Ο Μέγας Αθανάσιος, γνωστός και ως Άγιος Αθανάσιος ή Αθανάσιος Αλεξανδρείας, υπήρξε Ορθόδοξος Πατριάρχης Αλεξανδρείας και η προσωπικότητά του σφράγισε τα δρώμενα της εποχής του. Μαχητής αταλάντευτος και αγωνιστής της Ορθοδοξίας, ήλθε σε σφοδρή σύγκρουση με τους ισχυρούς της εποχής, εξορίστηκε επανειλημμένα και ταλαιπωρήθηκε, χωρίς ποτέ να υποχωρήσει στις αρχές και τις πεποιθήσεις του. Υιός ευσεβούς οικογενείας, έδειξε από μικρή ηλικία την ιερατική του κλίση, καθώς παρίστανε τον ιερέα και βάπτιζε πιστούς. Από τις περιγραφές του Γρηγορίου του Θεολόγου αλλά και από τα ίδια του τα συγγράμματα προκύπτει ότι είχε αποκτήσει στην Κατηχητική Σχολή της Αλεξάνδρειας άρτια θεολογική μόρφωση, καθώς και ευρύτατες εγκύκλιες γνώσεις. Η γνωριμία του με τον Μέγα Αντώνιο άσκησε καθοριστική επιρροή στη ζωή του και στη διαμόρφωση του ήθους του.
Κατά τη δεύτερη εικοσαετία του 4ου αιώνα ξεσπά η αίρεση του Αρείου. Ο Αθανάσιος, αν και τότε λαϊκός, δεν έμεινε αδρανής, αλλά αγωνίστηκε δυναμικά εναντίον της, συγγράφοντας έργα όπως το «Κατά Ειδώλων» και το «Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου». Το 325 χειροτονήθηκε διάκονος και συμμετείχε ενεργά στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, την οποία συγκάλεσε ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα που ταλάνιζε την Εκκλησία. Το 328, σε ηλικία μόλις 33 ετών, και με σύμφωνη γνώμη κλήρου και λαού, χειροτονήθηκε επίσκοπος, διάδοχος του κοιμηθέντος πνευματικού του πατέρα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλεξάνδρου.
Ως Πατριάρχης επιτέλεσε σπουδαίο έργο. Μελέτησε τις ανάγκες κληρικών και λαϊκών, επιδιώκοντας την αρμονική συνύπαρξη και τη σωστή εναρμόνιση των ρόλων τους στο εκκλησιαστικό πλαίσιο. Ανέπτυξε έντονη αντιαιρετική δράση με κύριο στόχο τη διάδοση του ορθού δόγματος περί της ομοουσιότητας του Πατρός και του Υιού και πρωτοστάτησε σε ένα μεγάλο και πλούσιο φιλανθρωπικό έργο στην περιοχή της Αλεξάνδρειας. Ο Μέγας Αθανάσιος, επονομαζόμενος και «στύλος της Ορθοδοξίας», ποίμανε τον λαό του για 46 έτη, από τα οποία τα 17 τα πέρασε στην εξορία.
Ο Άρειος καταδικάστηκε από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, ωστόσο δεν μετανόησε. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, επηρεασμένος από τον Ευσέβιο Νικομηδείας, διέταξε να γίνει δεκτός, απόφαση που βρήκε τον Αθανάσιο κάθετα αντίθετο, καθώς συγκρουόταν με τις αποφάσεις της Συνόδου της Νίκαιας. Οι αρειανίζοντες επίσκοποι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία, συνασπίστηκαν και κατηγόρησαν τον Αθανάσιο για φορολόγηση του λαού υπέρ της Εκκλησίας, μαγεία και πορνεία. Συγκλήθηκε σύνοδος στην Καισάρεια, στην οποία δεν παρέστη, θεωρώντας τη πλεκτάνη των αντιπάλων του. Ακολούθησε σύνοδος στην Τύρο, όπου, παρά τις απειλές, κατέρριψε όλες τις κατηγορίες εις βάρος του.
Παρά την αθώωσή του, αισθάνθηκε ότι απειλείται η ζωή του και κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη ζητώντας την προστασία του αυτοκράτορα, ο οποίος όμως τελικά τον εξόρισε στη Γαλατία. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου το 337, ο Αθανάσιος επέστρεψε θριαμβευτικά στην Αλεξάνδρεια. Οι διώξεις συνεχίστηκαν και επί Κωνστάντιου, ο οποίος τον εξόρισε εκ νέου στη Ρώμη, όπου αθωώθηκε από σύνοδο υπό τον επίσκοπο Ιούλιο. Μετά από έξι χρόνια εξορίας επέστρεψε και πάλι. Το 356, με τον Κωνστάντιο πλέον μονοκράτορα, οι Αρειανοί έστειλαν στρατιωτικό σώμα για τη σύλληψή του. Ο Άγιος φυγαδεύτηκε και κατέφυγε στην έρημο, όπου συνέγραψε σημαντικό μέρος του έργου του και συνέχισε τον αγώνα κατά του Αρειανισμού.
Με τον αυτοκράτορα Ιουλιανό ανακλήθηκαν οι εξόριστοι, όμως όταν ο Αθανάσιος αντιστάθηκε στην προσπάθεια επαναφοράς της ειδωλολατρίας, εξορίστηκε εκ νέου στη Θηβαΐδα. Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού επέστρεψε και εργάστηκε απρόσκοπτα έως ότου ο Ουαλεντινιανός Α΄ τον εκδίωξε προσωρινά, ανακαλώντας σύντομα την απόφαση υπό τον φόβο της λαϊκής αντίδρασης. Χαρακτηριστική φράση του Αγίου είναι: «Ο Πατήρ διά του Λόγου εν τω Πνεύματι ενεργεί και δίδωσι τα πάντα». Ο Μέγας Αθανάσιος τόνισε με σαφήνεια ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι κτίσμα αλλά άκτιστο και ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό, ως ένα από τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Παρά τις διώξεις, άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, αν και όχι πλήρως διασωθέν. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 2 Μαΐου, ημέρα της κοιμήσεώς του, και στις 18 Ιανουαρίου μαζί με τον Άγιο Κύριλλο.
Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας
Λαοφιλής Άγιος της Εκκλησίας μας, έχει δικαίως ονομαστεί «Μέγας» και «καθηγητής της ερήμου». Η Αγία μας Εκκλησία δεν απονέμει εύκολα τίτλους· είναι φειδωλή και τους αποδίδει μόνο σε ξεχωριστές προσωπικότητες, για να τιμήσει τον υπέρ νουν και λόγον βίο τους. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία της ζωής του Αγίου Αντωνίου είναι ότι πολεμήθηκε σκληρά από τον διάβολο. Γεννήθηκε στο χωριό Κομά της Αιγύπτου το 251 μ.Χ. από γονείς πλούσιους και ευσεβείς και δεν έμαθε καθόλου γράμματα, καθώς οι γονείς του φοβήθηκαν μήπως παρασυρθεί στην ειδωλολατρία, προτιμώντας να τον έχουν αγράμματο στον παράδεισο παρά γραμματισμένο στην κόλαση. Παρ’ όλα αυτά, του προσέφεραν την κατά Θεόν μόρφωση και παιδεία. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς του, κληρονομώντας μεγάλη περιουσία και αναλαμβάνοντας την προστασία της μικρότερης αδελφής του.
Κατά τη διάρκεια εκκλησιασμού άκουσε την ευαγγελική περικοπή του διαλόγου του Χριστού με τον πλούσιο νέο, όπου ο Κύριος είπε: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ διάδος πτωχοῖς καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι καὶ ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ». Συγκλονίστηκε και θεώρησε τα λόγια αυτά προσωπική πρόσκληση του Χριστού. Πούλησε όλη την περιουσία του και μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς. Αφού εμπιστεύτηκε την αδελφή του σε κοινόβιο παρθένων, όπου ζούσαν ενάρετες γυναίκες αφιερωμένες σε έργα αγάπης, απαρνήθηκε τον κόσμο και ασπάστηκε τον μοναχικό βίο, ξεκινώντας τον μακρύ δρόμο των ασκητικών του αγώνων στην έρημο.
Καθώς δεν υπήρχαν οργανωμένα μοναστήρια, κατέφυγε σε ένα ερημητήριο των περιχώρων, όπου ένας γέροντας ασκητής έγινε ο πρώτος πνευματικός του δάσκαλος. Τα πάθη δεν υποχωρούν εύκολα και ο Άγιος, ακολουθώντας το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου, αγωνιζόταν αδιάκοπα με προσευχή, νηστεία και άσκηση, ζητώντας από τον Θεό τη βοήθειά Του για τη σωτηρία της ψυχής του. Αγρυπνούσε συνεχώς, έτρωγε ελάχιστα μία φορά την ημέρα λίγο ψωμί με νερό και αλάτι και συχνά παρέμενε τελείως νηστικός για πολλές ημέρες. Αυτάρκης και λιτοδίαιτος, προόδευε πνευματικά, γεγονός που προκάλεσε τον φθόνο του διαβόλου.
Ο διάβολος άρχισε να τον πολεμά, υπενθυμίζοντάς του τα πλούτη και τις ανέσεις που είχε εγκαταλείψει, προσπαθώντας να τον αποθαρρύνει και να τον οδηγήσει σε απόγνωση. Σε κάθε πειρασμό, όμως, ο Άγιος Αντώνιος κατέφευγε στον Θεό με προσευχή και νηστεία και ενισχυόταν, με αποτέλεσμα ο διάβολος να ηττάται. Στη συνέχεια, επιχείρησε να τον πειράξει σαρκικά, εμφανιζόμενος με μορφές και εικόνες αμαρτίας, εκμεταλλευόμενος τη νεότητά του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Άλλοτε παρουσιάστηκε με τρόπο ύπουλο, προσπαθώντας να τον οδηγήσει στην υπερηφάνεια, αλλά ο Άγιος, δοξάζοντας τον Θεό, τον απέκρουσε λέγοντας: «Ύπαγε οπίσω μου, σατανά. Δεν σε φοβάμαι».
Κατά τον διωγμό των Χριστιανών το 311, ο Άγιος Αντώνιος μετέβη στην Αλεξάνδρεια για να στηρίξει τους διωκόμενους πιστούς, αψηφώντας τις απαγορεύσεις και δείχνοντας έμπρακτα την αγάπη και το θάρρος του. Πολλά θαύματα αποδίδονται στην προσευχή του, όπως η θεραπεία της δαιμονόπληκτης κόρης του αξιωματικού Μαρτινιανού. Αναζητώντας περισσότερη ησυχία, κατευθύνθηκε βαθύτερα στην έρημο, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα, όπου έζησε ασκητικά, καλλιεργώντας τη γη και βιώνοντας ακόμη και την ειρηνική συνύπαρξη με τα άγρια ζώα.
Στενός φίλος και βιογράφος του υπήρξε ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, ο οποίος στο έργο του «Βίος και πολιτεία του οσίου Αντωνίου» καταγράφει με λεπτομέρειες τη ζωή και τη θεολογική σοφία του Αγίου, παρά την αγραμματοσύνη του. Ο Άγιος Αντώνιος εκοιμήθη οσιακά σε ηλικία 105 ετών και η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 17 Ιανουαρίου.
Μυργιώτης Παναγιώτης – Μαθηματικός