Η ΑΑΔΕ προχωρά στην αυτοματοποίηση της καταχώρισης του ΚΑΕΚ στο Ε9 μέσω της πλατφόρμας myPROPERTY, διευκολύνοντας τις αγοραπωλησίες, τις γονικές παροχές και τις δωρεές ακινήτων. Τι πρέπει να προσέχουν οι ιδιοκτήτες και πώς λειτουργεί η νέα διαδικασία.
Αυτόματη καταχώριση του ΚΑΕΚ στο Ε9
Ένα ακόμη βήμα προς τον ψηφιακό μετασχηματισμό των φορολογικών διαδικασιών πραγματοποιεί η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), περιορίζοντας την ανάγκη χειροκίνητης καταχώρισης στοιχείων που αφορούν την ακίνητη περιουσία. Η νέα λειτουργία αφορά την αυτόματη μεταφορά του Κωδικού Αριθμού Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) στο έντυπο Ε9, αξιοποιώντας τα δεδομένα που έχουν ήδη δηλωθεί στην ηλεκτρονική εφαρμογή myPROPERTY.
Η αλλαγή αφορά φορολογουμένους που πραγματοποιούν αγοραπωλησίες, γονικές παροχές και δωρεές ακινήτων. Στόχος είναι να περιοριστούν οι επαναλαμβανόμενες καταχωρίσεις, να μειωθούν τα λάθη και να επιταχυνθεί η ενημέρωση του Περιουσιολογίου, στο πλαίσιο της ευρύτερης διασύνδεσης των πληροφοριακών συστημάτων της φορολογικής διοίκησης.
Σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις του διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργου Πιτσιλή, ο ΚΑΕΚ θα αντλείται από την ηλεκτρονική δήλωση που έχει υποβληθεί στο myPROPERTY και θα μεταφέρεται στο αντίστοιχο πεδίο του Ε9, χωρίς να απαιτείται νέα χειροκίνητη καταχώριση από τον ιδιοκτήτη.
Η εξέλιξη αναμένεται να διευκολύνει την αντιστοίχιση των ακινήτων που εμφανίζονται στο φορολογικό Περιουσιολόγιο με τις εγγραφές του Εθνικού Κτηματολογίου, ενισχύοντας την ακρίβεια και τη συνέπεια των διαθέσιμων στοιχείων.
ΑΤΑΚ και ΚΑΕΚ: Ποια είναι η διαφορά
Κεντρικό ρόλο στην αυτοματοποιημένη δημιουργία των δηλώσεων Ε9 εξακολουθεί να έχει ο Αριθμός Ταυτότητας Ακινήτου (ΑΤΑΚ), μέσω του οποίου η ΑΑΔΕ αναγνωρίζει και παρακολουθεί κάθε ακίνητο που είναι καταχωρισμένο στο Περιουσιολόγιο.
Η ηλεκτρονική δημιουργία του Ε9 εφαρμόζεται ήδη σε μεγάλο αριθμό συναλλαγών, με περισσότερες από έξι στις δέκα δηλώσεις στοιχείων ακινήτων να παράγονται αυτοματοποιημένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται για τη λειτουργία του συστήματος.
Για να ενεργοποιηθεί η διαδικασία, είναι απαραίτητο να έχει συμπεριληφθεί ο ΑΤΑΚ του μεταβιβαζόμενου ακινήτου κατά την ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης φόρου μεταβίβασης στην πλατφόρμα myPROPERTY.
Παρότι οι δύο κωδικοί συνδέονται με την ταυτοποίηση της ακίνητης περιουσίας, έχουν διαφορετική χρήση. Ο ΑΤΑΚ χρησιμοποιείται από την ΑΑΔΕ για τη φορολογική παρακολούθηση των ακινήτων, ενώ ο ΚΑΕΚ αποτελεί τον μοναδικό αριθμό αναγνώρισης του ακινήτου στο Εθνικό Κτηματολόγιο.
Η διασύνδεση των δύο συστημάτων διευκολύνει τη μεταφορά των στοιχείων και περιορίζει τον κίνδυνο ασυμφωνιών μεταξύ της φορολογικής εικόνας ενός ακινήτου και της κτηματολογικής εγγραφής του.
Τι πρέπει να ελέγχουν πωλητές και αγοραστές
Παρά την αυτοματοποίηση, η ευθύνη για την ορθότητα και την επικαιροποίηση των στοιχείων της ακίνητης περιουσίας εξακολουθεί να βαρύνει τους φορολογουμένους.
Πριν από την υποβολή της δήλωσης φόρου μεταβίβασης στο myPROPERTY, ο πωλητής θα πρέπει να ελέγχει προσεκτικά την εικόνα του ακινήτου στο Περιουσιολόγιο. Εάν διαπιστώσει ελλείψεις, λανθασμένα στοιχεία ή ασυμφωνίες, είναι σημαντικό να προχωρήσει στις απαραίτητες διορθώσεις πριν ολοκληρωθεί η μεταβίβαση.
Έλεγχος απαιτείται και από τον αγοραστή, ιδιαίτερα όταν διαθέτει ήδη εμπράγματο δικαίωμα στο ακίνητο που αποκτά. Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, όταν αγοράζει ένα επιπλέον ποσοστό σε ακίνητο στο οποίο είναι ήδη συνιδιοκτήτης.
Η ανάγκη προληπτικού ελέγχου είναι ουσιαστική, καθώς η αυτόματη δημιουργία του Ε9 βασίζεται στα δεδομένα που υπάρχουν ήδη καταχωρισμένα στα πληροφοριακά συστήματα. Εάν τα αρχικά στοιχεία είναι λανθασμένα ή ελλιπή, υπάρχει κίνδυνος να μεταφερθούν και στη νέα δήλωση, με αποτέλεσμα να απαιτηθούν μεταγενέστερες διορθώσεις.
Πώς δημιουργείται αυτόματα η δήλωση Ε9
Η διαδικασία ξεκινά όταν ο συμβολαιογράφος αναρτήσει το υπογεγραμμένο συμβόλαιο στην εφαρμογή myPROPERTY. Μετά την ολοκλήρωση της συγκεκριμένης ενέργειας, το σύστημα δημιουργεί αυτόματα δήλωση Ε9 για κάθε συμβαλλόμενο, αποτυπώνοντας τις μεταβολές που προκύπτουν στην περιουσιακή κατάσταση του πωλητή και του αγοραστή.
Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται διαφοροποιούνται ανάλογα με την περίπτωση και τα ήδη καταχωρισμένα δικαιώματα των εμπλεκομένων.
Για τον πωλητή, τα χαρακτηριστικά του ακινήτου αντλούνται από την υφιστάμενη περιουσιακή του κατάσταση, με σημείο αναφοράς τον ΑΤΑΚ. Για τον αγοραστή που αποκτά για πρώτη φορά εμπράγματο δικαίωμα, αξιοποιούνται τα στοιχεία που εμφανίζονται στο Περιουσιολόγιο του πωλητή.
Εάν ο αγοραστής διαθέτει ήδη δικαίωμα στο συγκεκριμένο ακίνητο, η δήλωση συμπληρώνεται με βάση τον ΑΤΑΚ που είναι καταχωρισμένος στη δική του περιουσιακή κατάσταση.
Παράλληλα, η εφαρμογή ενημερώνει αυτόματα τα πεδία που αφορούν το είδος του εμπράγματου δικαιώματος, το ποσοστό συνιδιοκτησίας και τα στοιχεία του επικαρπωτή, όπου απαιτείται. Στη δήλωση μεταφέρονται επίσης στοιχεία της συμβολαιογραφικής πράξης, όπως ο αριθμός του συμβολαίου, ο ΑΦΜ του συμβολαιογράφου και η ημερομηνία υπογραφής.
Με αυτόν τον τρόπο, περιορίζεται η ανάγκη επαναλαμβανόμενης καταχώρισης πληροφοριών και διευκολύνεται η ενημέρωση της φορολογικής εικόνας των συμβαλλομένων μετά τη μεταβίβαση.
Οι τρεις κωδικοί μεταβολής στο Ε9
Η αυτοματοποίηση αφορά και το πεδίο που προσδιορίζει το είδος της μεταβολής στην περιουσιακή κατάσταση του φορολογουμένου. Το σύστημα επιλέγει τον κατάλληλο κωδικό ανάλογα με τη συναλλαγή.
Ειδικότερα:
- Κωδικός 1: Χρησιμοποιείται για την προσθήκη νέου ακινήτου ή εμπράγματου δικαιώματος.
- Κωδικός 2: Αφορά την τροποποίηση ήδη καταχωρισμένων στοιχείων.
- Κωδικός 3: Χρησιμοποιείται για τη διαγραφή ακινήτου ή δικαιώματος από την περιουσιακή κατάσταση.
Επιπλέον, στο πεδίο των σημειώσεων προστίθεται αυτόματα η ένδειξη «Αυτόματη δημιουργία δήλωσης Ε9 από το myPROPERTY», ώστε να είναι σαφές ότι η δήλωση δημιουργήθηκε μέσω της ηλεκτρονικής διαδικασίας.
Μετά την ολοκλήρωση της υποβολής, οι φορολογούμενοι ενημερώνονται ηλεκτρονικά, τόσο μέσω σχετικής ειδοποίησης στην ψηφιακή εφαρμογή όσο και με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Γιατί παραμένει απαραίτητος ο έλεγχος των στοιχείων
Η αυτόματη δημιουργία της δήλωσης Ε9 δεν απαλλάσσει τους ιδιοκτήτες από την υποχρέωση να ελέγχουν τα στοιχεία της ακίνητης περιουσίας τους. Αντίθετα, η ορθή καταχώριση των αρχικών δεδομένων αποτελεί βασική προϋπόθεση για να λειτουργήσει αποτελεσματικά η νέα διαδικασία.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε περιπτώσεις συνιδιοκτησίας, επικαρπίας ή πολλαπλών εμπράγματων δικαιωμάτων στο ίδιο ακίνητο. Οι ιδιοκτήτες θα πρέπει να επιβεβαιώνουν ότι το είδος του δικαιώματος, το ποσοστό κυριότητας και τα υπόλοιπα στοιχεία αποτυπώνονται σωστά.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ο έλεγχος όταν η μεταβίβαση αφορά μέρος ενός ακινήτου ή όταν υπάρχουν σύνθετες εγγραφές στην περιουσιακή κατάσταση των συμβαλλομένων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μια ασυμφωνία μπορεί να επηρεάσει την ορθή απεικόνιση των δικαιωμάτων στο Ε9 και να οδηγήσει σε ανάγκη διόρθωσης.
Η νέα λειτουργία της ΑΑΔΕ αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς την ψηφιοποίηση των συναλλαγών στην αγορά ακινήτων. Η αυτόματη μεταφορά στοιχείων από το myPROPERTY στο Ε9 μειώνει τη γραφειοκρατία και περιορίζει τις επαναλαμβανόμενες ενέργειες για τους φορολογουμένους.
Ωστόσο, η αυτοματοποίηση δεν υποκαθιστά τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης. Οι ιδιοκτήτες εξακολουθούν να πρέπει να επιβεβαιώνουν ότι τα στοιχεία τους είναι ακριβή και επικαιροποιημένα, ώστε η φορολογική εικόνα του ακινήτου να συμφωνεί με τα πραγματικά δικαιώματα και τις εγγραφές στο Κτηματολόγιο.
