειωμένη διάθεση ανάληψης πιστωτικών κινδύνων από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Για το τέταρτο τρίμηνο, οι ευρωπαϊκές τράπεζες αναμένουν περαιτέρω υποχώρηση της ζήτησης καταναλωτικών δανείων, ενώ οι ελληνικές εκτιμούν ότι η αγορά θα παραμείνει σταθερή.

Ενέργεια, πληθωρισμός και καταναλωτική εμπιστοσύνη πιέζουν την αγορά

Πίσω από τη μείωση της ζήτησης δανείων βρίσκεται ένα ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον αβεβαιότητας.

Η προηγούμενη περίοδος υψηλού πληθωρισμού και οι σημαντικές αυξήσεις επιτοκίων έχουν ήδη περιορίσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Η νέα άνοδος των ενεργειακών τιμών προσθέτει επιπλέον βάρος στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και αυξάνει τις ανησυχίες για το κόστος διαβίωσης.

Όπως επισήμανε η Κριστίν Λαγκάρντ, η αύξηση των ενεργειακών τιμών έχει επιβαρύνει την καταναλωτική εμπιστοσύνη, ενώ το υψηλότερο κόστος δανεισμού περιορίζει τις προοπτικές για κατανάλωση και επενδύσεις.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο για την οικονομία.

Όταν τα νοικοκυριά αισθάνονται οικονομική ανασφάλεια, αναβάλλουν μεγάλες αγορές, περιορίζουν τις δαπάνες και αποφεύγουν να αναλάβουν μακροχρόνιες υποχρεώσεις. Όταν οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος χρηματοδότησης και αβέβαιη ζήτηση, περιορίζουν τα επενδυτικά τους σχέδια.

Αυτό μπορεί να επηρεάσει την οικοδομή, την αγορά ακινήτων, το εμπόριο, τις υπηρεσίες και συνολικά την οικονομική δραστηριότητα.

Τι σημαίνουν τα στοιχεία για την ελληνική οικονομία

Η σχετική σταθερότητα της ελληνικής αγοράς δανείων αποτελεί ένα θετικό στοιχείο σε σύγκριση με την εικόνα που διαμορφώνεται στην Ευρωζώνη. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της ένδειξη ότι τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη οικονομική άνεση.

Η διατήρηση της ζήτησης σε χαμηλά επίπεδα μπορεί να σημαίνει ότι η αγορά έχει προσαρμοστεί στις υφιστάμενες συνθήκες, χωρίς να έχει ανακτήσει τη δυναμική της.

Ιδιαίτερα στην αγορά κατοικίας, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το επιτόκιο, αλλά η σχέση ανάμεσα στα εισοδήματα, στις τιμές των ακινήτων, στην απαιτούμενη ίδια συμμετοχή και στη δυνατότητα εξυπηρέτησης ενός δανείου.

Για μια οικογένεια με περιορισμένο διαθέσιμο εισόδημα, ακόμη και ένα σχετικά χαμηλότερο επιτόκιο δεν αρκεί εάν η τιμή της κατοικίας και το ποσό που πρέπει να καταβληθεί αρχικά βρίσκονται πέρα από τις οικονομικές της δυνατότητες.

Αντίστοιχα, για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση δεν εξαρτάται μόνο από τη διάθεση των τραπεζών να χορηγήσουν δάνεια, αλλά και από την ικανότητα της ίδιας της επιχείρησης να αποδείξει ότι μπορεί να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της.

Το επόμενο τρίμηνο θα δείξει τις πραγματικές αντοχές της αγοράς

Η έρευνα της ΕΚΤ πραγματοποιήθηκε από τις 21 Σεπτεμβρίου έως τις 6 Οκτωβρίου 2026, με τη συμμετοχή 159 τραπεζών. Οι προβλέψεις για το τέταρτο τρίμηνο αποτυπώνουν τις εκτιμήσεις των τραπεζικών ιδρυμάτων και όχι ήδη επιβεβαιωμένα αποτελέσματα.

Η επόμενη περίοδος θα είναι καθοριστική για να διαπιστωθεί εάν η υποχώρηση της ζήτησης στην Ευρωζώνη αποτελεί προσωρινή αντίδραση στις αυξημένες οικονομικές πιέσεις ή εάν διαμορφώνεται μια πιο παρατεταμένη περίοδος επιβράδυνσης της τραπεζικής χρηματοδότησης.

Για την Ελλάδα, το βασικό ζητούμενο είναι εάν η σημερινή σταθερότητα μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική ενίσχυση της πιστωτικής δραστηριότητας, με όρους που θα επιτρέπουν σε περισσότερα νοικοκυριά να αποκτήσουν κατοικία και στις επιχειρήσεις να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις.

Το μήνυμα των στοιχείων είναι σαφές: η αγορά δεν αντιμετωπίζει μόνο ένα ζήτημα επιτοκίων, αλλά ένα ευρύτερο πρόβλημα οικονομικής εμπιστοσύνης και δυνατότητας ανάληψης νέων υποχρεώσεων. Και όσο το κόστος ζωής και χρηματοδότησης παραμένει υψηλό, η απόφαση για ένα νέο δάνειο θα εξακολουθεί να αποτελεί μια δύσκολη οικονομική εξίσωση για εκατομμύρια Ευρωπαίους.

Το ρεπορτάζ βασίζεται στα δημοσιευμένα στοιχεία και στις ακόλουθες πηγές: